Legislator Case Law & Legislation
2013/2022 AI generated

Supreme Court annuls appealable decision for violating substantive law on valid resignation offer via bank draft.

Case Number 2013/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a labor dispute over wrongful dismissal. The employer argued the employee's resignation was invalid because they refused a bank draft payment for severance, yet the appellate court had ruled the resignation valid. The court found the appellate court erred by rejecting the employer's offer of payment via bank draft, which constitutes a valid resignation under the Civil Code. Consequently, the case was remanded for retrial with a new judge to determine the validity of the resignation based on the correct legal interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5 para. 3 of Law 3198/1955; Articles 288, 349, 427 of the Civil Code: A resignation is valid if the employer offers severance pay via bank draft and the employee refuses to accept it, as such an offer satisfies the requirement of a real and appropriate offer under good faith principles.

Keywords

AI generated
valid resignation offer bank draft payment severance pay refusal substantive law violation labor contract termination good faith principle remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 5 para. 3 of Law 3198/1955
Article 288 of the Civil Code
Article 349 of the Civil Code
Article 427 of the Civil Code
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2013/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κατερίνας Φλινού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 736/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1456/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.7.2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 1456/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατόπιν εφέσεως της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 736/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι είναι καταχρηστική η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, γιατί έγινε εξ αιτίας βλάβης της υγείας του και αφού αναγνώρισε την ακυρότητα αυτής του επιδίκασε μισθούς υπερημερίας.

Η προσβαλλομένη απόφαση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δεχθείσα ότι δεν αποτελούσε βάση της αγωγής η καταχρηστική απόλυση του ενάγοντος για λόγους υγείας , στη συνέχεια δίκασε αυτήν και δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την κυρία βάση της δηλαδή ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί δεν έγινε πραγματική και προσήκουσα καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, με τραπεζική επιταγή και κατά συνέπεια η εναγομένη εργοδότρια οφείλει μισθούς υπερημερίας από 17.6.2016 έως 2.11.2016 ποσού 10.475,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Eξάλλου κατά το άρθρο 5 § 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται με την ρητή διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010 η ημέρα της λύσης της σύμβασης κατά το μέρος της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο [2] μηνών στην περίπτωση που η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμιά από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο [2] μηνών , εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.

Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς, ότι, εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών δύο [2] μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα.

Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση κ.λπ. (ΑΠ 105/2009, 98/2008).

Με την δημόσια αυτή κατάθεση, όπως προκύπτει από τα άρθρ. 427, 431 και 434 ΑΚ, της οφειλομένης χρηματικής παροχής, επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει, κατά τον χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν την δημόσια κατάθεση και δη, μεταξύ άλλων, όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος σύμφωνα με το άρθ. 349 ΑΚ (ΑΠ 113/2012), εάν δηλ.

δεν αποδέχεται την προσφερομένη παροχή, εφόσον η προσφορά είναι πραγματική και προσήκουσα, ήτοι η παροχή είναι κατά ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, τέτοιος δε τόπος είναι, όπως συνάγεται από τα άρθ. 320 - 322 ΑΚ, επί χρηματικής παροχής από σύμβαση εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματός του (ΑΠ 1123/2013, 105/2009, 98/2008).

Aκόμη, η πληρωμή της αποζημιώσεως γίνεται με μετρητά, δεν αποκλείεται όμως και η πληρωμή με χρηματόγραφα , εφόσον αυτά αποτελούν όργανα πληρωμής που αναπληρώνουν το χρήμα. Τέτοιο όργανο πληρωμής είναι και η τραπεζική επιταγή και συνεπώς η προσφορά επιταγής για την πληρωμή της αποζημιώσεως πρέπει να θεωρηθεί πραγματική και προσήκουσα, παρά το γεγονός ότι η χορηγήση της επιταγής δεν συνιστά καθεαυτή καταβολή.

Σε κάθε περίπτωση πάντως το εάν η προσφορά πληρωμής της αποζημιώσεως με τραπεζική επιταγή είναι πραγματική και προσήκουσα κρίνεται κατά το άρθρο 288 ΑΚ, σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη [ΑΠ 457/2005, 1123/2013].

Από την επισκόπηση της αναιρέσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι <<...η εναγομένη στις 17.6.2016 ...κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και του προσέφερε την με αριθμό ...τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία έκδοσης 14.6.2016, ποσού 29.573,41 ευρώ, ως καταγγελία αποζημιώσεως, όμως ο ενάγων αρνήθηκε να την παραλάβει τόσο την καταγγελία όσο και την επιταγή.

Η ανωτέρω καταγγελία ήταν ήδη άκυρη, δεδομένου ότι η αποζημίωση καταγγελίας προσφέρθηκε σε επιταγή , σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη. Ακολούθως, η εναγομένη στις 17.6.2016 έδωσε εντολή σε δικαστικό επιμελητή να επιδώσει στον ενάγοντα την καταγγελία της σύμβασής του και τη συνημμένη ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς .

Η επίδοση έγινε με θυροκόλληση , στο έγγραφο της καταγγελίας δε η εναγομένη ανέγραφε ότι σε περίπτωση άρνησης παραλαβής του εγγράφου της καταγγελιας και της επιταγής, θα καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό της αποζημίωσης δια της κατωτέρω επιταγής και το σχετικό γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης θα εκοινοποιείτο με δικαστικό επιμελητή.

Και η δεύτερη αυτή καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος ήταν άκυρη για τους ίδιους ως άνω λόγους. Στις 24.6.2016 η εναγομένη δια θυροκολλήσεως κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 23.6.2016 εξώδική γνωστοποίηση πρόσκληση, μετά του συνημμένου υπ' αριθ. ... από 23.6.2016 Γραμματίου Συστάσεως Παρακαταθήκης από το οποίο προκύπτει ότι το ανωτέρω ποσό της αποζημίωσης κατατέθηκε όχι σε μετρητά αλλά με κατάθεση της υπ'αριθ. ...

επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς και του γνωστοποιούσε ότι το εν λόγω γραμμάτιο θα βρίσκεται στα γραφεία της στο ... Υπό τις ως άνω παραδοχές η προσφορά πληρωμής της αποζημιώσεως με τραπεζική επιταγή ήταν πραγματική και προσήκουσα και συνεπώς το Μονομελές Εφετείο δεχόμενο το αντίθετο και συνακολούθως ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου ήταν άκυρη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.3 Ν. 3198/1955 και 288, 349, 427 ΑΚ, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η εν λόγω πλημμέλεια.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο , το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ], και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 1456/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο , το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων [1500] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 07 Ιουνίου 2022 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 02 Δεκεμβρίου 2022 .

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ