Legislator Case Law & Legislation
2013/2014 AI generated

2013/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2013/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2013/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του εις εκτέλεση αυτών εκδοθέντος νόμου 455/1976 (άρθρα 1, 2 και 3), συνάγεται ότι απαγορεύεται η μεταβολή τόσον του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, όσο και οι στις πράξεις αυτές περιλαμβανόμενοι όροι μεταξύ των οποίων και οι ορισμοί που αφορούν στον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της υπέρ του δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσας περιουσίας.

Keywords

AI generated
need to preserve availability legacy of property of another principle of sufficient cover delivery of possession by agreement safe country of origin lex fori
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2013/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση:

Του αιτούντος: Χ. Π. του Ε., Δικηγόρου Αθηνών, εκτελεστή της διαθήκης της Ό. χας Α. Σ., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος ανακάλεσε την από 4/3/2014 δήλωση του άρθρου 242, παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του παρεμβαίνοντος (δια των προτάσεων) υπέρ του αιτούντος: Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντος εποπτεία επί των υπέρ του κράτους και κοινωφελών σκοπών ή ιδρυμάτων καταλειπομένων περιουσιών και δωρεών και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου και στην προκειμένη περίπτωση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/2/2009 αίτηση του ήδη αιτούντος ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (Εκούσια Δικαιοδοσία), επί της οποίας εκδόθηκε η 1504/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αιτών με την από 24/7/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 25/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο αιτών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1504/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας επί αιτήσεως του αναιρεσείοντος υπό την ιδιότητά του, ως εκτελεστή μυστικής διαθήκης, με την οποία η διαθέτης κατέλιπε περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού, και με την οποία (αίτηση) ζήτησε να βεβαιωθεί ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η θέληση της διαθέτου, όπως εκφράστηκε στη διαθήκη της και να αναγνωρισθεί ότι μπορεί η θέληση αυτή να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τον αναφερόμενο σ' αυτήν τρόπο.

Επειδή, κατά το άρθρο 109 του Συντάγματος "Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού"(§1). "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης, ή στην ευρύτερη περιοχή, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με την μεταβολή της εκμεταλλεύσεως, όπως νόμος ορίζει" (§2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες του εις εκτέλεση αυτών εκδοθέντος νόμου 455/1976 (άρθρα 1, 2 και 3), συνάγεται ότι απαγορεύεται η μεταβολή τόσον του κοινωφελούς σκοπού, στον οποίο αναφέρεται η διαθήκη ή η δωρεά, όσο και οι στις πράξεις αυτές περιλαμβανόμενοι όροι μεταξύ των οποίων και οι ορισμοί που αφορούν στον τρόπο διοικήσεως και διαχειρίσεως της υπέρ του δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού καταληφθείσας περιουσίας.

Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται η μεταβολή του σκοπού, όπως ορίζεται στην διαθήκη ή την δωρεά, στην περίπτωση κατά την οποία με απόφαση του κατά το άρθρο 825 Κ.Πολ.Δ. δικάζοντος κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας Εφετείου Αθηνών διαπιστωθεί ότι η θέληση του διαθέτου δεν δύναται να πραγματοποιηθεί, για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο περιεχόμενο ή δύναται να πραγματοποιηθεί ή δύναται να ικανοποιηθεί πληρέστερα διά της μεταβολής της εκμεταλλεύσεως.

Έτσι σε περίπτωση που το Εφετείο Αθηνών δικάζοντας με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, βεβαιώσει ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, δύναται να αποφανθεί και περί του τρόπου της επωφελέστερης αξιοποίησης και διάθεσης της περιουσίας και του σκοπού για τον οποίο πρέπει να διατεθεί αυτή.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Με την από 5-12-1955 μυστική διαθήκη της με κωδίκελλο, που δημοσιεύθηκε με το 5621/26-10-1964 πρακτικό του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Κάιρο Αιγύπτου, η Ό.

χήρα Α. Σ., το γένος Ε. Δ., που απεβίωσε την 30-1-1964, όρισε τα εξής: "Εγκαθιστώ γενικόν κληρονόμον μου εφ' απάσης της περιουσίας μου κινητής και ακινήτου ευρεθησομενης οπουδήποτε κατά τον χρόνον του θανάτου μου τον υιόν μου Α. Α. Σ. Σ.. Το ήμισυ της περιουσίας μου ταύτης θα περιέλθη εις τον υιόν μου κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα του δε ετέρου ημίσεος θα απολαμβάνη ούτος της πλήρους επικαρπίας ισοβίως ..........

Εν περιπτώσει καθ' ην ο υιός μου δεν ήθελεν νυμφευθή ή νυμφευόμενος δεν ήθελε αποκτήσει τέκνα, το ήμισυ της περιουσίας μου το μη περιελθόν εις αυτόν κατά ψιλήν κυριότητα κατά τα άνω θα διατίθεται κατά τον θάνατον του προς ίδρυσιν Ορφανοτροφείου θηλέων, ως εν ιδίω Κωδικέλλω ορίζω .......... Κωδίκελλον. Κληροδοτώ εις την Μητρόπολιν Λήμνου το εν τη τελευταία ταύτη νήσω κτήμα μου ονομαζόμενον Άγιος Νικόλαος κείμενον εν τη περιφέρεια Κοντοπουλίου, όπως εκ των εισοδημάτων του κτήματος τούτου προικίζονται άποροι και ενάρετοι κόρες Ελληνίδες το γένος καταγόμεναι και διαμένουσαι είτε εις την Πρωτεύουσαν Κάστρο, είτε εις το χωρίον Κοντοπούλιον, ως και να σπουδάζωσι νέοι εις το Γυμνάσιον της νήσου καταγόμενοι επίσης από το Κάστρο ως και του χωρίου Κοντοπουλίου....

Κληροδοτώ τα εξής ποσά. Εις τον Ναόν της Αγίας Τριάδος εν Κάστρω Λήμνου λίρας Αιγύπτου εκατόν αρ. 100. Εις τον ναόν της Αγίας Παρασκευής εν Κάστρω Λήμνου λίρας Αιγύπτου εκατόν αρ. 100 δι' εξωραϊσμόν και διακόσμησιν. ........... Εις την Φιλόπτωχον Λήμνου Κάστρου ποσόν λιρών Αιγύπτου πεντήκοντα αρ. 50. Εις τους πτωχούς του χωρίου Κοντοπούλιον λίρας Αιγύπτου είκοσι πέντε αρ. 25 ...........

Μετά τον θάνατον του υιού μου ως και εφ' όσον είναι ανύπανδρος το ήμισυ της περιουσίας μου θα περιέλθη ως λέγω ανωτέρω εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν διατάσσω δε όπως το εις αυτήν καταλιπόμενον ποσόν τόσον κατ' επικαρπίαν όσον και κατά κυριότητα περιέλθη ως καταπίστευμα προς ίδρυσιν Ορφανοτροφείου θηλέων εις την περιοχήν Αθηνών κατά την απόλυτον κρίσιν επιτροπής συνισταμένης εκ του εκάστοτε Μητροπολίτου Αθηνών, του Υπουργείου της Υγιεινής, του Δημάρχου Αθηνών και εκ των εκτελεστών της διαθήκης μου ους ωνόμασα ανωτέρω.

Το ίδρυμα θα φέρη επί μαρμάρινης πλακός άνωθεν της κυρίας εισόδου το όνομα "Δημητριάδειον Ορφανοτροφειον θηλέων Ιδρυθέν παρά της θυγατρός των Ό. Α. Σ. εις μνήμην προσφιλών της γονέων και τέκνων της............". Ο γιος της διαθέτιδας, Α. Σ., απεβίωσε την 6-8-1988 στο Κάιρο άγαμος και άτεκνος. Ο αιτών διορίσθηκε εκτελεστής της διαθήκης με την 1044181/ 1875/0011/11-6-1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και προκάλεσε την έκδοση της 9396/1996 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία ερμηνεύθηκε η διαθήκη της Ό.

Σ. και κρίθηκε ότι η αληθινή της θέληση ήταν ολόκληρη η περιουσία της (κινητή και ακίνητη), δηλαδή τόσο αυτή που άφησε κατ' επικαρπία στο γιο της, όσο και αυτή που του είχε αφήσει κατά πλήρη κυριότητα, σε περίπτωση θανάτου αυτού άγαμου και άτεκνου, να περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως κεφάλαιο, προκειμένου να ιδρυθεί και να λειτουργήσει το ίδρυμα ορφανοτροφείο θηλέων στην Αθήνα), που συστάθηκε με τη διαθήκη.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι η περιουσία της διαθέτιδας αποτελείται εξ ολοκλήρου από ακίνητα (αγροτεμάχια και βοσκότοπους) στις κτηματικές περιφέρειες Κοντοπουλίου, Κορνού και Προπουλίου Λήμνου, συνολικής αξίας 350.000 ευρώ περίπου. Το ποσό αυτό δεν επαρκεί για την ίδρυση σύσταση και λειτουργία ορφανοτροφείου, αλλά ούτε για τη δημιουργία πτέρυγας σε ορφανοτροφείο που ήδη λειτουργεί, άλλωστε δεν προκύπτει ότι είναι αναγκαία η δημιουργία νέας πτέρυγας σε υφιστάμενο ορφανοτροφείο.

Είναι προφανές, επομένως, ότι η βούληση της διαθέτιδας Ό. Σ. περί σύστασης και λειτουργίας ορφανοτροφείου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο σύνολο της και υπάρχει ανάγκη να διατεθεί .η καταλειφθείσα περιουσία για άλλο σκοπό, συναφή με τον ανωτέρω. Ο αιτών αναφέρει ότι η βούληση της διαθέτιδας μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη σύσταση ιδρύματος, που θα παρέχει οικονομική ενίσχυση σε οικονομικώς αδύνατα άτομα κατά προτίμηση από την περιοχή της Λήμνου.

Ο παρεμβαίνων Υπουργός εκθέτει ότι η περιουσία της διαθέτιδας πρέπει να διατεθεί σε υφιστάμενο ορφανοτροφείο θηλέων στην Αθήνα, άλλως να περιέλθει, στο Δήμο Λήμνου, και ο Δήμαρχος Λήμνου με το από 1925/6-2-2013 έγγραφο του ζητεί τα έσοδα από την εκποίηση της περιουσίας της διαθέτιδας να περιέλθουν στον Οργανισμό Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης του Δήμου Λήμνου.

Ενόψει αυτών, κρίνεται ότι η βούληση της διαθέτιδας μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη διάθεση της περιουσίας της σε ένα ή περισσότερα ορφανοτροφεία θηλέων, που λειτουργούν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, δηλαδή στην περιοχή της Αττικής, για την προώθηση του δικού τους σκοπού. Τον σκοπό αυτόν θα προέκρινε η διαθέτις, εάν γνώριζε το ανέφικτο της πραγμάτωσης, της βούλησης της, ενόψει του ότι ήθελε αφενός να παράσχει προστασία και αρωγή σε θήλεα ορφανά και αφετέρου να ευεργετήσει κατοίκους της περιοχής της Αθήνας, και δεδομένου ότι με τη διαθήκη της είχε παραχωρήσει μέρος της περιουσίας της για ευεργεσίες στους κατοίκους της Λήμνου, διαθέτοντας τα εισοδήματα του κτήματος "Άγιος Νικόλαος" για την προίκιση και τις σπουδές νέων από τη Λήμνο και παρέχοντας κληροδοσίες σε ναούς και στους πτωχούς της νήσου".

Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση του αναιρεσείοντος, βεβαίωσε ότι η θέληση της διαθέτου, όπως ορίζεται στην από 5-12-1955 μυστική διαθήκη της με κωδίκελλο, και ερμηνεύθηκε με την 9396/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν μπορεί καθόλου να πραγματοποιηθεί, όσον αφορά την ίδρυση και λειτουργία Ορφανοτροφείου θηλέων στην Αθήνα και αποφάνθηκε ότι η θέληση αυτή ικανοποιείται πληρέστερα με τη διάθεση του κεφαλαίου που θα προκύψει από τη ρευστοποίηση της περιουσίας της σε ένα ή περισσότερα ορφανοτροφεία θηλέων, που λειτουργούν στην περιοχή της Αττικής, δεχόμενο τελικώς διαφορετικό τρόπο αξιοποίησης από τον αναφερόμενο στην αίτηση του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου επωφελέστερης αξιοποίησης και διάθεσης των ακινήτων της κληρονομίας προς εκπλήρωση παρεμφερούς προς τη θέληση της διαθέτου σκοπού, δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής, των ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε και αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος, που περιέχει αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο και την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το 1925/6-2-2013 έγγραφο του Δήμαρχου Λήμνου, το οποίο νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του προτεινόμενου τρόπου διάθεσης της περιουσίας της διαθέτου, ως προσφορότερου για την πληρέστερη ικανοποίηση της βούλησης της τελευταίας.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο αναιρεσείων σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της στις οποίες ειδικώς αναφέρεται το παραπάνω έγγραφο καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι συνεκτίμησε τούτο με τις λοιπές αποδείξεις.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-7-2013 αίτηση του Χ. Π. περί αναιρέσεως της 1504/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ