Legislator Case Law & Legislation
2013/2009 AI generated

2013/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2013/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2013/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Keywords

AI generated
criminal liability of the media legitimate suspicion of bias narcotics offense charges authorization for criminal prosecution extensive criminal record criminal voluntary disclosure
AI generated
628/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1581/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
501/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1231/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1251/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2013/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ και 2. Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΣΙΣ ΑΕ Εκδοτική Ραδιοφωνική-παραγωγής Προγραμμάτων" που εδρεύει στο Ν. Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:974/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3908/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 9-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 681 Δ' και 147 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στις διαφορές που δικάζονται από το αρμόδιο καθύλην δικαστήριο με την ειδική διαδικασία άρθρων 666 παρ. 1, 667, 671 παρ. 1-3, 672 και 673-676 του ίδιου Κώδικα, όπως είναι και οι πάσης φύσεως διαφορές που αφορούν σε αποζημιώσεις οποιασδήποτε μορφής περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης που προκλήθηκε δια του τύπου ή με ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, ως και οι συναφείς προς αυτές αξιώσεις προστασίας της προσωπικότητας των προσβληθέντων, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δέκα πέντε ημέρες από την επίδοση της απόφασης, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει αναίρεση διαμένει στην Ελλάδα, αναστέλλεται δε η προθεσμία αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, και αν αυτή, μετ' αυτεπάγγελτο προς τούτο έρευνα, με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, ασκήθηκε εκπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 75 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν περισσότεροι ευθύνονται εις ολόκληρο συνεπεία αδικοπραξίας, η μεταξύ των περισσοτέρων ομοδίκων σχέση είναι απλώς δικονομική, σκοπό δε έχει την εκδίκαση περισσοτέρων διαφορών σε μία δίκη. Έτσι, οι πράξεις ή παραλείψεις του κάθε ομοδίκου δεν βλάπτουν ούτε ωφελούν τους υπόλοιπους, τα δε δικαιώματα του ενός ομοδίκου δεν επηρεάζονται από τη δικονομική θέση του άλλου, ούτε από τις ενέργειες εκείνου στη δίκη.

Ειδικότερα, επί απλής ομοδικίας η επίδοση της απόφασης από κάποιο ή προς κάποιο από τους ομοδίκους κινεί την προθεσμία της αναίρεσης μόνο κατά του επιδόσαντος και εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, όχι δε και ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν κοινοποίησαν ή προς τους οποίους δεν κοινοποιήθηκε η ίδια απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1084/24.07.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αντίγραφο της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3.908/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Δ ΚΠολΔ, όπως επιβάλλετο, αφού πρόκειται για αγωγή περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη ο αναιρεσείων-ενάγων από δημοσίευμα του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στο περιοδικό "ΜΕΤΡΟ", ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, επιδόθηκε νομίμως στον αναιρεσείοντα, που κατοικούσε στην Ελλάδα, με επιμέλεια της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την 24η Ιουλίου 2007.

Όπως δε προκύπτει από την επί του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οικεία έκθεση του αρμοδίου γραμματέως του ως άνω Εφετείου, η κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως έγινε την 14-09-2007, ήτοι η άσκηση αυτής έλαβε χώρα μετά την πάροδο της προαναφερόμενης νομίμου προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών. Επομένως, εφ' όσον η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπροθέσμως και έτσι ελλείπει μία από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, την οποία (προϋπόθεση) οφείλει, κατά τα προεκτιθέμενα, να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, πρέπει, εν όψει και της σχετικής ενστάσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία προτείνεται παραδεκτώς από αυτή με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτάσεις της, να απορριφθεί η εν λόγω αίτηση ως απαράδεκτη, καθόσον απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Σε αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε, κατά την αναφερόμενη την αρχή της παρούσας δικάσιμο (19.01.2009) με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ψ.

Από την υπ' αριθμ. 3.879Γ/09.07.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., και τα υπ' αριθμ. 6.149/19-20 Ιουλίου 2008 και 19.287/31 Ιουλίου 2008 φύλλα των εκδιδομένων στην ... ημερησίων εφημερίδων "..." και "..." αντιστοίχως, προκύπτει ότι, κατ' εντολή του νομίμως παρισταμένου πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 12.09.2007 αίτησης αναίρεσης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμο και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου τούτου, για τον αγνώστου διαμονής πρώτο αναιρεσίβλητο, περίληψη δε του επιδοθέντος ως άνω στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εγγράφου δημοσιεύθηκε στα παραπάνω φύλλα των εφημερίδων που υποδείχτηκαν από τον προαναφερόμενο Εισαγγελέα.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες, ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", ήτοι ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, που τείνει δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή όχι στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον κανόνα δικαίου.

Από αυτά παρέπεται, αφενός ότι η έλλειψη νόμιμης βάσης αποτελεί μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου ότι η κατά τα παραπάνω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον λόγο αυτόν αναίρεσης αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση εκείνου που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο αγαθό είναι και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην υπόληψη, εκτίμηση και αξία που αποδίδεται σ' αυτόν από τους άλλους και σε περίπτωση προσβολής της, με κάποια παράνομη ενέργεια, δικαιούται ν' απαιτήσει την άρση της και την παράλειψή της στο μέλλον, χωρίς τη συνδρομή υπαιτιότητας (αντικειμενική ευθύνη), η οποία, όμως, είναι αναγκαία προκειμένου περί ικανοποιήσεως ηθικής βλάβης.

Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 ΠΚ "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται......", με τη διάταξη του άρθρου 362 ΠΚ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται....." και με τη διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται.....".

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 ΑΚ και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1-2 του Συντάγματος, σχετικό και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α' και β' της ΕΣΔΑ) έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, κυρίως οι συγγραφείς ιστορικών βιβλίων, δημοσιογράφοι κλπ για τη δημοσίευση σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για τη σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με ονειδισμό, καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού.

Η προβολή δεν από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ ενστάσεως. Σημειωτέον ακόμη ότι ειδικός σκοπός εξυβρίσεως υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της εξυβριστικής ή (απλής) δυσφημιστικής συμπεριφοράς, όταν δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί όπως έπρεπε το περιεχόμενο της σκέψεως του ενεργήσαντος προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, αν και γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εντούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

Για τον λόγο αυτόν και επειδή η ύπαρξη ή μη ειδικού σκοπού εξύβρισης αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο της ουσίας, που δέχεται ότι από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει ειδικός σκοπός εξύβρισης, πρέπει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συμπέρανε ότι ο τρόπος αυτός δεν ήταν ή ήταν αναγκαίος για να εκφραστεί ο δράστης, δηλαδή να αναφέρει ποιές εκφράσεις, αντί εκείνων που χρησιμοποίησε, μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να εκδηλώσει το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του και ότι αυτός καίτοι γνώριζε τον άλλο αυτό τρόπο χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο μη αναγκαίο, έχοντας ειδικό σκοπό προσβολής της τιμής του άλλου, στη δε περίπτωση που δέχεται ότι δεν υπήρξε ειδικός σκοπός εξύβρισης να αναφέρει εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο τρόπος που εκφράστηκε ο δράστης ήταν αναγκαίος για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Αν δεν το πράξει παραβιάζει εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ και η παραβίασή του αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι λόγος αναιρέσεως της αποφάσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχτηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Στο τεύχος 15 του περιοδικού με τον τίτλο "..." που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1997, ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας, στη σελίδα 44 αυτού και στη στήλη "...", δημοσιεύθηκε άρθρο, το οποίο συνέταξε και υπέγραψε ο πρώτος εφεσίβλητος, δημοσιογράφος, με τίτλο "Ο ΥΠΟΔΙΚΟΣ Χ ΞΑΝΑ ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΑΣ" Ανώνυμη Εταιρεία Οργανωμένου Εγκλήματος" και υπότιτλο " Υπόδικος για εγκληματικές δραστηριότητες που είχε αναπτύξει στο χώρο των φυλακών - ο "πράσινος" Χ τοποθετήθηκε πρόσφατα, με ευθύνη του Υπουργού Δικαιοσύνης, αρχιφύλακας στο ψυχιατρείο των φυλακών ..., προφανώς για να συνεχίσει το "έργο" του".

Στη συνέχεια, από το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω δημοσιεύματος παρατίθενται στην αγωγή τα ακόλουθα αποσπάσματα: "Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όσον αφορά την άμεση συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στην "Ανώνυμη Εταιρεία" του οργανωμένου εγκλήματος, που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια μέσα τις φυλακές, είναι η περίπτωση του Χ και της παρέας των Ζ, ...

και άλλων. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι η υποτιθέμενη κάθαρση που εξαγγέλεται με τυμπανοκρουσίες, κάθε φορά που ξεχειλίζει το ποτήρι της αγανάκτησης, δεν είναι παρά στάχτη στα μάτια, μέχρι η προσοχή να στραφεί κάπου αλλού, οπότε αθόρυβα η "Α.Ε." επαναδραστηριοποιείται. Οι ίδιοι άνθρωποι στα ίδια πόστα εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά"... "Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου δίνεται στη δημοσιότητα τηλεφωνική συνδιάλεξη του αρχιφύλακα Χ με τον παράνομα αποφυλακισμένο μεγαλέμπορο ναρκωτικών Φ, που φανερώνει τη στενή τους σχέση αλλά και τη συνεργασία τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα στις φυλακές".

Αφορμή για το επίμαχο δημοσίευμα αποτέλεσε η επιλήψιμη κατάσταση που επικρατούσε στο χώρο των φυλακών ... με την αποκάλυψη διαπράξεως αξιοποίνων πράξεων τόσο από τους φυλακισμένους, όσο και τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους καθώς και οι εκκρεμούσες σε βάρος του εκκαλούντος ποινικές διώξεις που σχετίζονταν με την υπηρεσιακή του κατάσταση.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι με στόχο τη διακρίβωση της τελέσεως ή μη αξιόποινων πράξεων από σωφρονιστικούς υπαλλήλους και κρατούμενους της δικαστικής φυλακής ..., ο τότε διευθύνων την Εισαγγελία Εφετών Πειραιώς παρήγγειλε τη διενέργεια προκαταρκτικών εξετάσεων, μετά το πέρας των οποίων επισημαίνει, μεταξύ άλλων στο με αριθμό πρωτοκόλλου 10258/14-12-1994 έγγραφό του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τον Υπουργό Δικαιοσύνης ότι "οι υπηρεσίες της φυλακής ...

αντιμετωπίζουν πολύπλοκα και σύνθετα προβλήματα, τα οποία έχουν συσσωρευθεί με απειλητικές διαστάσεις, που υπονομεύουν την ομαλή λειτουργία της, χάρις στην ένοχη αδιαφορία και την ανεκτικότητα - που για διάφορους λόγους επιδείκνυαν - οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που συνειδητά έκλειναν τα μάτια στο πασίδηλο γεγονός του οργίου των παρανομιών, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στη φυλακή αυτή".

Μεταξύ των υπηρετούντων στη δικαστική φυλακή ... ήταν και ο εκκαλών, ο οποίος με την ιδιότητα αρχικά του υπαρχιφύλακα και στη συνέχεια του αρχιφύλακα, αποτέλεσε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα που περιελήφθησαν στη συγκεκριμένη έρευνα, καθόσον είχε διαρκή συμμετοχή στις εξελίξεις. Ειδικότερα: 1) σε βάρος του εκκαλούντος και άλλων προσώπων ασκήθηκε στις 13-12-1994 ποινική δίωξη για στάση κρατουμένων (άρθρο 174 παρ.

α,β Π.Κ.), για απελευθέρωση κρατουμένων από ενδεχόμενο δόλο (άρθρο 172 παρ. 1 Π.Κ.) και διακεκριμένη περίπτωση φθοράς κατά συρροή (άρθρα 94, 381, 382 παρ. 2α, β Π.Κ. βλ. το υπ' αριθμ. Πρωτ. 4126/17-3-1995 έγγραφο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς), ο δε εκκαλών με το υπ' αριθμ. 260/1996 βούλευμα του Συμβούλου Πλημμελειοδικών Πειραιώς παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στις 9-12-1994 στον ...

ως αρχιφύλακας, από αμέλειά του, από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του ... (υπαστυνόμο Β') και ... (Διευθυντή των φυλακών), ελευθέρωσαν 41 φυλακισμένους. Λόγω δε της ως άνω ασκηθείσας ποινικής διώξεως, δυνάμει της υπ' αριθμ. Πρωτοκόλλου 139263/1994 αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο εκκαλών στις 13-12-1994 τέθηκε προσωρινά σε διαθεσιμότητα, επειδή κρίθηκε ότι το βαρύνουν βαρείες αμέλειες κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του . 2) Στις 8-3-1995 ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Πειραιώς άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση (άρθρα 46 παρ.

Γ, 94 Π.Κ. και 8, 22 παρ. 6α ν. 1599/1986 που συνέταξε ο φυλακισμένος Φ περί του ότι εργαζόταν στη φυλακή ως τηλεφωνητής και διανομέας παγωτών έως την αποφυλάκισή του. Για την πράξη του αυτή παραπέμφθηκε ο εκκαλών να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. 3) Στις 14-1-1995 άσκησε ο ίδιος ως άνω Εισαγγελέας ποινική δίωξη σε βάρος των:α) Ζ, β) του εκκαλούντος και γ) ...

για ψευδή βεβαίωση από κοινού με σκοπό αθεμίτου ωφέλους (άρθρα 45, 242 παρ. 1, 3 Π.Κ.), περί του ότι ως υπαρχιφύλακας της φυλακής ... συνέταξε από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του την από 15-11-1993 βεβαίωση, στην οποία βεβαίωσαν ψευδώς ότι ο κρατούμενος Φ πραγματοποίησε ημερομίσθια, τα οποία δεν είχαν καταχωρηθεί στο βιβλίο ημερομισθίων, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα ν' αποφυλακισθεί ενωρίτερα.

Για την πράξη αυτή παραπέμφθηκε τελεσίδικα να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με το υπ' αριθμ. 104/1997 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. 4) Την ίδια ως άνω ημερομηνία (14-1-1995) ο ίδιος Εισαγγελέας άσκησε σε βάρος του εκκαλούντος ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος (άρθρα 259 Π.Κ.), περί του ότι στις 2-2-1994 επέτρεψε στον αποφυλακισθέντα Φ να επισκεφθεί κρατουμένους στις φυλακές ..., χωρίς ο εκκαλών να έχει τέτοια αρμοδιότητα.

Για την πράξη του αυτή παραπέμφθηκε να δικασθεί στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς. Ακόμη, με το υπ' αριθμ. 249/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο ήρε τη διαφωνία μεταξύ Ανακρίτριας και Εισαγγελέα περί της προσωρινής ή μη κρατήσεως του εκκαλούντος, υπέρ της γνώμης της Ανακρίτριας του Δ' τμήματος του Πρωτοδικείου Πειραιώς, διατάχθηκε η προσωρινή κράτηση του εκκαλούντος για το παραπάνω αδίκημα της από κοινού ψευδούς βεβαιώσεως και προφυλακίσθηκε στη δικαστική φυλακή ...

στις 28-3-1995, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε και σε αυτοδίκαιη αργία (βλ. το υπ' αριθμ. Πρωτοκ. 37433/29-3-1995 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης). Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. 854/1995 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς διατάχθηκε η απόλυσή του από το Νοσοκομείο κρατουμένων ..., όπου κρατούνταν προσωρινά και του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι.

Με το υπ' αριθμ. Όμως 964/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς οι ανωτέρω επιβληθέντες σ' αυτόν περιοριστικοί όροι αντικαταστάθηκαν με προσωρινή κράτηση λόγω παραβίασης ενός εξ αυτών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών αθωώθηκε για τα αδικήματα για τα οποία ασκήθηκαν οι παραπάνω αναφερθείσες ποινικές διώξεις.

Ειδικότερα: 1) Με την υπ' αριθμ. 51, 71/1997 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς κηρύχθηκε αθώος για την κατηγορία της ελευθερώσεως φυλακισμένων από αμέλεια. 2) με την υπ' αριθμ. Β.Τ. 2490/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας για ηθική αυτουργία σε ψευδή υπεύθυνη δήλωση. 3) Με την υπ' αριθμ.

ΓΤ' 50/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς κηρύχθηκε αθώος της παραβάσεως καθήκοντος. Περαιτέρω, από τα παραπάνω παρέπεται ότι το περιεχόμενο του τίτλου και υπότιτλου του δημοσιεύματος που αναφέρονται στην επανατοποθέτηση του εκκαλούντος ως αρχιφύλακα στο ψυχιατρείο της φυλακής ... με ευθύνη του Υπουργού Δικαιοσύνης, ενώ ήταν υπόδικος, δεν είναι ψευδές, καθόσον η απόσπαση του αποφασίσθηκε στις 26-11-1996 (βλ.

το υπ' αριθμ. Πρωτ. 138460/26-11-1996 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και ενώ κατά το χρόνο τούτο εκκρεμούσαν σε βάρος του οι παραπάνω ποινικές διώξεις για αδικήματα που σχετίζονταν με την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων του και τα οποία φέρονταν ότι τελέσθηκαν στον τόπο της εργασίας του.

Ούτε εξ άλλου το περιεχόμενο σ' αυτά γεγονός της επανατοποθετήσεως του εκκαλούντος στην υπηρεσία του με τον τρόπο που παρατίθεται είναι δυσφημιστικό ή εκφράζει σκοπό εξυβρίσεώς του, αλλά αποτυπώνεται μέσα στα απολύτως αποδεκτά όρια της δημοσιογραφικής ενημερώσεως. Άλλωστε, η αναφορά της φράσεως "Ο πράσινος Χ", αποτελεί χαρακτηρισμό της πολιτικής του τοποθετήσεως, χωρίς να ενέχει πρόθεση προσβολής ή μειώσεως της προσωπικότητάς του ως ατόμου πολιτικοποιημένου, ή της πολιτικής ιδεολογίας την οποία πρεσβεύει, αλλά με μεταφορικό τρόπο προσδιορίζει την πολιτική παράταξη στην οποία ανήκει, αφού επί σειρά ετών διετέλεσε Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος, δηλώνοντας υποψηφιότητα κατά τις εκλογές με την παράταξη της ΠΑΣΚ που πρόσκειται στο χώρο του ΠΑΣΟΚ, γεγονός που κατατέθηκε από τη μάρτυρά του και δεν αμφισβητείται ούτε από τον ίδιο.

Η φράση "προφανώς για να συνεχίσει το έργο του", με την οποία τελειώνει ο υπότιτλος, παρά το ελαφρώς ειρωνικό ύφος της, αποτελεί έκφραση γνώμης-συμπεράσματος- του πρώτου εφεσίβλητου συντάκτη του δημοσιεύματος, η οποία εκτός του ότι διατυπώνεται με αμφιβολία, δεν συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένο γεγονός.

Εξ άλλου, όσον αφορά στο περιεχόμενο της πρώτης παραγράφου του πρώτου αποσπάσματος με την αναφορά της "Ανώνυμης Εταιρείας" οργανωμένου εγκλήματος εντός της φυλακής ... και τη σύνδεσή της με τον εκκαλούντα, τον Ζ, που επίσης είχε διατελέσει υπαρχιφύλακας και αρχιφύλακας της εν λόγω φυλακής, καθώς και άλλους, η οποία διαχειρίζεται δισεκατομμύρια και οι άνθρωποι που την απαρτίζουν εμπορεύονται θέσεις εργασίας των φυλακισμένων, διαμονής, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:

Ανεξάρτητα από τη γενικότητα της διατυπώσεώς του, δεν είναι ψευδές το γεγονός των σοβαροτάτων προβλημάτων και της απαράδεκτης κατάστασης που επικρατούσε στο χώρο αυτό, ώστε ο χαρακτηρισμός "Ανώνυμη Εταιρεία οργανωμένου εγκλήματος", τον οποίο σημειωτέον δεν χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο πρώτος εφεσίβλητος, αλλά και κατά το παρελθόν σε άλλα δημοσιεύματα είχε χαρακτηρισθεί έτσι, να μην είναι οξύς και εκτός πραγματικότητας, αφού άλλωστε και ο Εισαγγελέας Εφετών Πειραιώς στο υπ' αριθμ.

Πρωτοκόλλου 10258/1994 έγγραφό του που παραπάνω αναφέρθηκε, ρητά αναφέρεται σε "οργανωμένο έγκλημα" εντός της άνω φυλακής, το οποίο μάλιστα δεν είναι εύκολο να εξουδετερωθεί, και ακόμη για "όργιο παρανομιών", οι οποίες ελάμβαναν χώρα στη φυλακή αυτή. Επί πλέον αναφέρει ότι "συνειδητά έκλειναν τα μάτια" έναντι αυτών οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες.

Μάλιστα Ο ίδιος Εισαγγελέας προτείνει προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης την ανάθεση και εφαρμογή σχεδίου παρεμποδίσεως εισαγωγής ναρκωτικών στη φυλακή ... σε "απολύτως έντιμους και προσηλωμένους στα καθήκοντά τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους", συμπεριφορά που προφανώς δεν είχε διαπιστωθεί με τη διαταχθείσα προκαταρκτική εξέταση.

Ακόμη και στην επιστολή παραιτήσεως του τέως Υπουργού Δικαιοσύνης, ... που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "..." της 9-2-1995 αναφέρεται ότι ο εκκαλών και ο Ζ, ως στελέχη του σωφρονιστικού μηχανισμού, ελέγχονται πειθαρχικά και ποινικά ως παράγοντες των κυκλωμάτων παρανομίας, αυθαιρεσίας και εκμεταλλεύσεως των κρατουμένων των φυλακών ....

Με δεδομένο το πόρισμα της εν λόγω προκαταρκτικής εξέτασης σε συνάρτηση και με τις ποινικές διώξεις που εκκρεμούσαν σε βάρος του εκκαλούντος και αφορούσαν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, σε αδικήματα που τελέσθηκαν στην υπηρεσία του, και σχετίζονταν με θέσεις διαμονής και εργασίας των κρατουμένων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το τμήμα αυτό του αποσπάσματος περιέχει στοιχεία συκοφαντικά.

Εξ άλλου, η αναφορά στην τρίτη παράγραφο επίσης του πρώτου αποσπάσματος, η οποία συνδέεται με την πρώτη, σε άτομα που "εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά", όπως μεμονωμένα παρατίθεται στην αγωγή, είναι γενική και αόριστη χωρίς ειδική σύνδεση με τα πρόσωπα και γεγονότα, διάκριση η οποία γίνεται στη συνέχεια του δημοσιεύματος, το οποίο όμως δεν αναφέρεται στην αγωγή, και ειδικότερα το γεγονός της ψευδούς βεβαιώσεως από τον εκκαλούντα του αριθμού των πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων του φυλακισμένου Φ με ευεργετικό υπολογισμό, να αποφυλακισθεί ενωρίτερα, καθώς και της ευρέσεως στον κοιτώνα του Ζ σε αιφνιδιαστική έρευνα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, Αγγελή, όπλων και ναρκωτικών.

Όσον αφορά στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου αποσπάσματος δεν περιέχεται ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος σε βάρος του εκκαλούντος, αλλά αποτελεί έκφραση γνώμης-συμπέρασμα, με το οποίο ασκείται κριτική στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Περαιτέρω, το δεύτερο απόσπασμα του δημοσιεύματος, που αναφέρεται στη δημοσίευση περί το Δεκέμβριο του έτους 1994 τηλεφωνικής συνδιαλέξεως του εκκαλούντος με τον αποφυλακισθέντα Φ, είναι επίσης αληθές καθόσον αυτή είχε δημοσιευθεί στο με αριθμό 20 φύλλο της εφημερίδας "..." στις 20-12-1994.

Εξ άλλου, η επισήμανση του πρώτου εφεσίβλητου ότι η εν λόγω συνδιάλεξη φανερώνει τη στενή σχέση των δύο συνδιαλεγόμενων προσώπων δεν είναι ψευδής, αφού πράγματι χρησιμοποιούνται προσφωνήσεις μεταξύ τους, από τις οποίες προκύπτει τουλάχιστον οικειότητα στη σχέση τους. Τόσο δε η αναφορά στο εν λόγω απόσπασμα περί φιλικών σχέσεων μεταξύ των ως άνω προσώπων, όσο και η αναφορά περί συνεργασίας τους στη διακίνηση ναρκωτικών μέσα στις φυλακές δεν συνιστά ισχυρισμό ή διάδοση ψευδούς γεγονότος σε βάρος του εκκαλούντος ή έκφραση γνώμης, κρίσης και χαρακτηρισμού που συνδέεται με γεγονός, αλλά συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο δημοσιογράφος από το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνδιάλεξης, με συνέπεια να μη στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφημίσεως, αλλά ούτε και αυτή της απλής δυσφημήσεως.

Έτσι, ο πυρήνας του δημοσιεύματος κατά τον ένδικο χρόνο ανταποκρινόταν στην αλήθεια των μέχρι τότε γνωστών γεγονότων που απασχόλησαν έντονα την κοινή γνώμη. Το γεγονός ότι ο εκκαλών απαλλάχθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο του δημοσιεύματος από τις κατηγορίες που τον βάρυναν, καθώς και η επάνοδός του στην ενεργό υπηρεσία ως αρχιφύλακα στο ψυχιατρείο κρατουμένων της φυλακής ..., ενώ εκκρεμούσαν ακόμη σε βάρος του οι ποινικές διώξεις, δεν αναιρούν τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και δικαιολογημένα ο πρώτος εφεσίβλητος θεωρούσε αληθή τα όσα ανέφερε γι' αυτόν στο δημοσίευμα.

Η έκθεση δε των ανωτέρω περιστατικών σχετίζεται με τον έλεγχο της λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος της χώρας και την επίκριση πράξεων και συμπεριφορών σωφρονιστικών υπαλλήλων, οι οποίες λόγω της ποινικής τους απαξίας παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Εν όψει δε του συνόλου των δημοσιευμάτων και από άλλα μέσα μαζικής ενημέρωσης και του έντονου ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης για τα προαναφερθέντα θέματα, ο συντάκτης του προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη και τον κρατικό μηχανισμό.

Πάντως, το ανωτέρω δημοσίευμα, το οποίο περιέχει μεν δυσμενείς για το πρόσωπο του ενάγοντος εκφράσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να εκτιμηθούν μεμονωμένα, αλλά σε συνδυασμό με το σύνολό του, δεν υπερέβη το επιβαλλόμενο για την τελεσφόρηση του σκοπού της ενημέρωσης μέτρο λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος του προβλήματος που πραγματοποιήθηκε, με τις σοβαρές ποινικές και κοινωνικές προεκτάσεις του.

Συνακόλουθα, είναι δεδομένη η ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που συνίσταται στην άσκηση ελέγχου και κριτικής των πράξεων του εκκαλούντος που κατείχε καίρια θέση στη φυλακή ... και ασκούσε δημόσιο λειτούργημα αλλά και της ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το θέμα, και συνεπώς η ασκηθείσα κριτική καλύπτεται από τα τασσόμενα από το Σύνταγμα και το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.

όρια της ελευθεροτυπίας, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εφεσίβλητων. Τέλος, ούτε σκοπός εξυβρίσεως αποδείχθηκε, διότι στόχος του όλου δημοσιεύματος δεν ήταν να πλήξει την τιμή και την υπόληψη του εκκαλούντος, αφού ήδη εκκρεμούσαν σε βάρος του ποινικές διώξεις, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό από μεγάλο αριθμό προηγουμένων δημοσιευμάτων εφημερίδων, αλλά να ασκηθεί κριτική στο εν γένει σωφρονιστικό σύστημα και αν τεθούν υπό αμφισβήτηση αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του, με την οποία ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητάς του, από το συκοφαντικό γι' αυτόν ως άνω δημοσίευμα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 367 παρ. 1 εδ. γ' και 367 παρ. 2 εδ. β ΠΚ, σε σχέση με το περιεχόμενο σαφώς στο εν λόγω δημοσίευμα γεγονός, το οποίο δημοσίευμα σημειωτέον έλαβε χώρα μετά παρέλευση περίπου τριετίας από την τέλεση των αποδιδομένων στον ενάγοντα αξιοποίνων πράξεων και εν όψει εκδίκασης από το αρμόδιο δικαστήριο των σχετικών υποθέσεων, ότι ο ενάγων είναι μέλος συγκροτημένης ομάδας (Ανώνυμης Εταιρίας), τα μέλη της οποίας εμπορεύονται θέσεις διαμονής, θέσεις εργασίας, μεταγωγές, αποφυλακίσεις, αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, εμφανιζομένου έτσι του ενάγοντος από το συντάκτη του δημοσιεύματος όχι μόνο να συμμετέχει στις άνω πράξεις για τις οποίες είχε παραπεμφθεί να δικασθεί, αλλά και να αναπτύσσει σταθερή και σε συνεργασία με άλλους έντονη έκνομη δραστηριότητα, με σκοπό το κέρδος, παρέχοντας επ' αμοιβή θείες διαμονής και εργασίας στη φυλακή, κατ' επιλογή των κρατουμένων σ' αυτή, εξασφαλίζοντας επίσης επ' αμοιβή μεταγωγές και αποφυλακίσεις κρατουμένων, κατά τη βούληση των τελευταίων και εμπορευόμενος όπλα και ναρκωτικά εντός της φυλακής.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν αναφέρει σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει, έστω και συμπερασματικώς, τέτοιου είδους δραστηριότητα του ενάγοντος. Tο γεγονός, που, όπως δέχεται το Εφετείο, αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 10.258/1994 έγγραφο του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, ότι κατά την ενεργηθείσα από αυτόν έρευνα διαπιστώθηκε η εντός των φυλακών ύπαρξη "οργανωμένου εγκλήματος", το οποίο δεν είναι εύκολο να εξουδετερωθεί, καθώς επίσης όργιο παρανομιών και ότι οι αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες έκλειναν συνειδητά τα μάτια, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία για την αλήθεια του ισχυρισμού του συντάκτη του δημοσιεύματος, ότι ο ενάγων συμμετείχε στην αναφερόμενη σ' αυτό ομάδα (Α.Ε.), που επ' αμοιβή εμπορεύεται θέσεις διαμονής, διενεργεί μεταγωγές και αποφυλακίσεις και εμπορεύεται εντός της φυλακής αλκοόλ, όπλα και ναρκωτικά, αφού, ειδικώς σε σχέση με την ύπαρξη τέτοιου είδους έκνομης δραστηριότητας, δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του ενάγοντος, ούτε γίνεται συγκεκριμένη αναφορά του διενεργήσαντος την προκαταρκτική εξέταση Εισαγγελέα, για συμμετοχή του ενάγοντος σε τέτοιου είδους δραστηριότητα.

Το γεγονός δε ότι ο ενάγων είχε τηλεφωνική συνομιλία με το αποφυλακισθέντα Φ, το περιεχόμενο της οποίας δεν αναφέρεται, καθώς και ότι στο δωμάτιο του σωφρονιστικού υπαλλήλου Ζ βρέθηκαν όπλα και ναρκωτικά, χωρίς να προσδιορίζεται ποια σχέση είχε με αυτά ο ενάγων και χωρίς επίσης να αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ποια υπήρξε η κατάληξη της υπόθεσης Ζ, δεν συνιστά επαρκή αιτιολογία ως προς την αλήθεια του αναφερομένου στο δημοσίευμα γεγονότος της συμμετοχής του ενάγοντος σε οργανωμένη ομάδα με τις άνω επ' αμοιβή δραστηριότητες.

Το γεγονός αυτό δεν συνιστά ούτε και οξεία κριτική, με αφορμή τις άνω πράξεις για τις οποίες παραπέμφθηκε και τελικώς αθωώθηκε ο ενάγων. Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου, ότι, με την αναφορά στο άνω δημοσίευμα του γεγονότος της συμμετοχής του ενάγοντος στην άνω οργανωμένη ομάδα, ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεν είχε ειδικό σκοπό εξύβρισης με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας του ενάγοντος, διότι σκόπευε στην άσκηση κριτικής για το εν γένει σωφρονιστικό σύστημα και στο να τεθούν υπό αμφισβήτηση αντικοινωνικές συμπεριφορές, στερείται επαρκών αιτιολογιών, διότι δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του ότι η αναφορά του εν λόγω γεγονότος ήταν αναγκαία για την επίτευξη του προαναφερομένου σκοπού του συντάκτη και ότι αυτός δεν μπορούσε με άλλο τρόπο, εν όψει ιδίως των λοιπών που αναφέρονται στο δημοσίευμα για τη συμπεριφορά και την εν γένει δραστηριότητα του ενάγοντος και των λοιπών σωφρονιστικών υπαλλήλων, να επιτύχει τον σκοπό του, όταν μάλιστα, όπως δέχεται το Εφετείο, είχαν προηγηθεί σχετικά δημοσιεύματα και σε άλλα έντυπα (εφημερίδες).

Δεχθέν συνεπώς το Εφετείο ότι ο περιεχόμενος στο δημοσίευμα ισχυρισμός του συντάκτη αυτού, περί του ότι ο ενάγων είναι μέλος οργανωμένης ομάδας που εμπορεύεται θέσεις διαμονής κρατουμένων, μεταγωγές και αποφυλακίσεις και διακινεί όπλα, αλκοόλ και ναρκωτικά στο χώρο της φυλακής, δεν είναι συκοφαντικός για τον ενάγοντα και ότι ο συντάκτης του δημοσιεύματος δεν είχε ειδικό σκοπό εξύβρισης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου.

Επομένως, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως του πρώτου λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.09.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.908/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθόσον αυτή απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της εν λόγω δεύτερης αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3.908/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τον δεύτερο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ