Legislator Case Law & Legislation
2013/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding procedural arguments not raised in lower court.

Case Number 2013/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred by finding claims vague and lacking legal basis, but the court held these arguments were not properly raised during the original trial. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific grounds relied upon had not been formally presented to the court of first instance.

Legislator headnote

AI generated

Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it relies on an assertion not legally proposed in the court of first instance, except for public order violations or errors inherent to the decision itself.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural history Code of Civil Procedure failure to raise argument appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 118 number 4 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 43/1990
Supreme Court 2/1991

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2013/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φωκά. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-1995, 20-3-1997, 1-10-1997, 25-2-1999, 10-8-1999, 31-12-2002, 14-1-2003, 23-9-2004, 28-9-2004 και 20-12-2004 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2657/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 43/1990). Εξάλλου, τόσο η αοριστία της αγωγής όσο και η ύπαρξη εκκρεμοδικίας ερευνώνται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ΄ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορούν τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσουν λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο εκείνο και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχουν προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται.

Στην προκειμένη περίπτωση : α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για το ότι οι ένδικες αγωγές ήταν αόριστες, τον οποίο ισχυρισμό, κατά το λόγο αναιρέσεως, η τελευταία είχε επαναφέρει και κατά την κατ' έφεση δίκη με τις προτάσεις που αυτή υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε με την ίδια απόφασή του την ακυρότητα του δικογράφου κάθε μιας από τις ένδικες αγωγές, μολονότι αυτές ήταν αόριστες και έτσι υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 περ.

β' και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες. β) Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το απαράδεκτο της εκδικάσεως των ένδικων αγωγών λόγω της υπάρξεως εκκρεμοδικίας, που είχε επέλθει με την άσκηση προηγουμένως άλλων καθοριζόμενων αγωγών.

Και γ) με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως κατά το ένα μέρος του προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του με το να απορρίψει την ένσταση της αναιρεσείουσας για το ότι το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για καταβολή, δήθεν, οφειλόμενων σ' αυτόν, ως δικηγόρο, πάγιων περιοδικών αμοιβών ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος παραβίασε το άρθρο 231 του ΑΚ.

Από τους λόγους αυτούς αναιρέσεως: 1) 0 πρώτος στο σύνολό του, δηλαδή κατ' αμφότερα τα αμέσως πιο πάνω μέρη του, καθώς και ο τρίτος κατά το ως άνω μέρος του λόγοι αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως προκύπτει από τις παραπάνω προτάσεις της αναιρεσείουσας, τις οποίες αυτή υπέβαλε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί για αοριστία των ένδικων αγωγών και για κατάχρηση δικαιώματος δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο με τις εν λόγω προτάσεις της αναιρεσείουσας.

Και 2) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν με σαφήνεια ότι η αιτίαση που αποτελεί το περιεχόμενό του (παρά το νόμο μη κήρυξη του απαραδέκτου της εκδικάσεως των ένοικων αγωγών λόγω της υπάρξεως εκκρεμοδικίας) προτάθηκε νόμιμα και στο Εφετείο και δη με τις πιο πάνω προτάσεις της αναιρεσείουσας, και, σε κάθε περίπτώση ως απαράδεκτος, γιατί όπως προκύπτει από τις ίδιες προτάσεις της αναιρεσείουσας, ο εν λόγω ισχυρισμός για εκκρεμοδικία δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο με τις προτάσεις αυτές της αναιρεσείουσας.

Η αναφορά δε στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, όπου περιέχεται αφενός γενική και αόριστη επίκληση της αοριστίας των αγωγών και όχι, όπως θα έπρεπε, για το ορισμένο του σχετικού για αοριστία ισχυρισμού, τα σημεία κατά τα οποία κάθε μία από τις αγωγές δεν ήταν πλήρης, και αφετέρου επίκληση των ενστάσεων της αναιρεσείουσας για κατάχρηση δικαιώματος και για την ύπαρξη της ως άνω εκκρεμοδικίας, δεν αρκεί, αφού δεν γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά σε ορισμένα μέρη η ισχυρισμούς που περιέχονται στις πρωτόδικες αυτές προτάσεις, ώστε να θεωρείται ότι οι ως άνω ισχυρισμοί για αοριστία των αγωγών, κατάχρηση δικαιώματος και ύπαρξη εκκρεμοδικίας επαναφέρθηκαν στο Εφετείο κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ (βλ.

σχ. Ολ ΑΠ 559/1974). Ούτε θεωρείται ως επαναφορά της ενστάσεως για κατάχρηση δικαιώματος στο Εφετείο το αναφερόμενο στις παραπάνω κατ΄ έφεση προτάσεις της αναιρεσείουσας ότι ο αναιρεσίβλητος "εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι του οφείλονται δήθεν τόκοι και συνεχίζει να τους ζητά, όλως αβάσιμα και καταχρηστικά, προβάλλοντας και σχετικό λόγο εφέσεως", διότι η άνω φράση δεν αφορά την εν λόγω ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, αλλ' αφορά άλλον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για πλήρη εξόφληση του αναιρεσιβλήτου.

Και είναι μεν αληθές ότι το εφετείο απέρριψε τελικά ως νομικά αβάσιμη, όπως εκτιμάται, την αμέσως πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας, πλην όμως η απόρριψη αυτή ως εκ περισσού έγινε., αφού δεν είχε επαναφερθεί στο Εφετείο , όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω ένσταση της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, ο πιο πάνω τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής Δεν προκύπτει δε από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα αναφορικά με την παραδοχή του Εφετείου ότι οι ένδικες αγωγές ήταν ορισμένες.

Από δε το γεγονός ότι ερευνήθηκε από το Εφετείο, στο πλαίσιο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, το ορισμένο ή μη των αγωγών δεν αίρεται το από την ως άνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ'ΠολΔ απαράδεκτο του 1ου λόγου αναιρέσεις εξαιτίας της μη, κατά τα προαναφερόμενα, εκ μέρους της αναιρεσείουσας προτάσεως στο Εφετείο και δη κατά συγκεκριμένο και ορισμένο τρόπο του για αοριστία ισχυρισμού.

Ακόμη, δεν προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα που να σχετίζεται με τη μη κήρυξη από το Εφετείο ως απαράδεκτης της εκδικάσεως ένδικων αγωγών λόγω υπάρξεως εκκρεμοδικίας άλλων αγωγών. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλονται, όπως εκτιμάται, κατά την αληθινή έννοιά του, μόνο οι προαναφερόμενες από τους αριθμούς 8 και β΄ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, έστω και αν, προφανώς από παραδρομή (και οπωσδήποτε εσφαλμένως) γίνεται μνεία στο λόγο αυτόν αναιρέσεως και για την πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου.

Εξάλλου το Εφετείο ερεύνησε, προφανώς στο πλαίσιο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, το ορισμένο ή μη των ως άνω αγωγών και δέχτηκε ότι αυτές ήταν ορισμένες. Ως εκ τούτου θεωρείται ότι έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για το ότι οι ένδικες αγωγές ήταν αόριστες και τον απέρριψε ως αβάσιμο και έτσι δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό πρέπει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από την τελευταία διάταξη μέρος του να απορριφθεί, σε κάθε περίπτωση, ως αβάσιμος (Ολ. ΑΠ 2/1991).

2.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμίμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ΄ ουσίαν βασίμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π.

είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο με την απόφασή του αυτή με το να απορρίψει ως νομικά αβάσιμη την ως άνω στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας και κατάχρηση δικαιώματος παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο απλώς έκρινε, όπως εκτιμάται, ως νομικά αβάσιμη την ως άνω ένσταση, χωρίς να εισέλθει σε περαιτέρω κατ΄ ουσίαν έρευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την ένσταση αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΤΕ" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 2657/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ