Legislator Case Law & Legislation
2013/2006 AI generated

2013/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2013/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2013/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου της 266/1999 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου Β΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 12 παρ.2 Ν.2298/ 1995).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2013 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2013/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Παπαγιαννόπουλο Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1).... 2) ...και 3) ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Κατάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 389/1998 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-12-1998 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση και εμπρόθεσμη κατάθεση στη γραμματεία του Αρείου Πάγου της 266/1999 θετικής γνωμοδότησης του αρμόδιου Β΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 12 παρ.2 Ν.2298/ 1995).

ΕΠΕΙΔΗ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από τον αρ.11 περ.γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επίσης, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης με παράθεση αν πρόκειται για βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους, επίσης δε και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς και των φερομένων ως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών της απόφασης, με επισήμανση σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητά τους.

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος υπό στοιχ. α΄ λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι, αμφότεροι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, o μεν πρώτος διότι δεν γίνεται μνεία α) της επίκλησης στο Εφετείο των αναφερομένων σ' αυτόν εγγράφων και β) του ισχυρισμού, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω έγγραφα, ο δε δεύτερος διότι δεν προσδιορίζεται το ζήτημα, δηλαδή ο ισχυρισμός, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο υφίσταται η επικαλούμενη ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι το "αν η επίδικη έκταση είναι γεωργική ή δασική" δεν συνιστά ζήτημα, ούτε παρατίθενται και τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι είχαν επικαλεστεί για τη θεμελίωσή του.

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ.19 δεύτερος υπό στοιχ. β΄ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνίσταται στο ότι αυτή αποδέχθηκε τον χαρακτήρα του επίδικου ακινήτου ως αγροτικού μολονότι από τα αναφερόμενα σ' αυτόν αποδεικτικά μέσα, τα οποία, μεταξύ άλλων, έλαβε υπόψη της, προέκυπτε ο δασικός χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΕΠΕΙΔΗ κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν εξαίρεται αναφορικά με το περί υπάρξεως ή ανυπαρξίας γεγονότος πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, αφού, σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ... εκθέσεως φωτοερμηνείας των δασολόγων ... και .... Δέχεται όμως με την αναίρεσή του το αναιρεσείον ότι το Εφετείο σχημάτισε τη για το ουσιαστικά βάσιμο της αγωγής των αναιρεσίβλητων και για το ουσιαστικά αβάσιμο της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος κρίση του "από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την από 26-4-1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμισαν οι διάδικοι", πράγμα άλλωστε που προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα στην πιο πάνω σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων, της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίστηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, το οποίο δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου να βασίστηκε αποκλειστικά ή, έστω, κατά κύριο λόγο η κρίση του δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο αυτό κατέληξε ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία των αποδεικτέων γεγονότων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της 389/1998 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ