2012/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2012/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σχετικώς με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, αναφέρονται, σχετικώς τα εξής: "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, καθώς και υπέρ των μισθωτών των ΝΠΙΔ....2.
Full text
Απόφαση 2012 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2012/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάριου Ιωάννη Περλίγκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:1) … και 7) …, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Κουτσιούμπα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1230/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6764/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13.7.2021 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 5679/741/15.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6764/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (Α' 28) δημοσιεύθηκε ο Ν. 4093/2012 (Α' 222), με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική έφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω Ν. 4093/2012 ορίστηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ, καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013".
Σχετικώς με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, αναφέρονται, σχετικώς τα εξής: "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, καθώς και υπέρ των μισθωτών των ΝΠΙΔ....2.
Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα. Α. Επί του κρατικού προϋπολογισμού. 1. Ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού....469.600.000 ΕΥΡΩ από την κατάργηση των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας στους εν ενεργεία υπαλλήλους και λειτουργούς (παρ. Γ.)". Στο πλαίσιο αυτό, δημοσιεύθηκε, ακολούθως, ο Ν. 4354/2015 (Α' 176), στο κεφάλαιο Β' του οποίου (άρθρα 7-35), με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), καθώς και των ΔΕΚΟ του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" και έναρξη ισχύος από 1-1-2016 (άρθρο 35 αυτού), θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ανωτέρω νομικών προσώπων, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας.
Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, το νέο σύστημα αμοιβών υπόκειται απολύτως στις αρχές της δημοσιονομικής προσαρμογής, η τήρηση της οποίας έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για την οικονομική και πολιτική επιβίωση της Χώρας. Περαιτέρω, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, κατ' αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή (Ολομ.
ΣΤΕ 481/2018, 3372, 3373/2015, 3177/2014). Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκώς νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (Ολ ΣΤΕ 481/2018).
Περαιτέρω, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Με την διάταξη του Ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη σε πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016) και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις 2010/320, 2011/734 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχθηκε ότι ".....εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τόσο της ιδίας όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει" και ότι "....στο πλαίσιο αυτό τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ.
Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών". (βλ. απόφαση Γενικού Δικαστηρίου Ε.Ε. Τα-531/14,.....κατά Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης, σκ. 84, 85, 86). Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών θεσπίσθηκε το προαναφερόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για τα έτη 2013-2016, βάσει της από Ιουλίου 2012 μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών με τίτλο "Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013-2016".
Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε "αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων". Ειδικά, σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη, στη μελέτη διαπιστώθηκε ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν από το έτος 2010. Στην ίδια άλλωστε διαπίστωση της υψηλής μισθολογικής δαπάνης, ειδικά σε σύγκριση με τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, καθώς αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρα στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη του επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με το μέτρο αυτό, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος.
Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του Ν. 4093/2012 (12-11-2012) στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ, τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανερχόταν σε 12.637,08 ευρώ. (βλ.
το από 2-11-2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα με το Ν. 4024/2011 θεσπίσθηκε νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, με τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρ. 13 του Ν. 4024/2011) ενώ με τον Ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτό κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται στη χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (απόφαση ΕΔΔΑ, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7-5-2013, σκ. 39).
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για τον νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.
Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτή μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων.
Εκ μόνου δε του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του ΣΤΕ, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Ενόψει όλων αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους, καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα.
Δεδομένου δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, η κατάργηση αυτή δεν θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των θιγομένων υπαλλήλων, δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (ΟλΣτΕ 1307-1316/2019, ΑΠ 899/2021). Στην προκείμενη περίπτωση με την 6764/2020 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1230/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε επιδικαστεί στον καθένα από αυτούς η αναφερόμενη στην απόφαση αποζημίωση απόλυσης, στο ποσό της οποίας συνυπολογίστηκε (αθροιζόμενο) ποσοστό ? του τελευταίου μηνιαίου μισθού ενός εκάστου, ως αναλογία των επιδομάτων δώρων εορτών και άδειας, η καταβολή των οποίων είχε ήδη καταργηθεί με το ν. 4093/2012 για τους ενάγοντες, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ανήκει στο Δημόσιο, ως μοναδικό μέτοχο της.
Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης η οποία δέχθηκε ότι η διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, βάσει της οποίας τα επιδόματα εορτών και αδείας καταργήθηκαν από 1.1.2013, ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι ανεφάρμοστη και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω διάταξη που ήταν εφαρμοστέα καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 4, 22 παρ. 2, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1230/2019 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και επιδίκασε σε καθένα από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους το σύνολο της αιτηθείσας αποζημίωσης απόλυσης, ενώ όφειλε να δεχθεί την αγωγή εν μέρει και να μην προσαυξήσει το μηνιαίο μισθό που δέχθηκε ως βάση του υπολογισμού της αποζημίωσης με την από το ? αναλογία του επί των επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας.
Ως εκ τούτου η οφειλόμενη στους αναιρεσιβλήτους αποζημίωση είναι η ακόλουθη: Για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Α. Ζ., ο οποίος κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, την 23.10.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1.507,06 € (1.401,00 € + 106,06 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 8 έτη υπηρεσίας 7.535,30 ευρώ (1.507,06 ευρώ μηνιαίος μισθός X 5).
Για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Α., ο οποίος κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, την 13.11.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1.594,74 € (1.481,00 € + 113,74 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 7 έτη υπηρεσίας 6.378,96 ευρώ (1.594,74 ευρώ μηνιαίος μισθός X 4).
Για τον τρίτο αναιρεσίβλητο Μ. Π., ο οποίος κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, την 30.10.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1651,61 (1.481,00 € + 170,61 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 7 έτη υπηρεσίας 6.606,44 ευρώ (1.651,61 ευρώ μηνιαίος μισθός X 4).
Για τον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ν. Μ., ο οποίος κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, την 30.9.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1.594,74 (1.481,00 € + 113,74 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 6 έτη υπηρεσίας 6.378,96 ευρώ (1.594,74 ευρώ μηνιαίος μισθός X 4).
Για την πέμπτη αναιρεσίβλητη Σ. Χ., η οποία κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, την 11.10.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1.670,12 € (1.551,00 € + 119,12 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 9 έτη υπηρεσίας 8.350,60 ευρώ (1.670,12 ευρώ μηνιαίος μισθός X 5).
Για την έκτη αναιρεσίβλητη Ο. Μ., η οποία κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, την 30.9.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού ευρώ (1.481,00 € + 113,74 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 6 έτη υπηρεσίας 6.378,96 ευρώ (1594,74 ευρώ μηνιαίος μισθός X 4).
Τέλος για τον έβδομο αναιρεσίβλητο Β. Τ., ο οποίος κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, την 6.11.2013, λάμβανε μηνιαίο μισθό ποσού 1789,23 ευρώ (1.551,00 € + 238,23 € πρόσθετες αμοιβές για εργασία σε αργίες και Κυριακές) και είχε συμπληρώσει 7 έτη υπηρεσίας 8.946,15 ευρώ (1.789,23 ευρώ μηνιαίος μισθός X 5).
Τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στους αναιρεσιβλήτους με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι 23-4-2019 και 3% από 24-4-20 και εξής, σύμφωνα με το αιτητικό αυτής (άρθρα 45 Ν. 4607/2019, 188, 206 Ν. 4389/2016).
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1230/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το σχετικό κεφάλαιο ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, να γίνει δεκτή εν μέρει η ένδικη αγωγή, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στους αναιρεσιβλήτους τα προαναφερόμενα ποσά εντόκως με ποσοστό επιτοκίου 6% μέχρι 23-4-2019 και 3% από 24-4-20 και εξής και να καταδικασθούν αυτοί στη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2), ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 6764/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση της αναιρεσείουσας.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 1230/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο το αφορών την επικουρική βάση της αγωγής ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ενάγοντες τα εξής ποσά: στον Α. Ζ., επτά χιλιάδες πεντακόσια τριάντα πέντε ευρώ και τριάντα λεπτά (7.535,30 €) στον Γ. Α., έξι χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα έξι λεπτά (6.378,96 €), στον Μ. Π., έξι χιλιάδες εξακόσια έξι ευρώ και σαράντα τέσσερα λεπτά (6.606,44 €), στον Ν. Μ., έξι χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα έξι λεπτά (6.378,96 €), στη Σ. Χ., οκτώ χιλιάδες τριακόσια πενήντα ευρώ και εξήντα λεπτά (8.350,60 €), στην Ο. Μ., έξι χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα οκτώ και ενενήντα έξι ευρώ (6.378,96 €), στον Β. Τ., οκτώ χιλιάδες εννιακόσια σαράντα έξι ευρώ και δεκαπέντε λεπτά (8.946,15 €) με το νόμιμο τόκο 6% μέχρι 23-4-2019 και 3% από 24-4-20.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ