2012/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2012 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated2012/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2012 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2012 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2012/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κόλτση, για αναίρεση της υπ'αριθ.6089/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την "Ε.Τ.Ε. ΑΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7-9-2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1166/18.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 7-9-2018 και με αριθμ.25/2018, αίτηση της Π. Μ. του Σ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 6089/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 397 παρ.1 του ΠΚ, ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή χρηματική ποινή αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή, σύμφωνα με άλλη διάταξη. Απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της παρ.1 του ως άνω νόμου, είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται ο οφειλέτης τα περιουσιακά του στοιχεία, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα εφόσον με τη διάθεση αυτή αποκλείεται ή ματαιώνεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του. Ο αποχωρισμός αυτός και η μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου επί εκποιήσεως ακινήτου, επέρχεται από τη μεταγραφή της συμβάσεως, [άρθρα 1033,1192 αριθμ.1 ΑΚ], στο χρόνο της οποίας τοποθετείται και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, αφότου το μεταβιβασθέν καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση και όχι στο χρόνο καταρτίσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως, με μόνη την οποία δεν αποξενώνεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, αφού ο δανειστής έχει τη δυνατότητα να ικανοποιηθεί από αυτό ή ολικά ή μερικά με την επιβολή επ'αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως [ΑΠ 792/2017 1096/2016, 1237/2016] ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 397 του ΠΚ, η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμέτοχους της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, συνάγεται ότι η απόφαση επί εγκλήματος διωκομένου κατ'έγκληση, εφόσον η τελευταία αυτή υποβλήθηκε μετά παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Εάν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος και ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως [ΑΠ 1708/2016, ΑΠ 1813/2011], Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.6089/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα [10] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά: "ότι η κατηγορουμένη είχε εγγυηθεί την τήρηση των όρων δύο συμβάσεων (από 24-2-2003 και 20-3-2003) ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που είχε συνάψει ο αδερφός της Σ. Μ., με την εγκαλούσα τραπεζική εταιρία "... Α.Ε.". Οι συμβάσεις αυτές εξυπηρετούνταν κανονικά από τον πιστόύχο μέχρι το 2010 και η τράπεζα έστελνε ανά τακτά διαστήματα, τόσο στον πιστούχο όσο και στην κατηγορουμένη- εγγυήτρια, ενημερωτικά σημειώματα αναφορικά με την κίνηση του λογαριασμού. Ήδη το 2010 ο πιστούχος σταμάτησε να καταβάλει τις οφειλές του στην τράπεζα, με αποτέλεσμα τον Αύγουστο του 2011 η οφειλή του από τους δύο αλληλόχρεους λογαριασμούς να έχει διαμορφωθεί σε 636.080,39€ και 170.977,89€, αντίστοιχα. Για τις άνω οφειλές η κατηγορουμένη ήταν ενήμερη, τόσο από τα ενημερωτικά σημειώματα της τράπεζας όσο και από τον ίδιο τον αδερφό της (βλ κατάθεση του "την ενημέρωσα ότι είχα προβλήματα με την καταβολή των δόσεων"), η δε κατηγορουμένη έδειχνε ενδιαφέρον για την κίνηση του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι η ίδια προέβη σε καταβολή 5.000 ευρώ το 2009 (βλ σελ 4 τελευταία παράγραφος της έφεσης που κατέθεσε η κατ/νη κατά της 72/2015 απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θες/κης, όπου αναφέρει ότι βρισκόταν η ίδια σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα πριν το κλείσιμο του λογαριασμού και την καταγγελία της δανειακής σύμβασης). Αφότου δε ο αδερφός της σταμάτησε τις καταβολές το 2010, η εγκαλούσα τράπεζα απέστειλε τα ενημερωτικά σημειώματα και στην κατηγορουμένη, η οποία σαφώς γνώριζε την αδυναμία του πιστούχου να καταβάλει πλέον αλλά και τις συνέπειες της μη καταβολής, δηλαδή το κλείσιμο των αλληλόχρεων λογαριασμών και την οφειλή της ιδίας ως εγγυήτριας (βλ κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος "η κατηγορουμένη ήταν σε διαπραγματεύσεις"). Ενόψει αυτών θέλησε να ματαιώσει την ικανοποίηση της τράπεζας από την ατομική της περιουσία και έτσι την 8-8-2011 …, μεταβίβασε στην ανήλικη κόρη της Σ. Κ. του Γ. λόγω γονικής παροχής, με το υπ'αριθμ. 16.021/8-8-2011 συμβολαιογραφικό έγγραφο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Ε. Σ. ένα διαμέρισμα 4ου ορόφου εμβαδού μέτρων τετραγωνικών καθαρών 110,12 ... στη Δημοτική Κοινότητα ... και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από μία κατοικία μεζονέτα συνολικού εμβαδού καθαρών μέτρων τετραγωνικών 70,61 στο Δημοτικό ..., η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται περί τις 420.000 ευρώ (βλ κατάθεση μάρτυρα πολιτικής αγωγής). Η γονική αυτή παροχή υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο καθόσον η ανήλικη ήταν σε ηλικία που δεν της χρειάζονταν περιουσία για την αποκατάστασή της ενώ ο σκοπός της κατηγορουμένης ήταν να ματαιώσει την ικανοποίηση της άνω εγκαλούσης καθώς γνώριζε τόσο την ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση της πολιτικώς ενάγουσας έναντι αυτής όσο και το γεγονός ότι, κατόπιν της ως άνω μεταβίβασης, δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει την αξίωση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας δεδομένου ότι τα υπόλοιπα περιουσιακά της στοιχεία κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, δεν επαρκούσαν για να καλύψουν την απαίτηση της πολιτικώς ενάγουσας (βλ αντίγραφα μερίδων από Υποθηκοφυλακεία Θεσσαλονίκης και Κασσανδρείας). Ο χρόνος δε της απαλλοτρίωσης είναι ο χρόνος μεταγραφής του συμβολαίου και όχι ο χρόνος σύνταξής του (ΑΠ 1096/2016 ΝΟΜΟΣ), επομένως κατά το χρόνο μεταγραφής του, στις 5-9-2011 στο Υποθηκοφυλακείο Κασσανδρείας και στις 14-9-2011 στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, η κατηγορουμένη γνώριζε σαφώς την απαίτηση της εγκαλούσας. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι αποφάσισε τη μεταβίβαση της περιουσίας της στο ανήλικο τέκνο της αμέσως μόλις έμαθε για το γάμο του πρώην συζύγου της και προκειμένου να μην κινδυνεύσει από τυχόν απαιτήσεις αυτού (πρώην συζύγου), πέραν της νομικής αβάσιμότητάς του, δεν κρίνεται πειστικός δοθέντος ότι ο γάμος τους είχε λυθεί ήδη το 2004 και δεν είχε ενοχληθεί με κανένα τρόπο από εκείνο (βλ κατάθεση μάρτυρα ότι ήταν ανύπαρκτος) και συνεπώς είναι απορριπτέος. Ομοίως ο ισχυρισμός της ότι όταν αποφάσισε για τη μεταβίβαση, δηλαδή τουλάχιστον δύο μήνες πριν την υπογραφή του συμβολαίου (χρόνος που απαιτήθηκε για τη διαδικασία πριν την υπογραφή του συμβολαίου), αγνοούσε την απαίτηση της τράπεζας, την οποία έμαθε το πρώτο με τη γνωστοποίηση της τράπεζας, που φέρει ημερομηνία 1-8-2011, ακόμα και αληθής υποτιθέμενος είναι απορριπτέος σαν αβάσιμος καθόσον κατά το χρόνο της μεταγραφής (Σεπτέμβριο 2011) γνώριζε καλά την απαίτηση της τράπεζας. Κατόπιν τούτου το Δικαστήριο πείσθηκε απόλυτα ότι η κατηγορούμενη ενήργησε στις 5 και 14 Σεπτεμβρίου 2011 με πρόθεση προκειμένου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης της πολιτικώς ενάγουσας απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά της στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδομένης σε αυτήν πράξης". Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: "Στη … στις 5 και 14 Σεπτεμβρίου, ενώ ήταν οφειλέτρια με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση του δανειστή της, απολλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα περιουσιακά της στοιχεία με ψεύτικες δικαιοπραξίες. Ειδικότερα ήταν οφειλέτρια της εγκαλούσας τραπεζικής εταιρείας "... Α.Ε", όντας εγγυήτρια στις από 20-3-2007 και 24-2-2003 συμβάσεις πιστώσεως με ανοιχτό [αλληλόχρεο] λογαριασμό, μεταξύ της εγκαλούσας τράπεζας και του Μ. Μ. του Σ., ... και όφειλε να καταβάλει στην εγκαλούσα οφειλές ποσού 636.080,39 ευρώ και 170.977,89 ευρώ. Το συνολικό δε χρέος ανήλθε την 1-8-2011, όταν έκλεισαν οριστικά οι άνω αλληλόχρεοι λογαριασμοί, στο ποσό των 807.058,17 ευρώ. Η κατηγορουμένη θέλοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση της άνω εγκαλούσας τράπεζας και να μην εκπληρώσει τις οφειλές της, συνήψε εικονική δικαιοπραξία και μεταβίβασε στην ανήλικη κόρη της Σ. Κ. του Γ. λόγω γονικής παροχής, η οποία υπερβαίνει το ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, με το υπ'αριθμ. 16.021/8-8-2011 συμβολαιογραφικό έγγραφο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Σ. ένα διαμέρισμα 4ου ορόφου εμβαδού 110,12 τ.μ ... στη Δημοτική Κοινότητα ... και ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από μία κατοικία μεζονέτα συνολικού εμβαδού καθαρών μέτρων τετραγωνικών 70,61 στο Δημοτικό ....Με τον τρόπο αυτό ματαίωσε την ικανοποίηση της άνω εγκαλούσας". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διέλαβε σ'αυτήν την επιβαλλόμενη από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το ζήτημα του εμπροθέσμου ή μη της εγκλήσεως. Ειδικότερα , ενώ δέχεται το Δικαστήριο ότι οι χρόνοι τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης από την αναιρεσείουσα, είναι η 5-9-2011 και 14-9-2011, κατά τους οποίους έλαβε χώρα η μεταγραφή της απαλλοτριωτικής πράξεως της περιουσίας της, η δε έγκληση της παθούσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." υποβλήθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη έκθεση εγχειρίσεως αυτής στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στις 3-1-2012, εν τούτοις ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχεται αιτιολογία που να αναφέρεται στο χρόνο κατά τον οποίο η εγκαλούσα έλαβε γνώση για τις επί μέρους απαλλοτριωτικές της περιουσίας της αναιρεσείουσας πράξεις και τον τρόπο των γνώσεων αυτών.
Συνεπώς, εφόσον δεν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 117 παρ.1 του ΠΚ, για την εμπρόθεσμη υποβολή εγκλήσεως του κατ'έγκληση διωκομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, ώστε να αιτιολογείται το εμπρόθεσμο ή μη της εγκλήσεώς της, στερείται α] της απαιτούμενης στο ζήτημα αυτό ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β] νόμιμης βάσης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σημείο αυτό, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε του οποίου η συγκρότηση είναι εφικτή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6089/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ