Legislator Case Law & Legislation
2012/2007 AI generated

2012/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2012/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2012 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2012/2007

Legislator headnote

AI generated

2012/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2012 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2012/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2012 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2012/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (πρώην "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.") και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αναστάσιο Ρόζο και Νικόλαο Νίκα.

Της αναιρεσίβλητης : ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βλαχογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 217/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6351/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5§1 του Συντάγματος 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που διαγράφονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (βλ. ΟλΑΠ 967/1973). Κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 Ν.5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ΄ στοιχ.α΄ ΝΔ 118/1973: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account), είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου ή περιέχουσα τον όρο ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. 2) Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαρισμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και επί τίτλων του Δημοσίου με λογιστική μορφή κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 12§2 εδ.β΄ του προαναφερομένου νόμου, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη της καταθέσεως και ως προς τους λοιπούς. Οι ανωτέρω δε διατάξεις που ρυθμίζουν την τραπεζική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό εφαρμόζονται αναλόγως και επί τραπεζικής καταθέσεως με αντικείμενο τίτλους με λογιστική μορφή (αϋλους τίτλους του ελληνικού δημόσιου ("REPOS") σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του νομου.3198/1994 "Αύξηση αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων εν γένει, σύναψη δανείων υπό του ελληνικού Δημοσίου και δημιουργία στην Τράπεζα της Ελλάδος συστήματος παρακολούθησης συναλλαγών επί τίτλων με λογιστική μορφή (αϋλοι τίτλοι) και άλλες διατάξεις". Επομένως, έντοκα γραμμάτια του ελληνικού Δημόσιου με λογιστική μορφή υπό την έννοια του Ν.3198/1994 μπορεί να αποκτηθούν στο όνομα περισσοτέρων προσώπων (συνδικαιούχων) με την συμφωνία ότι καθένας από αυτούς μπορεί, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ.1 του ν.5638/1932 να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει χωρίς την σύμπραξη των λοιπών. Και κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ 1 εδ.α΄ του ίδιου ν.2198/1994 "Απαγορεύεται στον φορέα η άνευ συναινέσεως του δικαιούχου επενδυτή διάθεση του τίτλου".Με την συναίνεση του δικαιούχου μπορεί πράγματι ο φορέας η (τράπεζα) να διαθέσει τον τίτλο είναι όμως αυτονόητο ότι, αν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, απαιτείται η συναίνεση όλων. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η εκ μέρους της τραπέζης, ως φορέως του συστήματος των άνω συναλλαγών, δια των οργάνων της, μονομερώς γενομένη οποιαδήποτε αλλοίωση των στοιχείων του άνω λογαριασμού (π.χ. μεταβολή του ποσού, διαγραφή ενός ή περισσοτέρων εκ των άνω συνδικαιούχων κ.λ.π.) χωρίς την συναίνεση όλων υποκειμένων της προαναφερόμενης εννόμου σχέσεως αντιβαίνει όχι μόνο σε ρητή απαγορευτική διάταξη του νόμου, (αρθρ. 7 παρ.1 εδ.α΄ ν. 9198/1994) αλλά και στις αρχές και της καλής πίστεως και την χρηστών συναλλακτικών ηθών, που διέπουν τις καθόλου τραπεζικές συναλλαγές, ιδρύουσα, εντεύθεν εκτός από την εκ της συμβάσεως αξίωση, και τοιαύτην εξ αδικοπραξίας του συνδικαιούχου κατά της τραπέζης προς αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υπέστη από την ανωτέρω παράνομη πράξη, συντρέχοντος και του στοιχείου της υπαιτιότητος στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της που προέβησαν στην ανωτέρα ενέργεια. Εξετέρου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκανε, ανελέγκτως, δεκτά τα εξής περιστατικά: "Ο πατέρας της ενάγουσας Π1 που απεβίωσε την 5-10-2001, διατηρούσε στο υποκατάστημα .... της εναγομένης Τράπεζας (ALPHA BANK AE), δύο ατομικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, με αριθμούς .... και ...., αντίστοιχα, και έναν κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο την ενάγουσα κόρη του, με αριθμό ..... Πριν από τον θάνατό του και συγκεκριμένα την 5-9-2001, ενώ νοσηλευόταν στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, από 1-9-2001, πάσχων από "αδενοκαρκίνωμα στομάχου - καρκινοματώδη διήθηση μυελού των οστών - σηπτική καταπληξία", με έγγραφη εξουσιοδότησή του, που έφερε βεβαίωση του γνησίου της επ΄ αυτής υπογραφής του" υπογεγραμμένη από τον γενικό Διευθυντή του εν λόγω νοσηλευτηρίου ....., εξουσιοδότησε την ενάγουσα κόρη του να εξοφλήσει τούς παρακάνω ατομικούς λογαριασμούς του που διατηρούσε στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της εναγομένης, και να ανοίξει αντίστοιχους κοινούς διαζευκτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα αυτού και της ενάγουσας, διεπόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 7 και 3 του ν. 5638/1932. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, σύμφωνα και με τις υφιστάμενες αποδείξεις η ανωτέρω έγγραφη εξουσιοδότηση του πατέρα της ενάγουσας δόθηκε σ΄ αυτήν κατά τις πρωινές ώρες της 5-9-2001, δεδομένου ότι η τελευταία την προσκόμισε αυθημερόν στο κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας, ήτοι πριν επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του ανωτέρω εξουσιοδοτούντος και τεθεί ο ίδιος σε καταστολή, γεγονότα που έλαβαν χώρα τις βραδινές ώρες της ίδια ημέρας και διήρκεσαν μέχρι της 5-10-2001 που ο ασθενής κατέληξε. Η εναγομένη εκτελώντας με βάση την εν λόγω εξουσιοδότηση, την ανωτέρω εντολή του πατέρα της ενάγουσας, έκλεισε την ίδια ημέρα (5-9-2001) τους δύο ατομικούς λογαριασμούς και άνοιξε έναν κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα αυτού και της ενάγουσας με αριθμό.....

Στον τελευταίο αυτό λογαριασμό επενδύθηκε, σε REPOS, για το χρονικό διάστημα από 10-9 έως 11-10-2000) το ποσό των 51.357.407 δραχμών ή 150.718,73 Ευρώ, το οποίο κατά τη λήξη του θα απέδιδε το ποσό των 51.523.249 δραχμών ή 151.205,42 Ευρώ, που θα πιστωνόταν στον κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό που ήδη υπήρχε στο όνομα του πατέρα της ενάγουσας και της ίδιας. Όταν όμως η ενάγουσα επισκέφθηκε το παραπάνω κατάστημα της εναγομένης το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 2001, μετά δηλαδή το θάνατο του πατέρα της, προκειμένου να ενημερωθεί για την εξέλιξη της- σε REPOS επένδυσης, διεπίστωσε ότι η εναγομένη, το πρώτο πενθήμερο του Οκτωβρίου 2001, χωρίς εντολή δική της ή του πατέρα της. έκλεισε τον κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοίξει την 5-9-2001 με την προμνημονευομένη έγγραφή εξουσιοδότηση του πατέρα της και άνοιξε νέο τραπεζικό λογαριασμό, επ΄ ονόματι του πατέρα της, με αριθμό ....., στον οποίο την 3-10-2001 μετέφερε το ποσό των 2.356.370 δραχμών ή 6915,25 Ευρώ, από τον κοινό διαζευκτικό τραπεζικό λογαριασμό που ήδη διατηρούσε ο πατέρας της επ' ονόματι του ιδίου και της ενάγουσας, καθώς και το ποσό των 51.469.040 δραχμών ή 151.046,34 Ευρώ από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό που είχε ανοιχθεί με την από 5-9-2001 έγγραφη εξουσιοδότηση του πατέρα της. Η εναγομένη Τράπεζα πρόβαλε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει με την κρινόμενη έφεση της, προς δικαιολόγηση της ανωτέρω αυθαίρετης ενέργειας των οργάνων της συνεπεία της οποίας προκλήθηκε στην ενάγουσα η επικαλούμενη από την τελευταία ζημία, ότι κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες της 5-9-2001 -ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από την ενάγουσα και πραγματοποιήθηκε από αυτήν (εναγομένη) η μεταφορά του συνόλου των χρηματικών καταθέσεων του πατέρα της πρώτης σε κοινούς με αυτήν λογαριασμούς - εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημα της, η γνωστή σ΄ αυτή από άλλες συναλλαγές μητέρα της ενάγουσας .... και της γνωστοποίησε ότι ο σύζυγος της ήταν σε "κώμα" στο προαναφερόμενο θεραπευτήριο, εφιστώντας συγχρόνως την προσοχή της να μην προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή με την κόρη της και ήδη ενάγουσα σχετική με τους λογαριασμούς του συζύγου της και πατέρα της τελευταίας Π1 πληροφορούμενη δε αυτή (εναγόμενη) τούτο και θεωρώντας ότι ο ανωτέρω πελάτης της δεν ήταν, κατά το χρόνο που χορηγήθηκε η εξουσιοδότηση, ικανός προς δικαιοπραξία, ενήργησε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα "εγγυητικώς" και προς διασφάλιση των συμφερόντων του τελευταίου. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού εκτός του ότι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο πατέρας της ενάγουσας τέθηκε σε καταστολή τις βραδινές ώρες της 5-9-2001, ενώ η εξουσιοδότηση δόθηκε από αυτόν στην ενάγουσα και προσκομίστηκε από την ίδια στην εναγομένη, σε προγενέστερο χρόνο, και συγκεκριμένα τις πρωινές ώρες της ίδιας ημέρας, από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό προκύπτει, με βασιμότητα ότι τα όργανα της εναγομένης εγνώριζαν πλήρως την, κατά τον χρόνο χορήγησης της εξουσιοδότησης, κατάσταση της υγείας του πατέρα της ενάγουσας και την ικανότητα του τελευταίου προς δικαιοπραξία, δεδομένου μάλιστα ότι τα ίδια αυτά όργανα της εναγομένης συνέστησαν στην ενάγουσα να λάβει από τον πατέρα της τη συγκεκριμένη εξουσιοδότηση, άλλωστε δε για την σύνταξη και λήψη της τελευταίας ήταν διατεθειμένος να μεταβεί, κατά την ίδια ανωτέρω ημερομηνία της 5-9-2001 στο θεραπευτήριο που νοσηλευόταν ο εν λόγω ασθενής, ο ίδιος αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης ...., που εξετάστηκε, ως μάρτυρας της τελευταίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετάβαση η οποία όμως τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω του ότι ο ανωτέρω δεν μπορούσε τις πρωινές ώρες να απουσιάσει από την εργασία του, ενώ τις απογευματινές ώρες δεν λειτουργούσαν οι διοικητικές υπηρεσίες του θεραπευτηρίου για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής ( βλ. κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, τα προστηθέντα όργανα της εναγομένης, κλείνοντας τον προμνημονευόμενο κοινό διαζευκτικό λογαριασμό της ενάγουσας και του πατέρα της και μεταφέροντας το σύνολο των χρηματικών καταθέσεων στον νέο ανοιχθέντα ατομικό λογαριασμό του τελευταίου, χωρίς την απαραίτητη προς τούτο εντολή ή εξουσιοδότηση των ανωτέρω δικαιούχων των εν λόγω λογαριασμών ενήργησαν οπωσδήποτε παρανόμως και υπαιτίως, επιδεικνύοντας βαρεία αμέλεια στην άσκηση των ανατεθέντων σ΄ αυτά, καθηκόντων, δεδομένου ότι, ενόψει των ανωτέρω, η εκτροπή τους από τους κανόνες της στις συναλλαγές απαιτούμενης επιμέλειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ασυνήθως σοβαρή". Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο την εξ αδικοπραξίας αστική ευθύνη της αναιρεσειούσης εναγομένης επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 98.521,24 ευρώ προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που αυτή υπέστη αιτιωδώς συνδεόμενης προς την προαναφερομένη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων αυτής οργάνων κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σ΄ αυτά υπηρεσιακών καθηκόντων, ισουμένης (της ζημίας) προς τη διαφορά του ποσού που αυτή θα εισέπραττε ως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού μετά τον θάνατο του πατέρα της, αν δεν γινόταν η παράνομη μεταφορά σε νέο λογαριασμό, και εκείνου που μπορεί να εισπράξει από το ποσό του νέου λογαριασμού ως συγκληρονόμος του πατέρα της κατά ποσοστό 5/8 εξ αδιαίρετου. Επίσης, το Εφετείο επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη και χρηματική ικανοποίηση εξ 700 ευρώ, λόγω της αδικοπραξίας. Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσεως, αφού με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καλύπτονται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσειούσης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς αυτής με την επελθούσα στο πρόσωπο της αναιρεσιβλήτου ζημίας. Η συμπεριφορά δε αυτή, με βάση τις ίδιες παραδοχές, είναι παράνομη, ιδρύουσα την αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσειούσης, ανεξάρτητα από την συμβατική σχέση εκ της καταθέσεως χρημάτων σε, κοινό λογαριασμό. Επομένως, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε και οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.06.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 6351/2005 του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ