2011/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-03-2019 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Π. ως δικαστικού συμπαραστάτη της τελούσης σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση Ε. χήρας Π. Σ., το γένος Κ. και Μ. Ν., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-06-2024 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2011/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ` αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2011 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2011/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Ι. - Α., κατοίκου ... και 2) Ν. Α. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρίστο Σοφή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Α., κατοίκου ομοίως, 3) Α. Κ. του Α., κατοίκου ομοίως και 4) Κ. - Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., με την ιδιότητά τους ως καθολικών διαδόχων των προαποβιωσάντων κατά σειρά Ε. χήρας Π. Σ., το γένος Κ. Ν., η οποία απεβίωσε την ...-2019 και άφησε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την αδελφή της Σ. χήρα Α. Π., το γένος Κ. Ν., η οποία εν συνεχεία απεβίωσε την ...-2019 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα της Α. Π. του Α. και Μ. χήρα Α. Κ. το γένος Α. Π. αποβιώσαντος την ...-2022, ο οποίος άφησε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο την αδελφή του Μ. χήρα Α. Κ. το γένος Α. Π., η οποία εν συνεχεία απεβίωσε στις ...-2023 και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα της και ήδη καθ' ων η παρούσα αναιρεσίβλητους. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέκο Καρώκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-03-2019 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Π. ως δικαστικού συμπαραστάτη της τελούσης σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση Ε. χήρας Π. Σ., το γένος Κ. και Μ. Ν., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 165/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-06-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν. 2447/1996, "Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη και συνεπώς, κατά το άρθρο 180 ΑΚ, θεωρείται σαν να μη έγινε, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες, δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες, που θα προκύψουν από αυτήν.
Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του δηλούντος, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής, αποκλείεται κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του δηλούντος με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.
Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν απ` αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.α.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να την προσβάλλει (ΑΠ 1702/2023, ΑΠ 227/2022, ΑΠ 553/2016, ΑΠ 645/2015, ΑΠ 1413/2014). Η απλή νοητική εξασθένιση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, την εφαρμογή του ανωτέρω εδαφίου(πρβλ για την ανικανότητα για την σύνταξη διαθήκης ΑΠ 10/2023, ΑΠ 360/2021, ΑΠ 237/2017, ΑΠ 1337/2015).
Για τη θεμελίωση της ακυρότητας αρκεί η επίκληση και η απόδειξη οποιοσδήποτε από τις παραπάνω καταστάσεις ανικανότητας(ΑΠ 1702/2023). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δήλωσης της βούλησης, ενώ γεγονότα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα, από τα οποία μπορεί αυτή εμμέσως να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη (ΑΠ 1702/2023, ΑΠ 10/2023), προκειμένου δε το δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνδυάζει τις αποδείξεις με τη χρήση και των κοινών γνώσεων και των γενικότερων κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας(ΑΠ 1702/2023).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, κατά δε τη διάταξη του εδ. β' του ιδίου άρθρου 559, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1702/2023).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), αλλά ούτε και ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1702/2023, ΑΠ 60/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του , δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς ενάγουσα Ε. χήρα Π. Σ., το γένος Κ. Ν., που γεννήθηκε την ...-1929, τέλεσε το έτος 1965 νόμιμο γάμο με τον Π. Σ., ενόψει δε του γάμου της ο πατέρας της Κ.
Ν. προέβη σε σύσταση προικός υπέρ αυτής, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1965 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Πατρών Π. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο 536 και με αριθμό 148335. Δυνάμει του ανωτέρω συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 56 Ν 1329/1983, η Ε.
Σ. - Ν. κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία του με ΚΑΕΚ 061672801002/0/0 οικοπέδου, εμβαδού 133 μ2 που βρίσκεται εντός του παλαιού σχεδίου της πόλης της Πάτρας στο με αριθμό 17 ΟΤ, επί της οδού ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό 10, με την επ' αυτού ήδη πεπαλαιωμένη διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο - κατάστημα επιφάνειας 99,55 m2 και πρώτο όροφο με δύο διαμερίσματα επιφάνειας 32,45 m2 και 67,10 m2 αντίστοιχα.
Η αρχικώς ενάγουσα διέμενε με τον σύζυγό της στο μεγαλύτερο από τα ανωτέρω δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου μέχρι το θάνατο του τελευταίου το έτος 1992, έκτοτε δε έμενε μόνη σ' αυτό, καθώς δεν είχε αποκτήσει τέκνα. Δια του από 1η Φεβρουάριου 2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των εκκαλούντων, εκμίσθωσε το ισόγειο κατάστημα στην πρώτη εκκαλούσα(ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) για μία τετραετία, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό επιχείρηση βουλκανιζατέρ - συνεργείου μοτοσικλετών - εμπορίας συναφών ειδών, ενώ ο δεύτερος εκκαλών(ήδη δεύτερος αναιρεσείων) εγγυήθηκε την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2017 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η., που συντάχθηκε στην οικία της Ε. Σ., η τελευταία χορήγησε στον δεύτερο εκκαλούντα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει για λογαριασμό της, στην πρώτη εκκαλούσα, αντί τιμήματος 40.000 €, το προπεριγραφόμενο οικόπεδο με την επ' αυτού οικοδομή, ή τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες που πρόκειται να συσταθούν, υπογράφοντας τις απαιτούμενες πράξεις σύστασης και κανονισμού, καθώς και να εισπράξει το τίμημα ή να το πιστώσει.
Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2017 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου με αριθμό καταχώρισης 3/02-01-2018, ο δεύτερος εκκαλών, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της Ε. Σ., προέβη στη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής αυτής από την οποία προέκυψαν οι ακόλουθες αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες: 1) ισόγειος όροφος, που περιλαμβάνει εκτός από την είσοδο και το κλιμακοστάσιο, το υπό στοιχείο ΓΙΩΤΑ (I) κατάστημα, που έλαβε ΚΑΕΚ 061672801002/0/1, εμβαδού 99,55 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 500/1000 αδιαίρετα, 2) πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος, που περιλαμβάνει, εκτός από το κλιμακοστάσιο, α) το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΕΝΑ (Α1) διαμέρισμα, που έλαβε ΚΑΕΚ 061672801002/0/2, εμβαδού 32,45 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 150/1000, β) το υπό στοιχεία ΑΛΦΑ ΔΥΟ (Α2) διαμέρισμα, με ΚΑΕΚ 061672801002/0/3, εμβαδού 67,10 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 350/1000.
Με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την ίδια ιδιότητα, πώλησε και μεταβίβασε στην αντισυμβαλλομένη του - πρώτη εκκαλούσα το Α2 διαμέρισμα, με ΚΑΕΚ 061672801002/0/2, αντικειμενικής αξίας 58.782,38 €, αντί τιμήματος 15.000 €, εκ του οποίου μέρος, ύψους 5.000 €, δηλώθηκε από τους συμβαλλομένους ότι είχε ήδη καταβληθεί πριν την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ πιστώθηκε το υπόλοιπο ως (ενν.
τις )28-1-2018, συστάθηκε δε ταυτόχρονα δουλεία ισόβιας συνοίκησης της πωλήτριας με την αγοράστρια. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2018 συμβολαιογραφικού εγγράφου της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου, με αριθμό καταχώρισης ...-2018, η Ε. Σ. πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη εκκαλούσα και τις ανωτέρω υπό στοιχεία Α1 και I οριζόντιες ιδιοκτησίες, αντικειμενικής αξίας 28.173,94 € και 144.233,99 € αντίστοιχα, αντί τιμήματος 5.000 και 20.000 € αντίστοιχα, εκ των οποίων είχε καταβληθεί, κατά δήλωσή τους, πριν τη σύνταξη του συμβολαίου, ποσό 4.000 καί 1.000 € αντίστοιχα, το δε υπόλοιπο πιστώθηκε ως (ενν.
τις )15-01-2019. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα, γεννημένη το έτος 1929, είχε επιβαρυμένη υγεία, η οποία επιδεινωνόταν συνεχώς. Ειδικότερα παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα όρασης, αφού από το έτος 2011 είχε υποστεί αποκόλληση του αριστερού οφθαλμού - τύφλωση, ενώ ο δεξιός οφθαλμός παρουσίαζε οπτική οξύτητα 4 - 5/10, με διόρθωση (γυαλιά) και καταρράκτη υπό παρακολούθηση (σχ.
από 12-10-2015 γνωμάτευση του χειρουργού - οφθαλμιάτρου Φ. Π....). Ήδη από το έτος 2015 έπασχε από οστεοαρθρίτιδα ισχίων άμφω, χρήζουσας χειρουργικής αποκατάστασης, δεξιού ώμου, με αδυναμία εκτέλεσης σημαντικών λειτουργιών και γονάτων άμφω, χρήζουσας χειρουργικής αποκατάστασης, στένωση 03-04, 04-05 και Ο5-Ι σπονδύλων, με οσφυϊκές δισκοκήλες, σκολίωση.
Οι παθήσεις αυτές ασφαλώς της δημιουργούσαν σημαντική δυσχέρεια στη βάδιση και στην εκτέλεση ακόμα και απλών καθημερινών λειτουργιών και εν τέλει οδήγησαν σταδιακά, ως τον Αύγουστο 2018, σε βαριά γενικευμένη οστεοαρθρίτιδα και σπονδυλοαρθροπάθεια, αδυναμία κίνησης (μόνο με βακτηρία και για λίγα βήματα - σχ.
από 13-08-15 βεβαίωση του χειρουργού - ορθοπεδικού - τραυματιολόγου Σ. Α. και από 17-08-18 εισηγητικό φάκελο παροχών αναπηρίας, υπογεγραμμένα από τον ίδιο ανωτέρω ορθοπεδικό γιατρό). Ως προς τη διανοητική της κατάσταση, σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, που υποβλήθηκε στις 13 Ιουλίου 2018 ανεδείχθησαν χρόνιες, ατροφικού - εκφυλιστικού τύπου αλλοιώσεις της εγκεφαλικής ουσίας, συμβατές με την ηλικία της (89 ετών), ήπια διεύρυνση του κοιλιακού συστήματος και του υπαραχνοειδούς χώρου, μικροϊσχαιμικές ολιγάριθμες εστίες στα βασικά γάγγλια.
Σε εξέταση αξιολόγησης των γνωστικών λειτουργιών της την 24-07-18 διαπιστώθηκε ότι η κωδίκευση - εκμάθηση νέων πληροφοριών, η εκμάθηση μέσω επανάληψης, η νέα μάθηση μετά από παρεμβολή, η άμεση και καθυστερημένη ανάκληση λέξεων, καθώς και η αναγνώριση λέξεων ήταν ελλειματικές, η ικανότητα επιλεκτικής προσοχής σύμφωνα με την δοκιμασία RUFF 2&7 δεν αξιολογήθηκε λόγω προβλημάτων όρασης.
Η γλώσσα, φωνολογική και σημασιολογική λεκτική ροή, καθώς και η ικανότητα κατονομασίας σύμφωνα με την συνοπτική μορφή του BOSTON NAMING TEST (5/15) παρουσιάστηκαν φτωχές και η δοκιμασία των ανώτερων γνωστικών λειτουργιών MMSE =15 βρέθηκε παθολογική (σχ. από 13-07-18 γνωμάτευση της ακτινολόγου Μ. Ν. - Δ. και από 24- 07-2018 έκθεση της λογοθεραπεύτριας Π.
Π.). Επιπλέον στην από 04-08-2018 γνωμάτευση του νευρολόγου Κ. Μ. βεβαιώνεται η έκπτωση γνωσιακών λειτουργιών ικανού βαθμού, ελλειμματική κρίση και ελλειμματική πρόσφατη μνήμη, με επίγνωση του νοσηρού (αντιλαμβάνεται ότι ξεχνά). Διαπιστώνεται η μη λήψη αγωγής για την ανοϊκή συνδρομή και εκτιμάται ως σημαντική η συνολική της αναπηρία, με σύσταση για διαρκή επίβλεψη και συμπαράσταση ετέρου προσώπου, θέση υπό την επιμέλεια τρίτου και τακτική ιατρική παρακολούθηση.
Τέλος στον από 23-08-2018 εισηγητικό φάκελο παροχών αναπηρίας, που υποβλήθηκε στον ΕΟΠΠΥ από τον ανωτέρω ιατρό - νευρολόγο πιστοποιείται ότι πάσχει από ανοϊκή συνδρομή, για την οποία δεν έλαβε αγωγή, όχι επειδή δεν την είχε ανάγκη, αλλά επειδή δεν υπήρχε περιβάλλον υποστήριξης. Ότι αυτή εγκαταστάθηκε σταδιακά, με συνέπεια τη σοβαρή έκπτωση γνωστικών λειτουργιών και ενίοτε επίγνωση του νοσηρού, οργανικό ψυχοσύνδρομο με ιδεασμούς, δυσχέρεια βάδισης, με βακτηρίες και υποστήριξη, αδυναμία να πλυθεί, ντυθεί, σιτιστεί, λάβει αγωγή.
Με τη με αριθμό ...2018 γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής ΚΕΠΑ της Τοπικής Μονάδας ΙΚΑ Αλεξίου Πατρών το συνολικό ποσοστό αναπηρίας της εκτιμήθηκε σε 81% και τον Νοέμβριο του ίδιου έτους υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και τέθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση με την υπ' αριθ. 90/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.
Από το περιεχόμενο των ανωτέρω ιατρικών πιστοποιήσεων και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αποδείχτηκε ότι η αρχικώς ενάγουσα, έπασχε τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 2013 από ανοϊκή συνδρομή, δηλαδή από διαρκή πνευματική νόσο, η οποία έκτοτε συνεχώς επιδεινωνόταν, δημιουργώντας της διανοητική διαταραχή, η οποία κατά τον χρόνο σύνταξης των ανωτέρω συμβολαίων περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, στερώντας της τη δυνατότητα να προσδιορίζει αυτήν ελεύθερα με λογικούς υπολογισμούς και να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία των δηλώσεων βουλήσεως που επιχείρησε και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτές.
Ειδικότερα, παρότι οι ανωτέρω εργαστηριακές και κλινικές εξετάσεις της, με τις οποίες διαπιστώθηκε η ανωτέρω πάθησή της, έλαβαν χώρα κάποιους μήνες μετά τη σύνταξη των ανωτέρω συμβολαίων, από το περιεχόμενό τους αποδεικνύεται ότι προϋπήρχαν χρόνιες (από 3 έως 5 έτη πριν) ατροφικού - εκφυλιστικού τύπου αλλοιώσεις και ότι η νόσος της εγκαταστάθηκε σταδιακά και έγινε αντιληπτή όταν πλέον άρχισε να υποπίπτει σε σοβαρά θέματα κρίσης, τα οποία μέχρι τότε αποδίδονταν στις οφθαλμολογικές και ορθοπεδικές παθήσεις της ...Ο αποφασιστικός βαθμός στον οποίο είχε επηρεαστεί η βούλησή της αποδεικνύεται ιδίως από το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής...
σε διαφορετική περίπτωση δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση των ανωτέρω εκποιητικών συμβάσεων (της δεύτερης δια της ανωτέρω πληρεξουσιότητας), με τις οποίες συμφώνησε, στο τέλος της ζωής της, την πώληση και μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της οικίας στην οποία διέμενε όλη της τη ζωή, στην πρώτη εκκαλούσα αντί του ευτελούς ανωτέρω τιμήματος των 15.000, 20.000 και 5.000 και συνολικά 40.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ η αντικειμενική τους αξία υπερέβαινε αυτήν των 231.190,31 ευρώ και η εμπορική ανερχόταν τουλάχιστον στο διπλάσιο της συμφωνηθείσας (βλ.
ιδίως την διεξαχθείσα κατόπιν διάταξης της ίδιας Ανακρίτριας από 23-06-2021 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Α. Λ., που εκτίμησε την αξία των ανωτέρω ακινήτων, λαμβανομένων υπόψη των αναγκαίων επισκευαστικών δαπανών, αλλά και της αξίας των υπολειπομένων για την εξάντληση του συντελεστή δόμησης τετραγωνικών μέτρων, σε 56.150, 8.845 και 17.305 ευρώ και συνολικά 82.300 ευρώ), το οποίο μάλιστα δεν αποπληρώθηκε κατά τη σύνταξη των συμβολαίων, αλλά δηλώθηκε απλώς σ' αυτά η είσπραξη πολύ μικρού μέρους του τιμήματος, σε προηγούμενο χρόνο, χωρίς καμία εξασφάλιση είσπραξης του υπολοίπου, με την προσθήκη αίρεσης ή άλλον τρόπο.
Συνεπώς οι εκφρασθείσες στα ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2017 και ...-2018 συμβολαιογραφικά έγγραφα της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η. δηλώσεις βουλήσεώς της ήταν για τους λόγους αυτούς άκυρες και επομένως άκυρες ήταν και οι σχετικές ανωτέρω συμβάσεις που συνήφθησαν από αυτήν, αφού η δήλωση βούλησής της συνιστά ουσιώδες στοιχείο τους.
Περαιτέρω άκυρη είναι και η υπ' αριθ. ...-2017 σύμβαση της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε από τον δεύτερο εκκαλούντα, ως αντιπρόσωπό της, στον οποίο χορήγησε τη σχετική, άκυρη πληρεξουσιότητα, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση τέτοιας ανικανότητας, δεν είχε επομένως αυτός εξουσία αντιπροσώπευσής της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 229 επ. ΑΚ, αφού αυτή δεν εγκρίθηκε στη συνέχεια.
Συνεπώς οι ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις είναι για το λόγο αυτό άκυρες και ουδέν έννομο αποτέλεσμα παράγουν, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 131 σε συνδ. με 180 ΑΚ. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται Α) από τις προσκομιζόμενες επιμελεία των εκκαλούντων ένορκες βεβαιώσεις, στις οποίες οι γείτονες της αρχικώς ενάγουσας και συνεργαζόμενοι μαζί της επαγγελματίες βεβαίωσαν σ' αυτές ότι την γνώριζαν και την έβλεπαν κατά τους κρίσιμους ως άνω χρόνους και ως το 2019 και ότι είχε πνευματική διαύγεια, ήταν κοινωνική, οξυδερκής και δυναμική και ανταποκρινόταν με επάρκεια στις καθημερινές της ανάγκες, μεταβαίνοντας στις τράπεζες, στη λαϊκή και στο φαρμακείο, αφού η περιγραφή αυτή δεν συνάδει με τις προαναφερόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, αλλά και με την κατάσταση της οικίας της, η οποία εμφάνιζε σημάδια μακροχρόνιας εγκατάλειψης (βλ.
ιδίως φωτογραφίες που έχουν περιληφθεί στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία, σε συνδυασμό με τις από 18-06-21 ένορκες καταθέσεις της Κ. Η. και Α. Φ. ενώπιον της Ανακρίτριας), (ενν. οι οποίες)δεν κρίνονται επομένως αξιόπιστες, Β) από τα παραστατικά συναλλαγών της στην ΕΤΕ, ως το Νοέμβριο 2018, τις οποίες πραγματοποίησε με τη σύμπραξη των υπαλλήλων της τράπεζας, Γ) από μισθωτήρια, συμβολαιογραφικά έγγραφα και δικόγραφα, που προσκομίζουν οι εκκαλούντες για να αποδείξουν την πνευματική της επάρκεια, πλην όμως έχουν συνταχθεί ως το έτος 2005, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της εκδήλωσης της πάθησής της.
Επιπλέον δεν αναιρείται Δ) από τις από 18-06-2021 εκθέσεις ένορκης εξέτασης ως μαρτύρων ενώπιον της ανωτέρω Ανακρίτριας, της ανωτέρω συμβολαιογράφου και της ιατρού - παθολόγου, Α. Φ., που κατέθεσαν ότι δεν διαπίστωσαν κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους ανοϊκή συνδρομή στο πρόσωπο της Ε. Σ., αφού αυτές δεν αντιλήφθηκαν, ως μη ειδικές, όσα ανωτέρω βεβαιώνουν οι ειδικοί ιατροί, μετά και από τη διενέργεια ειδικών εργαστηριακών εξετάσεων.
Σημειωτέον ότι η πρώτη εξ αυτών, ως συμβολαιογράφος, δεν έχει, ούτε θα μπορούσε να έχει, καθήκον και αρμοδιότητα να διακριβώσει την ακριβή διανοητική και ψυχολογική κατάσταση των συμβαλλομένων ενώπιον της, αλλά μόνο σε περίπτωση που αυτοί αδυνατούν να συμβληθούν, επειδή εμφανώς δεν είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας που επιχειρούν, έχει υποχρέωση να απέχει από τη σύνταξη των σχετικών συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατ' άρθρα 1 και 5 Ν -2830/2000, δεν παράγεται επομένως πλήρης απόδειξη δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατ' άρθρο 438, αλλά ούτε και κατ' άρθρα 440 και 441 ΚΠολΔ, ως προς την εγκυρότητα των επιδίκων δηλώσεων βουλήσεως, απορριπτομένων ως νομικά αβάσιμων όσων αντίθετων επικαλούνται με τις προτάσεις τους οι εκκαλούντες.
Τέλος δεν αναιρούνται και Ε) από το ότι προτάθηκε ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου από τον ανωτέρω μετέπειτα συμπαραστάτη της(ενν. τον ασκήσαντα την ένδικη αγωγή Α. Π., ως οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης της) στα πλαίσια θέσης υπό δικαστική συμπαράσταση της αδερφής της, καθώς και το μεταγενέστερο υπ' αριθ. ...-18 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Χ.
Κ., με το οποίο η Ε. Σ., ως ικανή κατά τον νόμο, εξουσιοδότησε τον Α. Π. να ανακαλέσει το ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, να την εκπροσωπεί ενώπιον δημοσίων υπηρεσιών, δικαστηρίων, ασφαλιστικών ταμείων, τραπεζικών εταιρειών και να διαχειρίζεται την περιουσία της, παρουσία των μαρτύρων Ε. Κ. και Ι. Α., αφού κατά τους χρόνους αυτούς ήταν για τους ίδιους λόγους ανίκανη να είναι μέλος του εποπτικού συμβουλίου, αλλά και να προβεί στη σύνταξη και αυτού του τελευταίου πληρεξουσίου, μη ασκούντος έννομη επιρροή του ότι αυτή παρουσιάζεται και ως αναλφάβητη, αφού οι ανωτέρω μάρτυρες και ο Α.
Π. δεν είχαν ειδικές γνώσεις, αφετέρου δεν είχε ακόμα διαπιστωθεί ακριβώς το είδος και το μέγεθος των προβλημάτων υγείας, κυρίως νευρολογικής φύσεως, που αντιμετώπιζε. Εξάλλου, η μέτρια νοητική εξασθένηση, με δείκτη MMSE 15 και η σχετική ικανότητά της, κατά τον χρόνο εκείνο, να ανταποκρίνεται, σε κάποιον στοιχειώδη βαθμό, στις καθημερινές της δραστηριότητες, με τις οποίες ήταν απόλυτα εξοικειωμένη και τις εκτελούσε αυτόματα, αναγκασμένη από τις περιστάσεις, αφού δεν είχε υποστήριξη από τρίτο πρόσωπο, δεν αποκλείει, λόγω ακριβώς των προαναφερόμενων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, σφάλμα στην αντίληψη και την κρίση της, σε σημαντικά θέματα διαχείρισης της περιουσίας της, όπως την πώλησή της, στα οποία, αντιμετώπισε πιο περίπλοκη και ψυχοπιεστική κατάσταση, αλλά και την επιρροή των αντισυμβαλλομένων της- εκκάλούντων (βλ.
και ανακριτική κατάθεση του ανωτέρω ιατρού - νευρολόγου), με αποτέλεσμα τον αποφασιστικό περιορισμό της λειτουργίας της βούλησής της.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε παραδεκτή την αγωγή και κατά του δεύτερου εκκαλούντος, ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά, απορριπτομένων όσων αντιθέτως ισχυρίζεται ως νομικά αβάσιμων και στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν ως νόμω και ουσία βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και αναγνώρισε την ακυρότητα των ανωτέρω δικαιοπραξιών, έστω και εν μέρει με διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε...".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει κατ` ουσίαν δεκτή, κατά την κυρία βάση της, την ασκηθείσα δια του οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη της και ανηψιού της Α. Π., από 22/3/2019 αγωγή της αποβιώσασας στις ...-2019 Ε.
χήρα Π. Σ., το γένος Κ. Ν. και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα όλων των δικαιοπραξιών, που καταρτίστηκαν με τις .../2017, .../2017 και .../2018 συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η., αφού σημειωθεί, όπως αναφέρθηκε και στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης αυτής, ότι, μετά την άσκηση της αγωγής, επακολούθησαν και οι θάνατοι των σταδιακά συνεχιζόντων την δίκη προσώπων και συγκεκριμένα α)στις 29-12-2019 της αδελφής της ενάγουσας και μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Σ.
χήρα Α. Π., η οποία άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα τέκνα της Α. Π. και Μ. χήρα Α. Κ., το γένος Α. και Σ. Π., β) στις 18-6-2022 του Α. Π., ο οποίος άφησε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο την ανωτέρω αδελφή του Μ. χήρας Α. Κ., και γ) στις 20.03.2023 της τελευταίας, η οποία άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τα τέκνα της και ήδη αναιρεσιβλήτους.
Mε τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, κατά τον προσδιορισμό της έννοιας της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ, το Εφετείο, με το να δεχθεί κατά τα ανωτέρω ότι "ο αποφασιστικός βαθμός στον οποίο είχε επηρεαστεί η βούλησή της (ενάγουσας) αποδεικνύεται ιδίως από το περιεχόμενο των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής...
σε διαφορετική περίπτωση δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση των ανωτέρω εκποιητικών συμβάσεων (της δεύτερης δια της ανωτέρω πληρεξουσιότητας), με τις οποίες συμφώνησε, στο τέλος της ζωής της, την πώληση και μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της οικίας στην οποία διέμενε όλη της τη ζωή, στην πρώτη εκκαλούσα αντί του ευτελούς ανωτέρω τιμήματος των 15.000, 20.000 και 5.000 και συνολικά 40.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ η αντικειμενική τους αξία υπερέβαινε αυτήν των 231.190,31 ευρώ και η εμπορική ανερχόταν τουλάχιστον στο διπλάσιο της συμφωνηθείσας...το οποίο μάλιστα δεν αποπληρώθηκε κατά τη σύνταξη των συμβολαίων, αλλά δηλώθηκε απλώς σ' αυτά η είσπραξη πολύ μικρού μέρους του τιμήματος, σε προηγούμενο χρόνο, χωρίς καμία εξασφάλιση είσπραξης του υπολοίπου, με την προσθήκη αίρεσης ή άλλον τρόπο", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού από την εφαρμογή τους ουδόλως προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση των επιδίκων δικαιοπραξιών, αφού η ελευθερία διάθεσης καταλαμβάνει και τα μεγάλης ηλικίας άτομα, το οποία μπορούν να συμφωνήσουν χαμηλό τίμημα πώλησης και ευνοϊκούς όρους, όταν πρόκειται για εκποίηση προς φιλικά τους πρόσωπα, τα οποία θέλουν εν τοις πράγμασι να βοηθήσουν και μάλιστα όταν συμφωνείται, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, και δουλεία συνοικήσεως.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνει λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν λαμβάνονται υπόψη ως αποδεικτικός λόγος κατά το άρθρο 336 ΚΠολΔ για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου της ουσίας, όπως εν προκειμένω, υπό την επίκληση δε της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 131 εδ. α'και 180 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι η αρχικώς ενάγουσα Ε. χήρα Π. Σ., το γένος Κ. Ν., που γεννήθηκε την ...-1929, και τέλεσε το έτος 1965 νόμιμο γάμο με τον Π. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1965 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Πατρών Π. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 56 Ν. 1329/1983, κατέστη πλήρης και αποκλειστική κυρία του με ΚΑΕΚ 061672801002/0/0 οικοπέδου, εμβαδού 133 μ2 που βρίσκεται εντός του παλαιού σχεδίου της πόλης της Πάτρας επί της οδού ... 10, με την επ' αυτού ήδη πεπαλαιωμένη διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο όροφο - κατάστημα επιφάνειας 99,55 τ.μ.
και πρώτο όροφο με δύο διαμερίσματα επιφάνειας 32,45 τ.μ. και 67,10 τ.μ. αντίστοιχα. β) Ότι η αρχικώς ενάγουσα, η οποία διέμενε με τον σύζυγό της στο μεγαλύτερο από τα ανωτέρω δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου μέχρι το θάνατο του τελευταίου το έτος 1992, έκτοτε δε έμενε μόνη σ' αυτό, καθώς δεν είχε αποκτήσει τέκνα, δια του από 1ης Φεβρουάριου 2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των αναιρεσείοντων, εκμίσθωσε το ισόγειο κατάστημα στην πρώτη αναιρεσείουσα για μία τετραετία, προκειμένου να λειτουργήσει σ' αυτό επιχείρηση βουλκανιζατέρ - συνεργείου μοτοσικλετών - εμπορίας συναφών ειδών, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων εγγυήθηκε την εκπλήρωση των όρων της σύμβασης, ενεχόμενος εις ολόκληρον ως αυτοφειλέτης.
γ) Ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2017 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Η., που συντάχθηκε στην οικία της Ε. Σ., η τελευταία χορήγησε στον δεύτερο αναιρεσείοντα την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει για λογαριασμό της, στην πρώτη αναιρεσείουσα, αντί τιμήματος 40.000 €, το προπεριγραφόμενο οικόπεδο με την επ' αυτού οικοδομή, ή τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες που πρόκειται να συσταθούν, υπογράφοντας τις απαιτούμενες πράξεις σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, καθώς και να εισπράξει το τίμημα ή να το πιστώσει, στη συνέχεια δε, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2017 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου ο δεύτερος αναιρεσείων, ενεργώντας ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της Ε.
Σ., προέβη στη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της οικοδομής αυτής, από την οποία προέκυψαν οι αναφερόμενες στην απόφαση τρεις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες και με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο και την ίδια ιδιότητα, πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη αναιρεσείουσα το Α2 διαμέρισμα εμβαδού 67,10 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 58.782,38 €, αντί τιμήματος 15.000 €, εκ του οποίου μέρος, ύψους 5.000 €, δηλώθηκε από τους συμβαλλομένους ότι είχε ήδη καταβληθεί πριν την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ πιστώθηκε το υπόλοιπο ως τις 28-1-2018, συστάθηκε δε ταυτόχρονα δουλεία ισόβιας συνοίκησης της πωλήτριας με την αγοράστρια.
δ) Ότι στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2018 συμβολαιογραφικού εγγράφου της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου, η Ε. Σ. πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη αναιρεσείουσα και τις υπόλοιπες υπό στοιχεία Α1 και I οριζόντιες ιδιοκτησίες, αντικειμενικής αξίας 28.173,94 € και 144.233,99 € αντίστοιχα, αντί τιμήματος 5.000 και 20.000 € αντίστοιχα, εκ του οποίου είχαν καταβληθεί, κατά δήλωσή τους, πριν τη σύνταξη του συμβολαίου, ποσά 4.000 καί 1.000 € αντίστοιχα, το δε υπόλοιπο πιστώθηκε ως τις 15-01-2019.
ε) Ότι η αρχικώς ενάγουσα, έπασχε τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 2013 από ανοϊκή συνδρομή, δηλαδή από διαρκή πνευματική νόσο, η οποία έκτοτε συνεχώς επιδεινωνόταν, δημιουργώντας της διανοητική διαταραχή, η οποία σε συνδυασμό α)με τα σοβαρά κινητικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε, λόγω της οστεοαρθρίτιδας, από την οποία έπασχε από το έτος 2015, β) με την μερική τύφλωσή της από το έτος 2011, γ) με την έλλειψη περιβάλλοντος υποστήριξης προς αυτήν και δ) με την επιρροή των αναιρεσειόντων, είχε ως αποτέλεσμα ώστε, κατά τον χρόνο σύνταξης των ανωτέρω συμβολαίων να αποκλείεται η λειτουργία της βούλησής της, στερώντας της τη δυνατότητα να προσδιορίζει αυτήν ελεύθερα με λογικούς υπολογισμούς και να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία των δηλώσεων βουλήσεως που επιχείρησε και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτές.
στ) Ότι συνεπώς οι εκφρασθείσες στα ανωτέρω υπ' αριθ. ...-2017 και ...-2018 συμβολαιογραφικά έγγραφα δηλώσεις βουλήσεώς της είναι για τον λόγο αυτό άκυρες και επομένως άκυρη είναι και η σύμβαση πωλήσεως, που συνήφθη με το δεύτερο από τα έγγραφα αυτά, αφού η δήλωση βούλησής της συνιστά ουσιώδες στοιχείο της, ενώ άκυρη είναι και η υπ' αριθ. ...-2017 σύμβαση πωλήσεως ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταρτίστηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως αντιπρόσωπό της, στον οποίο χορήγησε τη σχετική, άκυρη, πληρεξουσιότητα, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση τέτοιας ανικανότητας και συνεπώς αυτός δεν είχε εξουσία αντιπροσώπευσής της.
Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο το Εφετείο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε, καθόσον το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών διατάξεων καλύπτεται πλήρως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της αποφάσεως και δεν καταλείπονται αμφιβολίες, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή για ασάφεια ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της.
Επομένως οι πρώτος δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. Οι περιεχόμενες στους ίδιους ως άνω λόγους αιτιάσεις, ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερομένων σε αυτές αποδεικτικών μέσων α) έγινε δεκτό ότι η ανοϊκή συνδρομή υπήρχε κατά τον χρόνο σύναψης των επιδίκων συμβολαίων, αφού η διαπίστωση αυτή βασίστηκε σε μεταγενέστερα της σύναψής τους στοιχεία, τα οποία όμως δεν επαρκούσαν για την αποδοχή του γεγονότος αυτού ούτε στον χρόνο αυτό και β) δεν έγινε δεκτό ότι στην ενάγουσα υπήρχε μόνο μία απλή νοητική εξασθένιση, που συχνά συνοδεύει την γήρανση και όχι ανοϊκή συνδρομή, είναι απαράδεκτες, επειδή, υπό την επίκληση της από το ανωτέρω άρθρο πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανωτέρω, ανέλεγκτη αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ ισχύει, κατά κανόνα, το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικώς μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος, και όχι αν προσέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα(ΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 αρ.1 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου του διαδίκου, που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποία αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό, οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία.
Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή τις προτάσεις, η δε ύπαρξη της κρίνεται αντικειμενικά. Στη προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 11 του ιδίου άρθρου, που επικαλούνται, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ως αποδεδειγμένες τις ομολογίες του δικαστικού συμπαραστάτη της αρχικώς ενάγουσας Α.
Π., που περιέχονται α) στην από μηνός Φεβρουαρίου 2018 αίτηση του προς το αρμόδιο δικαστήριο, με την οποία ζήτησε να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η αδερφή της ενάγουσας και μητέρα του Σ. χήρα Α. Π. και πρότεινε την αρχικώς ενάγουσα ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου και β) στο υπ' αριθ. ...-18 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Χ.
Κ., με το οποίο η αρχικώς ενάγουσα, ως ικανή κατά τον νόμο, εξουσιοδότησε τον Α. Π. να ανακαλέσει το επίδικο .../2017 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, να την εκπροσωπεί ενώπιον δημοσίων υπηρεσιών, δικαστηρίων, ασφαλιστικών ταμείων, τραπεζικών εταιρειών και να διαχειρίζεται την περιουσία της, από τις οποίες ομολογίες, που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, εν τούτοις εσφαλμένα παρέλειψε να αποδώσει σε αυτές την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους απομένει ο νόμος, με την αιτιολογία ότι ο ομολογήσας δεν είχε ειδικές γνώσεις, ώστε να διαπιστώσει την ανικανότητα της Ε.
Σ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί οι επικαλούμενες ομολογίες δεν αποτελούν ομολογίες διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, δηλαδή δικαστικές ομολογίες κατά το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου, που ομολόγησε, υπό δε την επίκληση της από το ανωτέρω άρθρο πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν απαραδέκτως την ανωτέρω αναφερόμενη στον λόγο αναίρεσης, ανέλεγκτη αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018).
Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 867/2019).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της από 04-08-2018 γνωμάτευσης του νευρολόγου Κ. Μ., και β) της από 18-06-2021 ένορκης εξέτασης του ίδιου νευρολόγου ενώπιον της Ανακρίτριας Πατρών, από τα οποία έγγραφα συναγάγει ότι η ενάγουσα Ε.
Σ., κατά την εξέτασή της από αυτόν στις 04-08-2018, διαγνώστηκε με έκπτωση νοητικών λειτουργιών ικανού βαθμού, ελλειμματική κρίση όπως και ελλειμματική πρόσφατη μνήμη, με επίγνωση του νοσηρού και αντίληψη των κενών μνήμης και συνεπώς ύπαρξη πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας της, ενώ από την ιατρική αυτή γνωμάτευση, καθώς και από την έκθεσή εξέτασης του ιατρού αυτού ενώπιον της Ανακρίτριας, ουδόλως δυναται να συναχθεί πλήρης δικαιοπρακτική ανικανότητα της με συνέπεια η σχετική κρίση του Εφετείου, η οποία ανατρέχει σε προγενέστερο χρόνο της εξέτασης, να αλλοιώνει το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που τους αποδίδουν οι αναιρεσείοντες.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2024 αίτηση των α) Α. Κ. και β) Ν. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 64/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ