2011/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2011 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2011/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 2011 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2011/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Άνθιμο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 25/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-4-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 24-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνη η εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ. Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1206/2013). Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης πριν από την άσκηση κάποιου ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου.
Συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 297 του ίδιου κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός αποδοχής. Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 15/2008). Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου μπορεί να συντρέχει και όταν ο υπόχρεως (εναγόμενος) καταβάλει χωρίς επιφύλαξη την τελεσιδίκως επιδικασθείσα στο δικαιούχο (ενάγοντα) απαίτηση με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη (Α.Π. 51/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τις έγγραφες προτάσεις του που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εμπροθέσμως κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσίβλητος πρότεινε την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα πριν από την άσκησή της είχε αποδεχθεί τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, καταβάλλοντάς του χωρίς επιφύλαξη το πρωτοδίκως επιδικασθέν και αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο σ' αυτόν κεφάλαιο, με τους οφειλόμενους από την επίδοση της αγωγής τόκους και την επιδικασθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση δικαστική δαπάνη. Από δε την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και των εγγράφων που προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος για την απόδειξη της ανωτέρω ένστασής του προκύπτει ότι: Με την από 15-5-2009 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε εκθέσει τα εξής: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που χαρακτηρίσθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως σύμβαση ορισμένου χρόνου προσελήφθη από αυτήν κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 1986 ως οδηγός βαρέος οχήματος (μπετονιέρας). Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής παρείχε στην εναγομένη την εργασία του μέχρι τη λήξη της (σύμβασης) κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1986. Ότι κατά το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1987 η εναγομένη τον προσέλαβε και πάλι με όμοια σύμβαση μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους, τούτο δε επαναλήφθηκε κατά τα επόμενα είκοσι ένα έτη κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες χαρακτηρίζονταν από την εναγομένη ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι τις 22-12-2008, οπότε έληξε η διάρκεια της τελευταίας από τις συμβάσεις αυτές και λύθηκε η εργασιακή τους σχέση διότι η εναγομένη δεν συνήψε με αυτόν νέα σύμβαση. Ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους στην πραγματικότητα ήταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, η οποία επέλεξε την κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου αφενός μεν να έχει τα πλεονεκτήματα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου δε να αποφύγει τους περιορισμούς της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ενεργώντας έτσι καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενη τη διαπραγματευτική ανισότητα μεταξύ των μερών. Ζήτησε δε, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά περιορίσθηκε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση που τον συνέδεε με την εναγομένη είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του το ποσό των 57.292,098 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει από το πιο πάνω ποσό αυτό των 20.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης) με την προσβαλλόμενη 98/2014 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι η πρώτη οφείλει στο δεύτερο 29.301,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 23-12-2008. Μετά από έφεση της εναγομένης εκδόθηκε η επίσης προσβαλλόμενη 25/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Στις 28-2-2015, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της εφετειακής απόφασης που έλαβε χώρα στις 18-2-2015, η πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος Β. Π. κατήρτισε πίνακα, με τον οποίο υπολόγισε το κεφάλαιο, τους μέχρι τότε οφειλόμενους τόκους και τα έξοδα που επιδικάσθηκαν με την πρωτόδικη και την εφετειακή απόφαση στο ποσό των 69.248,39 ευρώ. Στις 20-3-2015 η εναγομένη παρέδωσε στον ενάγοντα δια της ίδιας πληρεξουσίας δικηγόρου του δέκα μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές εκδόσεώς της με φερόμενες ως ημερομηνίες έκδοσης 20-3-2015, 20-4-2015, 20-5-2015, 20-6-2015, 20-7-2015, 20-8-2015, 20-9-2015, 20-10-2015, 20-11-2015 και 20-12-2015, ποσών 12.000, 7.000, 6.000, 6.000, 6.000, 6.000, 6.000, 6.000, 6.000 και 6.000 αντίστοιχα, δηλαδή συνολικού ποσού 67.000 ευρώ, πληρωτέες σε διαταγή του ενάγοντος από την Τράπεζα Πειραιώς οι πέντε πρώτες και από την Attica Bank οι λοιπές. Στη σχετική απόδειξη με την ίδια ημερομηνία (20-3-2015) η πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος δήλωσε ότι παρέλαβε τις ανωτέρω επιταγές σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης από τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, πρωτόδικη και εφετειακή, καθώς και ότι μετά την εξόφληση των επιταγών ο πελάτης της δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από την εναγομένη. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στις πληρώτριες Τράπεζες και πληρώθηκαν. Την έκδοση από αυτήν των ανωτέρω τραπεζικών επιταγών και την είσπραξή τους από τον αναιρεσίβλητο δεν αμφισβητεί η αναιρεσείουσα, η οποία ισχυρίζεται μόνο ότι τούτο δεν έγινε με σκοπό αποδοχής των προσβαλλόμενων αποφάσεων. Δεδομένου όμως ότι η πρωτόδικη απόφαση, η κατά της οποίας έφεση απορρίφθηκε με την εφετειακή, ήταν εν μέρει καταψηφιστική και εν μέρει αναγνωριστική κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε όλα τα ανωτέρω ποσά προς αποφυγή των συνεπειών της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της, αφού κίνδυνος αναγκαστικής εκτέλεσης δεν υπήρχε τουλάχιστον όσον αφορά το αναγνωριστικό σκέλος της επικυρωθείσης με την εφετειακή πρωτόδικης απόφασης.
Συνεπώς από την πιο πάνω συμπεριφορά της συνάγεται αποδοχή των προσβαλλόμενων αποφάσεων, με αποτέλεσμα η (μετά την παράδοση των τραπεζικών επιταγών στις 20-3-2015 και την είσπραξη των δύο πρώτων από αυτές στις 20-3-2015 και στις 20-4-2015) άσκηση της υπό κρίση αίτησης στις 27-4-2015 να είναι απαράδεκτη. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απαράδεκτη και για τον επί πλέον, αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη, λόγο ότι, εφόσον το εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση μπορεί να προσβληθεί μόνο η απόφαση του εφετείου. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση για αναίρεση της 25/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και της 98/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ