2011/2007
Απόφαση 2011 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2011/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα-Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και ΧαÏ...
Απόφαση 2011 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2011/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα-Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φώτιος Σαμαράς.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στυλιανός Καλαϊτζάκης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.1.2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 395/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 7.9.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 24.7.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για την πληρότητα του λόγου απαιτείται να προσδιορίζονται ο φερόμενος ως παραβιασθείς ουσιαστικός κανόνας, οι πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλομένης που θεμελιώνουν την κρίση του δικαστηρίου περί του βασίμου ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, καθώς και η απαγγελθείσα βάσει αυτών έννομη συνέπεια και τέλος το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζον ή ερμηνεύον τον φερόμενον ως παραβιασθέντα κανόνα.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, ως παραβιάσαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, αλλά δεν προσδιορίζει ποίους ακριβώς και διά ποίας παραδοχής, καθώς και το διαπραχθέν νομικό σφάλμα. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος κατά τα οικεία μέρη τους λόγοι της αιτήσεως είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο αποβιώσας πατέρας του καθ΄ ου Ψ ήταν εργολάβος δημοσίων έργων και είχε την εταιρία "....... ΕΠΕ- Ψ και ΥΙΟΙ", που στην πραγματικότητα ήταν οικογενειακή επιχείρηση, όπου μετείχαν ο ίδιος, ο καθ' ου υιός του Ψ1 και ο Ψ2, επίσης υιός του, που και αυτός έχει αποβιώσει. Ο ανακόπτων Χ1, ήταν επίσης εργολάβος δημοσίων έργων και συνεργάζονταν από το 1990 στην από κοινού κατασκευή δημ. Έργων, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αγόραζε υλικά από την παραπάνω εταιρία. Το 1990 ανέλαβαν από κοινού την κατασκευή του έργου της ασφαλτόστρωσης τμήματος της οδού ....... στην Σαμοθράκη. Για το σκοπό αυτό, ο ανακόπτων, εξέδωσε σε διαταγή του Ψ, την υπ'αριθμ. ...... επιταγή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 12.000.000 δρχ. Παράλληλα υπογράφηκε και το προσκομιζόμενο από τον καθ'ου ιδιωτ. συμφωνητικό, στο οποίο αναγράφεται ότι η πιο πάνω επιταγή εκδίδεται σε διαταγή Ψ, αντιπροσωπεύει το 33% του προϋπολογισμού των εργασιών εξ αδιαιρέτου του έργου αυτού. Στην συνέχεια δε αναγράφεται ότι η παραπάνω επιταγή θα έχει ισχύ, εφ' όσον δεν αναλάβει, ο Ψ δύο ασφαλτικά έργα που δημοπρατούνται στην περιοχή Αλεξ/πολης και συγκεκριμένα: 1) Ασφαλτόστρωση οδού ......-...... και 2)Επισκευή ασφαλτοταπήτων της Ν. Ε. Ο. ..... - ..... - ...... - ....... Στην συνέχεια, αποδείχθηκε ότι από τα δύο έργα που αναφέρονται στο παραπάνω συμφωνητικό, εκτελέστηκε μόνο το ένα, αυτό που αναφέρεται ως δεύτερο, ενώ δεν εκτελέστηκε το έργο της ασφαλτόστρωσης της οδού .......-........ Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποδεικνύεται, ότι βάσει της παραπάνω συμφωνίας, ο ανακόπτων όφειλε στην εταιρία, στην οποία μετείχε ο καθ' ου, το ήμισυ του ποσού των 12.000.000 δρχ., αφού μόνο το ένα από τα δύο έργα αναλήφθηκε, δηλαδή εκπληρώθηκε η αίρεση που είχε τεθεί στο παραπάνω συμφωνητικό κατά το ήμισυ. Κατά την σαφή κατάθεση του μάρτυρα του καθ' ου .........., εργολάβου τοπ. μηχανικού, ο οποίος κατά διαστήματα είχε συνεργασία με αμφότερους τους διαδίκους, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, επήλθε κατάργηση της ενοχής από την επιταγή των 12.000.000 δρχ., η οποία προφανώς επιστράφηκε από τον ανακόπτοντα και στην θέση της εγχειρίσθηκε στον καθ' ου η επίδικη επιταγή των 6.000.000 δρχ. που ενσωμάτωνε πλέον την πραγματική οφειλή του ανακόπτοντας προς τον καθ' ου. Η επιταγή αυτή, κατά τον ανακόπτοντα έφερε μόνο την υπογραφή του και δεν δόθηκε στον καθ' ου, αλλά απωλέσθηκε. Όμως, στο δικόγραφο της εφέσεως του, ο ανακόπτων για πρώτη φορά αναφέρει ότι η επίδικη επιταγή φέρει την δική του υπογραφή και ενδεχόμενα και το ποσό. Η ίδια η αδελφή του ανακόπτοντα, κατόπιν σχετικής μηνύσεως του καθ' ου, εξεταζόμενη την 2-7-04 (λίγο πριν από την άσκηση της επίδικης εφέσεως, ανωμοτί επί διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης, παραδέχεται ενώπιον της πταισματοδίκου Αλεξ/πολης ότι "Οι λέξεις και οι αριθμοί των έξι εκατομμυρίων (6.000.000), ενδέχεται να έχουν γραφεί από εμένα, διότι ο γραφικός χαρακτήρας μοιάζει με τον δικό μου (βλ. νόμιμα επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με ημερομηνία 2-7-2004 ανώμοτι εξέταση της Χ, αδελφής του ανακόπτοντος), Η κατάθεση αυτή της αδελφής του ανακόπτοντας, επιβεβαιώνεται, από την προσκομιζόμενη από ......... έκθεση πραγματογνωμοσύνης της .........., γραφολόγου, ενώ η από ..... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ........, που αποφαίνεται ότι το παραπάνω ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000), που γράφτηκε αριθμητικώς και ολογράφως, έχει γραφεί από το χέρι του Ψ1 (καθ' ου), κατόπιν των παραπάνω και κυρίως την ομολογία της αδελφής του ανακόπτοντα, δεν φαίνεται ν' ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η επιταγή αυτή δόθηκε στον καθ' ου, ο οποίος ανέλαβε την διεύθυνση της παραπάνω οικογενειακής επιχείρησης, λόγω θανάτου ή ασθενείας του πατέρα του (το θέμα αυτό δεν διευκρινίστηκε, αφού ούτε ο ίδιος ο καθ' ου, δεν καθόρισε πότε απεβίωσε ο πατέρας του και πότε ακριβώς δόθηκε σ' αυτόν η επιταγή). Η επιταγή αυτή, εκτός από το; παραπάνω στοιχεία, ήταν "λευκή" κατά τα λοιπά, διότι οι συναλλαγές των διαδίκων συνεχίζονταν και επειδή στο μεταξύ ο ανακόπτων άρχισε ν' αντιμετωπίζει σημαντικά οικονομικά προβλήματα. Το πότε ακριβώς δόθηκε η επιταγή αυτή στον καθ' ου δεν διευκρινίστηκε, αλλά ο μάρτυρας του καθ' ου κατέθεσε ότι πρέπει να δόθηκε στον καθ' ου το 1995, πιθανότατα όμως να δόθηκε μεταξύ 1990-91, διότι από το προσκομιζόμενο extreit της Τράπεζας: Μακεδονίας-Θράκης, προκύπτει ότι ο εκεί λογαριασμός του ανακόπτοντα δεν κινήθηκε από το 1991. Ο ίδιος, ο ανακόπτων, που στην ανακοπή του δεν αρνείται την συνεργασία του με τον καθ' ου, μέχρι τότε (την άσκηση της ανακοπής στις 12-1-2004), αναγράφει ότι πριν από αρκετά χρόνια 6-7 αν μπορεί να θυμηθεί (δηλαδή το 1997-98 περίπου) απώλεσε την επίδικη επιταγή, την οποία, όπως και άλλες τις εξέδιδε με αυτόν τον τρόπο στις περιπτώσεις που είχε σκοπό να τις δώσει ως εγγύηση. Δεν εξηγεί όμως, ο ανακόπτων, γιατί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η επιταγή δεν έφερε μόνο την υπογραφή του, αλλά και το ποσό των 6.000.000 δρχ., δεν ανέφερε την κλοπή αυτήν στην αστυνομία, αλλά κυρίως στην πληρώτρια Τράπεζα, ζητώντας την μη πληρωμή της και δεν υπέβαλε μήνυση κατ' αγνώστων, παρά μόνο όταν στις 15-12-2003, ο καθ'ου εμφάνισε την επιταγή αυτή στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς (πρώην Μακεδονίας-Θράκης) στην Αλεξανδρούπολη. Ο ανακόπτων στην ανακοπή του, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει πως βρέθηκε ο καθ' ου κάτοχος της επίδικης επιταγής και ότι ο τελευταίος, παρά την μέχρι σήμερα συνεργασία τους, δεν του αποκάλυψε τίποτα για την επίδικη επιταγή. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός του ανακόπτοντα που αποτελεί και κύρια βάση της ανακοπής του ιδίου διαψεύδεται - για δεύτερη φορά διαψεύδεται ισχυρισμός του ανακόπτοντα, μετά την διάψευση του ισχυρισμού του, ότι η επιταγή αυτή έφερε μόνο την υπογραφή του- από τον παραπάνω μάρτυρα του καθ' ου, ο οποίος κατέθεσε επί λέξει "Ξέρω ότι υπάρχει μία επιταγή των 6.000.000 δρχ., που δεν πληρώθηκε, αυτό εγώ το έμαθα το 1995. Ήταν από κάποιο έργο που πήρε ο Χ1(ανακόπτων) με την προϋπόθεση να το κάνουνε μαζί. Δόθηκε τότε μία επιταγή. Όφειλε αυτός την οφειλή των 6.000.000 δρχ. Αυτό το περιστατικό το άκουσα σε μία δημοπρασία, που ήμουν μπροστά εγώ και άλλοι. Ζήτησε ο Ψ1 (καθ ου), να πληρωθεί αυτή η επιταγή και ο Χ1 (ανακόπτων) του είπε άστο, αργότερα. Εγώ τον ρώτησα τον Ψ1 (καθ' ου) και μου έδειξε την επιταγή. Έλλειπε η ημερομηνία και ο τόπος.... Από τότε που είχαμε συνεργασία με τον Χ1 για την Εγνατία, ήλθε σε μένα ο Ψ1, μετά από 2-3 χρόνια, 2-3 φορές να μεσολαβήσω για να πληρωθεί η επιταγή. Εγώ όμως του είπα ότι δεν μπορώ να μεσολαβήσω, γιατί οι σχέσεις μας δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, δεν μεσολάβησα. Από το γραφείο του πήρε τηλέφωνο το 2001, ο Ψ1, όταν είχαν οικονομική διαφορά και κατάλαβα ότι ο Χ1 του έλεγε, ότι δεν έχω να πληρώσω τώρα, δεν έλεγε όχι ο Χ1, ζητούσε χρόνο. Ο μάρτυρας, αυτός, όταν ο Πρόεδρος του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, του επέδειξε την επίδικη επιταγή, αναγνώρισε ότι η επιταγή αυτή ήταν αυτή που του είχε δείξει ο καθ' ου. Τα παραπάνω στοιχεία δεν διαψεύδονται από τον μάρτυρα του ανακόπτοντα ......., ο οποίος κατέθεσε ότι συνεργάζεται με τον ανακόπτοντα από το 1993 και ότι γνώριζε την συνεργασία του τελευταίου με την οικογενειακή εταιρία του καθ' ου και μάλιστα αυτός συνέταξε το συμφωνητικό που προαναφέρθηκε και γνώριζε για την επιταγή των 12.000.000 δρχ., αλλά στην συνέχεια δεν αναφέρει τίποτα για τα μετέπειτα γεγονότα, παρά μόνο ότι η επίδικη επιταγή, έφερε την υπογραφή μόνο του ανακόπτοντα, πράγμα βέβαια που έχει διαψεύσει κατά τα παραπάνω. Ο μάρτυρας αυτός, δεν εξηγεί πως, αφού ήταν τότε στενός συνεργάτης του ανακόπτοντα, δεν έμαθε τίποτε για τις μετέπειτα εξελίξεις, αν δηλαδή εκτελέστηκαν ή όχι τα δύο έργα και εάν εφόσον αποδεδειγμένα εκτελέστηκε το ένα μόνο έργο, τι απέγινε η οφειλή των 6.000.000 δρχ. που προέκυπτε από το συμφωνητικό που αυτός μάλιστα είχε συντάξει. Αφού λοιπόν, δεν υπάρχει θέμα κλοπής ή απώλειας της επίδικης επιταγής, όπως ισχυρίζεται ο ανακόπτων στην ανακοπή του, αλλά αντίθετα από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η επιταγή αυτή ενσωματώνει πραγματική απαίτηση του καθ' ου σε βάρος του ανακόπτοντα, και ότι ο ίδιος ο ανακόπτων, δίνοντας αρχικά την "λευκή" αυτή επιταγή, στον καθ' ου, του έδωσε το δικαίωμα να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία (ημερομηνία έκδοσης και όνομα δικαιούχου), κατά την κρίση του. Διαφορετικά, αν δηλαδή ο καθ' ου δεν μπορούσε να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία και να την εμφανίσει στην πληρώτρια τράπεζα, η εγχείριση της επιταγής αυτής στον καθ' ου, από τον ανακόπτοντα, δεν θα είχε κανένα νόημα. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, ότι υπήρχε συμφωνία των μερών, για άφεση του χρέους των 6.000.000 του ανακόπτοντος προς την εταιρία του καθ' ου και εφ' όσον το χρέος αυτό υφίστατο, ο καθ' ου δεν είχε κανένα λόγο να καταφεύγει σε παράνομα μέσα (κλοπή επιταγής του ανακόπτοντος), για να το εισπράξει. Το ότι ο καθ' ου καθυστέρησε τόσο καιρό να προβεί στην συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής, οφείλεται στο ότι ο τελευταίος, επειδή εξακολουθούσε να συνεργάζεται επαγγελματικά με τον ανακόπτοντα, θέλησε να τον διευκολύνει στην πληρωμή της επιταγής και όταν μετά από πολύ καιρό διαπίστωσε ότι ο ανακόπτων δεν είχε σκοπό να την πληρώσει, τότε την συμπλήρωσε και την εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα". Επομένως, η απόφαση του Εφετείου έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος κατά τα οικεία μέρη τους και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Για την πληρότητα του λόγου τούτου πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, ο οποίος ελήφθη υπόψη χωρίς να προταθεί ή δεν ελήφθη υπόψη, καίτοι προετάθη.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο παράλειψη λήψεως υπόψη των ισχυρισμών του, αλλά δεν τους προσδιορίζει. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Η ανωτέρω παραμόρφωση επέρχεται όταν το δικαστήριο σχηματίζει τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο εκ του περιεχομένου του εγγράφου.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ανωτέρω και δη την ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως προς συμπλήρωση της ένδικης επιταγής, καθώς και δικαιώματος του πατέρα του αναιρεσιβλήτου προς μεταβίβαση αυτής, μετά του δικαιώματος συμπληρώσεώς της, δια της συνεκτιμήσεως του όλου αποδεικτικού υλικού, δεν παρεμόρφωσε το περιεχόμενο του από το 1990 καταρτισθέντος υπό του αναιρεσιβλήτου και του πατέρα του αναιρεσείοντος ιδιωτικού εγγράφου. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων παραπονείται διότι το Εφετείο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και μάλιστα άλλης (ποινικής) διαδικασίας, ως μη δεχθέν το πόρισμά της. Ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, αφού το εν λόγω αποδεικτικό μέσο εκτιμάται ελευθέρως (άρθρο 340 ΚΠολΔ). Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 7.9.2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 395/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ