Legislator Case Law & Legislation
2011/2006 AI generated

2011/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2011/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2011 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2011/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2011 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2011 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2011/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) .... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρίστο Χρήστου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) .... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) .... και 3) ....που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος των αναιρεσίβλητων απεβίωσε την 31-7-2006 και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 3ο αναιρεσίβλητους οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. καταθ. 13134/31.3.1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23204/1995 του ίδιου Δικαστηρίου, 1640/1997 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που ανέπεμψε την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, 17736/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2436/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν ο .... και οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 16-12-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 765/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2436/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο αυτό. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1360/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της 1360/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή το άρθρο 313 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ορίζει ότι μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης μόνο στις πέντε περιπτώσεις που αναφέρονται σ΄ αυτό και ότι η άνω αγωγή αποκλείεται αν η απόφαση έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι όταν κατά κάποιας δικαστικής απόφασης έχει ασκηθεί ένδικο μέσο αποκλείεται ν΄ ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής αγωγή με την οποία να ζητείται η αναγνώριση της ανυπαρξίας της. Δεν αποκλείεται όμως το αντίθετο. Δηλαδή η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για ανυπαρξία δικαστικής απόφασης δεν αποκλείει την άσκηση ένδικου μέσου κατ΄ αυτής. Ενόψει τούτων ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτήσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση κατά της 17.736/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού κατά της εκκαλούμενης αυτής απόφασης είχε ήδη προηγηθεί άσκηση αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της ανυπαρξίας της, μολονότι τούτο είχε προταθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον ν' ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση που δημιούργησε αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟΛ. ΑΠ 8/2001). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Περαιτέρω όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το ν. 490/74 σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνάγεται ότι για την πληρότητα της από το άρθρο αυτό ένστασης και επομένως και για το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου προβολής της, δεν αρκεί τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται από τον εναγόμενο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά απαιτείται συγχρόνως να γίνεται επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα εν λόγω περιστατικά και ταυτόχρονα να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (Ολ. ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρώτης συζήτησης της αγωγής των αναιρεσειόντων που έλαβε χώρα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 13-2-1998 καθώς, και από τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, που κατατέθηκαν επί της έδρας, οι τελευταίοι, προς απόκρουση της αγωγής νομότυπα πρότειναν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τους ενάγοντες, οι οποίοι ζητούσαν να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση διανομής αγροτικού κηπουρικού κλήρου που έγινε με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικυρώθηκε, κατά τα 5/128 των δυο επίδικων εδαφικών τμημάτων, να αναγνωρισθούν συγκύριοι των επιδίκων κατά το άνω ποσοστό και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να το αποδώσουν σ' αυτούς. Ειδικότερα οι αναιρεσίβλητοι υποστήριξαν, ότι οι ενάγοντες συνέπραξαν στη διανομή του κοινού ακινήτου κατά την άτυπη διανομή του έτους 1970, ότι το 1976 διατύπωσαν τη συμφωνία τους για τη διανομή εγγράφως μαζί και αργότερα κατέθεσαν κοινή αίτηση στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης για την επικύρωσή της, η οποία έγινε με την 301/1991 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, ότι επί χρονικό διάστημα πλέον της 20ετίας ουδέποτε αμφισβήτησαν και προσέβαλαν τη νομή τους επί των επίδικων τμημάτων που έλαχαν σ' αυτούς, ότι η άσκηση της αγωγής με βάση τ' ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, ενώ η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη επιτάσσουν την αποδοχή από αυτούς της κατάστασης που παγιώθηκε μετά την άτυπη διανομή του έτους 1970. Στο αιτητικό δε των προτάσεών τους διαλαμβάνουν τα εξής: "Να γίνουν καθ' ολοκληρίαν δεκτές οι παρούσες προτάσεις, ενστάσεις και οι ισχυρισμοί μας. Ν' απορριφθούν..........καθώς και η υπό κρίσιν αγωγή τους". Ενόψει τούτων με το να κρίνει παραδεκτή την ανωτέρω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, η οποία έχει ιστορικό και αίτημα, δεν υπέπεσε στην από το αρ. 14 του 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με το πρώτο σκέλος του οποίου υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την ανωτέρω ένσταση νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν συμπληρώνοντας όμως τα περιστατικά της κατά το ότι α) οι ανιαρεσίβλητοι αξιοποίησαν τα επίδικα με την ανέγερση σ' αυτά οικίας και β) με την ακύρωση του παλαιού παραχωρητηρίου και της έκδοσης του νέου παραχωρητηρίου τα ποσοστά επί του αρχικού κοινού ακινήτου διαφοροποιούνται ελάχιστα καθώς γ) και με το οψιγενές περιστατικό που νομίμως πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 527 αρ. 2 ΚΠολΔ), ότι οι αναιρεσείοντες, κρίνοντας συμφέρουσα την άτυπη διανομή του κληροτεμαχίου που επικυρώθηκε με την 301/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, το διαιρετό τμήμα που έλαβαν κατά την άτυπη διανομή του έτους 1976, αντί του τιμήματος των 57.000.000 δρχ., δυνάμει του 2758/1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Πηνελόπης Καζαντζόγλου. Από τα ανωτέρω αυτοτελή πραγματικά γεγονότα τα οποία το Εφετείο εκτίμησε συνολικώς και προσέδωσε στην άσκηση του αγωγικού δικαιώματος καταχρηστικό χαρακτήρα, τα υπό στοιχεία α΄ και β΄ δεν τα επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι. Πλην όμως τόσο αυτά όσο και το προαναφερόμενο οψιγενές περιστατικό δεν είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ περισσού λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αφού τα λοιπά πραγματικά γεγονότα ήτοι η σύμπραξη στη διανομή του κοινού ακινήτου κατά το έτος 1970, η από κοινού σύνταξη κατά το έτος 1976 της συμφωνίας που αφορούσε την άνω άτυπη διανομή εγγράφως, η από κοινού άσκηση αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, για την επικύρωση της προαναφερόμενης έγγραφης συμφωνίας, η οποία έγινε με την 30/1991 απόφαση του Ειρηνοδικείου και ότι επί χρόνο πλέον της 20ετίας οι αναιρεσείοντες δεν αμφισβήτησαν και δεν προσέβαλαν τη νομή των αναιρεσιβλήτων είναι ικανά να χαρακτηρίσουν την άσκηση της αγωγής ως καταχρηστική. Επομένως, δεχόμενο το Εφετείο την από το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση, δεν υπέπεσε στην από το αρ. 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή της παραβάσεως αυτής της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, ούτε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του ίδιου άρθρου, από την εκ περισσού λήψη υπόψη των προαναφερόμενων δύο γεγονότων των οποίων δεν έγινε επίκληση. Γιαυτό οι αντίστοιχοι κατ΄ εκτίμηση, λόγοι τέταρτος και πρώτος, μέρος β΄ με τους οποίους υποστηρίζονται τ΄ αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο αναφέρει ότι οι αναιρεσείοντες ζητούν με την αγωγή τους να κηρυχθεί ανενεργός η ανώμαλη δικαιοπραξία καθ΄ ολοκληρία, ενώ αυτοί ζητούν ν΄ αναγνωρισθεί ως ανύπαρκτη και άκυρη η σύμβαση διανομής σε ότι αφορά τα 5/128 των δύο τμημάτων των 4009 τ.μ.. Τα υποστηριζόμενα εν προκειμένω από τους αναιρεσείοντες, δεν ιδρύουν κάποιον από τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς αριθμούνται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ διότι η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων της αγωγής υπόκειται στην κρίση του δικαστή της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (561 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την παραγ. 2 αυτού). Επομένως πρέπει ο τρίτος λόγος της αίτησης να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2005 αίτηση των ... κ.λ.π. για αναίρεση της 1360/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ