Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific grounds and failure to address evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of First Instance's labor dispute judgment. The appellants argued procedural errors regarding evidence and the characterization of their employment contract, but the court found their grounds vague and lacking necessary detail. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(16), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadmissibility must cite specific grounds including the exact content of omitted requests or evidence, otherwise it is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2010 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2010/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρο Δήμα και 2) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Λεοντόπουλου-Βαμβέτσου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (...), η οποία έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια εταιρία με την επωνυμία " ..." που εδρεύει στην …, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Βαβουγυιού-Κεφαλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2631/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3699/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.6.2017 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 6018/554/24.8.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3699/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1, άρθρο ένατο, παρ. 4 ν. 4335/2015) γι αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Για να θεμελιωθεί, όμως ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των συντεταγμένων του δεδικασμένου (ΑΠ 1858/2005).
Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν μνημονεύει την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου γεννάται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1329/1985, ΑΠ 703/2013).
Από τις διατάξεις, εξάλλου, των άρθρων 972 παρ.1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα, οι οποίες μπορεί να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο και να ανάγονται στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.
Έννομο συμφέρον για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου που κατετάγη στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή εκείνου και την κατάταξη στη θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη.
Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθ' ου η ανακοπή. Δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατατάξεως είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της αποφάσεως περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές (ΑΠ 189/2016).
Δεν νομιμοποιείται παθητικά και δεν καθίσταται διάδικος στη σχετική δίκη, ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο, ακόμη και αν η ανακοπή κοινοποιηθεί σε αυτόν, το πρόσωπο που συντάσσει τον πίνακα κατάταξης είτε πρόκειται για τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο είτε για τον εκκαθαριστή της παρ. 10 του άρθρου 46α ν. 1892/1990, ο οποίος συντάσσει τον πίνακα κατάταξης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως 979 και 1007 του ΚΠολΔ.
Τούτο επειδή το έννομο συμφέρον για την άσκηση της ανακοπής θεμελιώνουν οι συνέπειες της παραδοχής της και της κατάταξης στον πίνακα, το οποίο δεν εξαντλείται μόνον στην ακύρωση της κατάταξης του καθ' ού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με τη δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντος, ώστε, αν παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθ' ού, κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί, η ανακοπή του απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της (ΑΠ 1023/2009).
Ο ανωτέρω δε κανόνας ισχύει και όταν με την ανακοπή προσβάλλεται η προαφαίρεση των εξόδων της εκκαθάρισης. Συνακόλουθα, στη δίκη της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δεν υφίσταται δυνατότητα δημιουργίας δεδικασμένου που δεσμεύει τον εκκαθαριστή και συντάκτη του πίνακα, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλθηκε σε οποιαδήποτε μελλοντική δίκη που την αφορά, αφού δεν υφίσταται μεταξύ τους έννομη σχέση υποκείμενη σε διάγνωση εκ μέρους του δικαστηρίου της ανακοπής, ώστε να καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 322 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμ. 16 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο που δημιούργησε η 1570/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, που συνέταξε η αναιρεσίβλητη ως ειδική εκκαθαρίστρια της ..., και η οποία ανακοπή ασκήθηκε από μη διαδίκους στην παρούσα δίκη πιστωτές της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με σκοπό τη μεταρρύθμιση του πίνακα, στον οποίο ο καθένας από τους αναιρεσείοντες είχε καταταγεί τυχαία και προνομιακά.
Ότι στη δίκη αυτή, όπου τέθηκε το ζήτημα της βασιμότητας των απαιτήσεών τους, συμμετείχε η αναιρεσίβλητη ως διάδικος, έγινε δε δεκτό, παράγοντας για τη μεταξύ τους σχέση δεδικασμένο, ότι "οι καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσείοντες) ήταν διευθύνοντες υπάλληλοι και μάλιστα διευθυντές της επιχείρησης, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Εφόσον οι συμβάσεις εργασίας τους συνήφθησαν πριν αναλάβουν την ιδιότητα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δεν απαιτείτο για τη σύναψή τους ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης κατ' άρθρο 23α παρ. 2 και 5 του ν. 2190/1920 ούτε απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης για έγκριση των αποδοχών τους αφού πρόκειται για υπηρεσίες που παρείχοντο βάσει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας κατ' άρθρο 24 παρ. 2 και 3 του ν. 2190/1920".
Ότι η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία έλαβε γνώση του σχετικού ισχυρισμού περί δεδικασμένου που προτάθηκε παραδεκτώς και με την εμπρόθεσμη και νομότυπη προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την ανωτέρω απόφαση, δεχόμενη τα αντίθετα σχετική με τη φύση της σύμβασης που τους συνέδεε με την υπό εκκαθάριση εταιρεία, παραλείποντας μάλιστα να απαντήσει στη σχετική ένσταση.
Όμως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζονται στον ως άνω αναιρετικό λόγο, η επίμαχη απόφαση δεν αφορούσε στη διάγνωση της ουσιαστικής σχέσης μεταξύ των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης (με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της φερόμενης ως εργοδότριας των πρώτων εταιρείας) ως διαδίκων εκείνης της δίκης, αλλά μόνο στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων έναντι των άλλων δανειστών, που είχαν ασκήσει και τις σχετικές ανακοπές.
Για το λόγο αυτό, οι ανακοπές που συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 1570/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ρητώς απορρίφθηκαν κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της διαχειρίστριας της αναιρεσίβλητης και συντάκτριας του ανακοπτόμενου πίνακα, επειδή δεν είχε, κατά την κρίση του δικαστηρίου εκείνου, την ιδιότητα της διαδίκου στη δίκη της ανακοπής.
Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός, που στηρίζεται στον αριθμό 8 και όχι στον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με την διάταξη του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως το άρθρο 23 α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 189) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (23.2.2011), ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους.
Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η άδεια της γενικής συνέλευσης κατά την προηγούμενη παράγραφο 2 δεν παρέχεται, εάν στην απόφαση αντιτάχθηκαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπουμένου στην συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου επιτράπηκε η άδεια της γενικής συνέλευσης να παρασχεθεί και μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι στην εν λόγω απόφαση δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπουμένου στη συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου, σε αντίθεση δηλαδή με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, όπου απαιτείτο η απόφαση της γενικής συνέλευσης να είναι πάντοτε προγενέστερη της σύναψης της σύμβασης, προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η γενική συνέλευση να τεθεί προ τετελεσμένων γεγονότων (ΟλΑΠ 32/1975).
Μεταξύ των προσώπων της παρ. 5 του ιδίου άρθρου για τα οποία απαιτείται κατά προαναφερθέντα ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας προς σύναψη σύμβασης με τα πρόσωπα αυτά, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συγκαταλέγονται τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου.
Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την πρόληψη ενδεχομένων καταχρήσεων εκ μέρους των προσώπων αυτών, τα οποία λόγω της ιδιότητας και της θέσης τους είναι δυνατόν να συντελέσουν αποφασιστικά στη σύναψη επιζήμιων για την εταιρεία συμβάσεων προς ίδιο όφελος (ΑΠ 1791/2006, 1512/2011, 1791/2015, 1036/2017). Από την διατύπωση των ως άνω διατάξεων σε συνδυασμό με τον κατά τα άνω επιδιωκόμενο από αυτές σκοπό συνάγεται ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οιωνδήποτε συμβάσεων, επομένως και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που συνάπτουν με την ανώνυμη εταιρεία τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές πρόσωπα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, και ότι κατ' εξαίρεση οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες στις περιπτώσεις της χορήγησης ειδικής προς τούτο άδειας από τη γενική συνέλευση και υπό τον όρο ότι δεν θα αντιταχθούν μέτοχοι που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό του εκπροσωπουμένου στη γενική συνέλευση μετοχικού κεφαλαίου ή στις περιπτώσεις της ένταξης των συμβάσεων αυτών εντός των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας (ΑΠ 2182/2007, 791/2015).
Ως "τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους", όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.
Επομένως σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής και επομένως είναι άκυρη, εάν δεν παρασχεθεί η από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενη ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005, ΑΠ 1066/2002, ΑΠ 8/2001, ΑΠ 627/1974).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ.1), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής.
Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.(ΟλΑΠ 20/2005, 2/2013).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. (ΟλΑΠ 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3699/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Με τους λόγους της αίτησης, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το Εφετείο, α) αποφαινόμενο ότι οι συμβάσεις εργασίας που η αναιρεσίβλητη συνήψε με τους αναιρεσείοντες ήταν εκτός της "τρέχουσας συναλλαγής" και β) ότι οι τροποποιήσεις τους ως προς το ύψος των αποδοχών τους ήταν άκυρες, παρά το γεγονός ότι αυτές εγκρίθηκαν από τη γενική συνέλευση της αναιρεσίβλητης, η από τον αριθμό 13 πλημμέλεια διότι η αναιρεσιβαλλόμενη εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεχόμενοι ότι οι αναιρεσείοντες όφειλαν να αποδείξουν ότι οι συμβάσεις τους δεν εξέρχονταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής, ενώ το γεγονός αυτό προέκυπτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και, τέλος, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Δεν αναφέρονται, όμως, έστω και περιληπτικά, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, με τις κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, παρά μόνο η επιγραμματική αναφορά στην απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι, ενιαίως κρινόμενοι, είναι απαράδεκτοι. Η από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο αφήνει μία παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 42/2007, 101/2008). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη, νόμιμη και ουσιώδης (ΑΠ 651/2009, 332/2020).
Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής τους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομένη το σφάλμα ότι εφόσον δεν δέχθηκε να χαρακτηρίσει τη σύμβαση που τους συνέδεε με την αναιρεσίβλητη ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά τη χαρακτήρισε ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, θα έπρεπε να αποφανθεί επ' αυτής, δεδομένου ότι είχε την υλική αρμοδιότητα, ή έστω να την παραπέμψει στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο και ότι, μη αποφαινόμενη, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, που υπάγεται στον αριθμό 9 πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως αόριστος αφού δεν αναφέρεται εάν υπήρχε σχετική (επικουρική λόγω της αντιφατικότητάς της με το κυρίως αίτημα της αγωγής) αίτηση στην αγωγή και ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό της. Συνακόλουθα, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, 191), όπως ειδικότερα εκτίθεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.6.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6018/554/2017 αίτηση για αναίρεση της 3699/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ