Legislator Case Law & Legislation
2010/2019 AI generated

2010/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2010/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2010/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απορρίπτει ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 § 2ε' του Π.Κ.).

Keywords

AI generated
economic offence illicit financial flows benefit fraud speculative capital asset manager undeclared gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2010 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2010/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Λ. του Μ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντας στο ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Κουτσούκο και Γεώργιο Μαυρομμάτη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2019 και 2994/2018 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ι. Χ. του Σ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούτσικο, 2. Ι. Μ. του Γ., κάτοικο ... και 3. Ν. Κ. του Κ., κάτοικο ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 871/2019.

Αφού άκουσε

Την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 23-5-2019 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι. Λ. του Μ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23-5-2019 και έλαβε αρ.πρωτ.6013/23-5-2019, για αναίρεση της υπ' αριθμ.196/2019 και 2994/2018 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 3 ετών , την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για 3 έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή ( άρθρα 473 παρ.1,2,3 και 474 παρ.1,2 Κ.Π.Δ.). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, απόντων των δεύτερου και τρίτου των πολιτικώς εναγόντων Ι. Μ. και Ν. Κ., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνία ... αποδεικτικά επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 464 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, " εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως, με αντικείμενο πράξεις για την δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, ότι επιθυμεί την πρόοδο τους". Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ ήταν εκκρεμής η ποινική διαδικασία για τη διωκόμενη αυτεπαγγέλτως πράξη της κακουργηματικής απάτησε σε βάρος του αναιρεσείοντος, οι εκ των παθόντων Ν. Κ. και Ι. Μ. με τις από 30-10-2019 αντίστοιχα δηλώσεις τους προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δήλωσαν την επιθυμία τους για την πρόοδο αυτής, κάτι που δεν έπραξε ο επίσης παθών Ι. Χ.. Λαμβανομένου υπόψη όμως ότι ο τελευταίος είχε ήδη ασκήσει κατά του αναιρεσείοντος την από 4.7.2007 μήνυσή του με την οποία ζητούσε ρητά την ποινική δίωξη του τελευταίου για τη τελεσθείσα και σε βάρος του απάτη, η υποβολή αυτής δηλώνει και τη βούλησή του για τη πρόοδο της διαδικασίας και υποκαθιστά την προβλεπόμενη από την μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ απλή άλλωστε δήλωση και επομένως πληροί το σκοπό αυτής. Συνακόλουθα δεν υφίσταται απαράδεκτο της ποινικής δίωξης για την ανωτέρω πράξη σε βάρος του Ι. Χ..

ΙΙΙ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 386 παρ. 1 του Π.Κ. " Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγός αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια, με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.

Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν, όπως είναι και η φερεγγυότητα, και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις ή η μη τήρηση συμβατικών υποχρεώσεων. Περιουσιακή βλάβη, εκτός των άλλων, είναι η καταβολή χρημάτων από τον παραπλανηθέντα παθόντα στον δράστη της απάτης και η μείωση έτσι της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία .

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Π.Κ., μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 2721/1999, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ) και ήδη των 120.000 ευρώ (όπως ορίστηκε με την παρ. 2δ του άρθρου 25 του Ν. 4055/2012), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.

Ήδη με τον ισχύοντα Νόμο 4619/2019, που ισχύει από 1-7-2019, αφαιρέθηκε η επιβαρυντική περίσταση, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και ορίζει ότι, "Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".

ΙV. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, αφού σ' αυτό απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

(Ολ. Α.Π. 2/2011, 3/2008).

V. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2994/2018 & 196/31.1.2019 απόφασή του , κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, με συνολικό περιουσιακό όφελος και προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 Ευρω ( συγκεκριμένα 259.146 Ευρω ), του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο σκεπτικό της, σχετικά με αυτήν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, τα εξής: " Επειδή, από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:

Ο Ι. Χ. το καλοκαίρι του έτους 2005 αναζητούσε τρόπο για καλύτερη αξιοποίηση των κεφαλαίων που κατείχε σε συνάλλαγμα. Ο κατηγορούμενος προσέγγισε τον εγκαλούντα Ι. Χ. μέσω του γιού του και άλλων κοινών γνωστών και αρχικά σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν του παρουσιάστηκε ως επενδυτικός σύμβουλος στην χρηματαγορά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με άδεια και υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, διαχειριζόμενος κεφάλαια συνολικού ύψους άνω του 1.000.000 ευρώ.

Τον Δεκέμβριο του έτους 2005 συναντήθηκαν στην Αθήνα και παρέστησε στον εγκαλούντα ότι έχει σπουδές στο αντικείμενο αυτό, ότι στο παρελθόν είχε συνεργασθεί με τον εφοπλιστή Σ. Λ. και ότι ήταν τόσο καλός στο αντικείμενο του και τόσο επιτυχημένος που είχε γίνει το "δεξί χέρι" του στις επιχειρήσεις στο ... ότι διέθετε βαθιά γνώση των ξένων χρηματαγορών, πλήρη οργάνωση και συνεργαζόταν με τους πιο ακριβοπληρωμένους οικονομικούς και νομικούς συμβούλους, ότι οι πελάτες του ήταν όλοι άτομα σημαντικής οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας και έκαστος του είχε εμπιστευθεί τη διαχείριση κεφαλαίου άνω των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ.

Με τον τρόπο αυτόν έπεισε τον εγκαλούντα να του εμπιστευθεί το ποσό των 182.000 δολαρίων για ένα έτος προκειμένου, όπως προηγουμένως του είχε παρουσιάσει, να το επενδύσει σε μετοχές που διαπραγματεύονταν στις χρηματαγορές των Η.Π.Α., να δημιουργήσει χαρτοφυλάκιο και επιτύχει κατ' αυτόν τον τρόπο αποδόσεις της τάξεως του 12-18% ετησίως, χωρίς κανένα απολύτους κίνδυνο όπως τον είχε διαβεβαιώσει για το κεφάλαιό του, την επιστροφή του οποίου του εγγυήθηκε παριστάνοντάς του ότι ήταν φερέγγυος και είχε από τον πατέρα του μετρητά και μεγάλη ακίνητη περιουσία, τον οποίο πατέρα του γνώριζε προσωπικά ο εγκαλών που είναι ξενοδόχος λόγω του ότι ο πατέρας του κατηγορουμένου ήταν σύμβουλος στην οικεία Ένωση Ξενοδόχων.

Ο κατηγορούμενος απέστειλε στον εγκαλούντα σχετικό συμφωνητικό, υπογεγραμμένο από τον ίδιο και ο εγκαλών πεισθείς από τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου του έμβασε το ποσό των 182.000 δολαρίων ΗΠΑ στις 25-01-2006 ενώ μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία του υποσχέθηκε ότι θα τον κάλυπτε ο ίδιος με δικά του κεφάλαια.

Τον Μάρτιο του έτους 2006 ο εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του αποστείλει ενημέρωση σχετικά με όλα τα στοιχεία και την πρόοδο της επένδυσης και ο κατηγορούμενος του υποσχέθηκε ότι θα τον ενημερώνει μόνο για την απόδοση των χρημάτων του κατά τον προηγούμενο ημερολογιακό μήνα, με αναγραφή της ποσοστιαίας απόδοσης του κεφαλαίου κατά μήνα, με μια φόρμα που θα ετοίμαζε ο ίδιος και την οποία θα του απέστειλε την 12η ημέρα εκάστου μηνός.

Σύμφωνα με τις ενημερώσεις που απέστειλε ο κατηγορούμενος στον εγκαλούντα για τους μήνες από Ιανουάριο του έτους 2006 έως τον Αύγουστο του ίδιου έτους οι αποδόσεις του κεφαλαίου ανέρχονται από 0,29% έως 2,07% ήτοι το κεφάλαιο ανήλθε στο ποσό των 189.491 δολαρίων ΗΠΑ, μετά την αφαίρεση αμοιβών, προμηθειών και λοιπών επιβαρύνσεων.

Ο εγκαλών αντιλαμβανόμενος ότι οι αποδόσεις του κεφαλαίου του δεν ήταν οι αναμενόμενες σύμφωνα με όσα του είχε υποσχεθεί ο κατηγορούμενος, επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να διακόψουν την συνεργασία τους και να του επιστρέφει το κεφάλαιο με τις μέχρι τότε αποδόσεις του, πράγμα που ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε , καθώς όπως τον ενημέρωσε τα χρήματα του ήταν δεσμευμένα και θα έπρεπε να αναμένει μέχρι τις 12-01-2007, οπότε και θα έληγε η περίοδος του ενός έτους που είχαν συμφωνήσει.

Ο κατηγορούμενος συνέχισε να αποστέλει ενημερώσεις στον εγκαλούντα και σύμφωνα με αυτές το κεφάλαιο του συνέχισε να έχει αποδόσεις που κυμαίνονταν από 0,61% έως 2,21%, με αποτέλεσμα τον Δεκέμβριο του έτους 2006 να έχει ανέλθει στο ποσό των 198.973 δολαρίων ΗΠΑ. Στις 13-01-2007 ο εγκαλών επικοινώνησε και πάλι με τον κατηγορούμενο ζητώντας του και πάλι την διακοπή της συνεργασίας τους και την επιστροφή των χρημάτων του, όμως και πάλι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την επιστροφή των χρημάτων καθώς όπως τον πληροφόρησε θεώρησε ότι εφόσον παρήλθε η 12-01-2007 χωρίς να τον οχλήσει επιθυμούσε την επανατοποθέτηση του κεφαλαίου του στις χρηματαγορές των Η.Π.Α., αν και ο εγκαλών του είχε ρητά και με σαφήνεια δηλώσει ότι επιθυμεί την λήξη της συνεργασίας και την επιστροφή των χρημάτων του.

Στην έντονη αντίδραση του εγκαλούντα, ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε ότι τον αμέσως επόμενο μήνα και δη στις 12-02-2007 θα του επιστρέφει το χρηματικό ποσό, ενώ μάλιστα του ζήτησε να του αποστείλει και σχετική επιστολή, στην οποία θα αναφέρει τον αριθμό του λογαριασμού που θα ήθελε να κατατεθούν τα χρήματα. Ο εγκαλών απέστειλε την σχετική επιστολή και ο κατηγορούμενος του απέστειλε νέα ενημέρωση σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιό του μετά των αποδόσεων ανερχόταν πλέον σε 199.212 δολάρια ΗΠΑ.

Ακολούθως όμως ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε το ανωτέρω χρηματικό ποσό στον λογαριασμό του εγκαλούντα, αλλά αντ' αυτού επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον υιό του εγκαλούντα και για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε ότι επειδή ο εγκαλών καθυστέρησε να του αποστείλει υπογεγραμμένο το συμφωνητικό, καθυστέρησε και αυτός να το καταθέσει στην χρηματιστηριακή εταιρεία "...", οπότε για την χρηματιστηριακή το δωδεκάμηνο ξεκίνησε από τον Ιούνιο του έτους 2006 και επομένως τα χρήματα δεν μπορούσαν να αποδεσμευτούν προ της παρελεύσεως του έτους ήτοι τον Ιούνιο του έτους 2007.

Όμως ο εγκαλών αφενός μεν είχε αποστείλει τα χρήματα από τις 25-01-2006, αφετέρου δε του είχε υποσχεθεί ο κατηγορούμενος ότι για το μέχρι τότε χρονικό διάστημα τον κάλυπτε με ίδια κεφάλαια, ενώ μάλιστα του είχε αποστείλει και ενημέρωση για τον μήνα Ιανουάριο 2006, πέραν τούτων ο εγκαλών για πρώτη φορά πληροφορείτο ότι ο κατηγορούμενος δεν επένδυε ο ίδιος τα χρήματα του εγκαλούντα αλλά τα είχε εμπιστευτεί σε χρηματιστηριακή εταιρεία.

Έντονα δυσαρεστημένος ο εγκαλών από όσα για πρώτη φόρα πληροφορείτο, ζήτησε στις 24-03-2007 από τον κατηγορούμενο να τον διαβεβαιώσει εγγράφως ότι θα του επέστρεφε τα χρήματά του τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Εκείνος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον υιό του εγκαλούντα και ισχυρίσθηκε ότι από την διαχείριση του κεφαλαίου από την χρηματιστηριακή εταιρεία "..." κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2007, υπήρχαν απώλειες της τάξεως του 45% και ότι η ανωτέρω εταιρεία αναλάμβανε πλήρως την ευθύνη για τις ζημίες και προτίθετο να τις αποκαταστήσει μέχρι τον Ιούνιο του 2007, προκειμένου δε να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του αυτούς και να καθησυχάσει τον εγκαλούντα του απέστειλε στις 29-03-2007 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου εντός του οποίο περιέλαβε κείμενο το οποίο φερόταν να του το έχει αποστείλει ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας "..." και με το οποίο η εταιρεία παραδεχόταν την διαχείριση του χαρτοφυλακίου και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει για την επίλυση της κατάστασης με την επιστροφή των απολεσθέντων κεφαλαίων.

Σε έρευνα στην οποία προχώρησε ο εγκαλών διαπίστωσε ότι αφενός μεν η ανωτέρω εταιρεία δεν αποδέχεται αυθεντικότητα του κειμένου και το χαρακτηρίζει ως απατηλό, αφετέρου δε η εταιρεία αυτή δεν είναι χρηματιστηριακή εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών αγοράς ή πώλησης μετοχών και διαφύλαξης χαρτοφυλακίου ως θεματοφύλακας αλλά επρόκειτο για εταιρεία παροχής υπηρεσιών και δη οικονομοτεχνικής ανάλυσης των μετοχών που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η οποία μέσω ειδοποιήσεων (alerts) προτείνει στους πελάτες της την αγορά μιας συγκεκριμένης μετοχής σε συγκεκριμένη τιμή ως συμφέρουσα ή αντίστοιχα την πώληση κάποιας μετοχής σε συγκεκριμένη τιμή, γιατί παύει να είναι συμφέρουσα.

Ο εγκαλών συνέχισε να ζητάει επίμονα την επιστροφή των χρημάτων του, όσων τουλάχιστον είχαν απομείνει, και ο κατηγορούμενος συνέχιζε να αρνείται την επιστροφή των χρημάτων ισχυριζόμενος ότι οι απώλειες είχαν περιορισθεί στο 37% του κεφαλαίου και όταν ο εγκαλών επέμεινε στην επιστροφή του όποιου ποσού είχε απομείνει ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε ότι από το αρχικό κεφάλαιο είχε μείνει μόνο το 15%.

Ο κατηγορούμενος ενεργώντας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο απέσπασε και από τον εγκαλούντα Ν. Κ. το συνολικό ποσό των 75.000 ευρώ και ειδικότερα τα Χριστούγεννα του 2005 προσέγγισε τον εγκαλούντα και του παρέστησε ότι είναι επενδυτικός σύμβουλος στην χρηματαγορά των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με άδεια και υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, διαχειριζόμενός κεφάλαια συνολικού ύψους άνω του 1.000.000 ευρώ, ότι έχει σπουδές στο αντικείμενο αυτό, ότι στο παρελθόν είχε συνεργασθεί με τον εφοπλιστή Σ.

Λ. και ότι ήταν τόσο καλός στο αντικείμενο του και τόσο επιτυχημένος που είχε γίνει το "δεξί χέρι" του στις επιχειρήσεις στο ... ότι διέθετε βαθιά γνώση των ξένων χρηματαγορών, πλήρη οργάνωση και συνεργαζόταν με τους πιο ακριβοπληρωμένους οικονομικούς και νομικούς συμβούλους, ότι οι πελάτες του ήταν όλοι άτομα σημαντικής οικονομικής και κοινωνικής επιφάνειας και έκαστος του είχε εμπιστευθεί τη διαχείριση κεφαλαίου άνω των 500.000 δολαρίων ΗΠΑ.

Με τον τρόπο αυτόν έπεισε τον εγκαλούντα να προβεί στο δανεισμό 75.000 ευρώ, τα οποία του ανέθεσε για ένα έτος προκειμένου να τα επενδύσει. Τον Νοέμβριο του 2006 ο εγκαλών αποφάσισε να διακόψει την συνεργασία με τον κατηγορούμενο και ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων του, τα οποία ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του επιστρέψει με την δικαιολογία ότι θα έπρεπε να αναμένει μέχρι τις 12-05-2007, οπότε θα έληγε το έτος που είχαν συμφωνήσει, καθώς τα χρήματα ήταν δεσμευμένα.

Μετά από έντονες πιέσεις ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε την επιστροφή του κεφαλαίου με τις μέχρι τούδε αποδόσεις στις 12-02-2007, ποσό το οποίο σύμφωνα με τις ενημερώσεις που απέστελνε ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 80.008 ευρώ μετά την αφαίρεση αμοιβών, προμηθειών και λοιπών επιβαρύνσεων.

Στις συνεχείς πιέσεις του εγκαλούντα ο κατηγορούμενος του ανακοίνωσε τον Μάρτιο του 2007 ότι η επένδυση δεν εξελίσσεται ως αναμενόταν και είχε υποστεί απώλειες, ενώ για πρώτη φορά του ανέφερε ότι τα χρήματά του δεν τα διαχειριζόταν ο ίδιος αλλά τα είχε εμπιστευτεί σε μια χρηματιστηριακή εταιρεία και δη την "..." και ότι από την διαχείριση αυτή το κεφάλαιό του είχε υποστεί μεγάλες ζημίες, τις οποίες ο κατηγορούμενος προσδιόριζε σε ποσοστό 45% αυτού, ενώ τον διαβεβαίωσε ότι η ανωτέρω εταιρεία αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τις ζημίες αυτές.

Περί τα τέλη Μαρτίου του 2007 ο εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο την επιστροφή του συνολικού ποσού που είχε απομείνει μετά τις ανωτέρω απώλειες. Την 31-05- 2007 ο κατηγορούμενος απέστειλε επιστολή στον εγκαλούντα αναφέροντάς του ότι, ενώ τον Μάιο του 2006 το κεφάλαιό του απέδωσε τα αναμενόμενα, από τα μέσα μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 2006 απομειώθηκε κατά 80% εξαιτίας δύο μετοχών, της ...

και της ..., τις οποίες τάχα είχε πουλήσει ήδη από τον Ιανουάριο 2006, ισχυριζόμενος δηλαδή ότι τον Ιούνιο του 2006 έχασε χρήματα εξαιτίας μετοχών που είχε πουλήσει ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2006, προτού καν συμφωνήσει με τον εγκαλούντα την επένδυση του κεφαλαίου του. Επιπλέον δε στην επιστολή αυτή για πρώτη φορά αναφέρει ότι οι αγοραπωλησίες των μετοχών εκτελούνταν από την ..., με θεματοφύλακα τη ....

Τέλος κατάφερε και απέσπασε και από τον Ι. Μ. 31.000 λίρες Αγγλίας και ειδικότερα περί τα μέσα του έτους 2005 ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωριζόταν παλαιόθεν με τον εγκαλούντα Ι. Μ., συναντήθηκαν στην ... και του παρέστησε ότι εφάρμοζε μια κερδοφόρα στρατηγική επενδύσεων με αντικείμενο μετοχές του δείκτη ΝΑSDAQ στην χρηματαγορά των Η.Π.Α., η οποία απέφερε αποδόσεις μεταξύ 8-12% κατά μέσο όρο με χαμηλό πάντα κίνδυνο, ενώ του επέδειξε και στοιχεία από μια επένδυση όπου εφήρμοσε αυτήν την τακτική και η απόδοση ανήλθε σε 87% του αρχικού κεφαλαίου μέσα σε 35 ημέρες.

Του παρουσίασε δε ότι για τις επενδυτικές του αυτές δραστηριότητες είχε σχετική άδεια και τελούσε υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ενώ άρχισε να τον πιέζει να του παραδώσει χρήματα προς επένδυση και του επέδειξε πίνακες όπου εμφανίζονταν οι επικερδείς αποδόσεις των δύο άλλων εγκαλούντων Ι.

Χ. και Ν. Κ.. Στις 12-10-2006 κατέθεσε ο εγκαλών 31.000 λίρες Αγγλίας στο λογαριασμού του κατηγορουμένου στην Τράπεζα HSBC μέσω επιταγής της τράπεζάς του Νational Westmnster και στις 19-10-2006 ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) ότι τα χρήματα χρεώθηκαν στον λογαριασμό του και θα ξεκινούσε η επένδυση σε μετοχές μόλις γινόταν εκκαθάριση του ποσού από τον χρηματιστή του.

Λίγο αργότερα ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον εγκαλούντα ότι επειδή το ποσό των 31.000 λιρών υπολειπόταν του ελάχιστου που χρειαζόταν για προβεί στην επένδυση, θα κρατούσε τα χρήματα σε repos μέχρι να συμπληρώσει άλλες 40.000 λίρες. Ο κατηγορούμενος παράλληλα συνέχισε να πιέζει τον εγκαλούντα να προβεί σε κατάθεση και άλλου χρηματικού ποσού και όταν αντιλήφθηκε ότι ο εγκαλών δεν επρόκειτο να του αποστείλει άλλα χρήματα, τον Μάρτιο του 2007 του αποκάλυψε ότι τα χρήματά του δεν είχαν τοποθετηθεί σε repos αλλά σε μετοχές και ότι υπήρχε πρόβλημα λόγω μιας ριψοκίνδυνης συναλλαγής του διαμεσολαβητή του.

Τότε για πρώτη φορά ο κατηγορούμενος ενημέρωσε τον εγκαλούντα ότι τα χρήματά του δεν τα διαχειριζόταν ο ίδιος αλλά τα είχε εμπιστευτεί στην εταιρεία "..." και είχε απωλέσει όλο το κεφάλαιο. Ο εγκαλών ζήτησε από τον κατηγορούμενο πλήρη ενημέρωση και του ζήτησε να του αποστείλει τον φάκελο με τα στοιχεία της επένδυσής των χρημάτων του, αντ' αυτού όμως ο κατηγορούμενος του προώθησε το ίδιο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είχε προωθήσει και στον Ι.

Χ. εντός του οποίου περιέλαβε κείμενο το οποίο φερόταν να του το έχει αποστείλει ο Γενικός Διευθυντής της εταιρείας "..." και με το οποίο η εταιρεία παραδεχόταν την διαχείριση του χαρτοφυλακίου και ήταν πρόθυμη να βοηθήσει για την επίλυση της κατάστασης. Σε έρευνα στην οποία προχώρησε ο εγκαλών διαπίστωσε και αυτός όπως και ο Ι.

Χ., ότι αφενός μεν η ανωτέρω εταιρεία δεν αποδέχεται αυθεντικότητα του κειμένου και το χαρακτηρίζει ως απατηλό, αφετέρου δε η εταιρεία αυτή δεν είναι χρηματιστηριακή εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών αγοράς ή πώλησης μετοχών και διαφύλαξης χαρτοφυλακίου ως θεματοφύλακας αλλά επρόκειτο για εταιρεία παροχής υπηρεσιών και δη οικονομοτεχνικής ανάλυσης των μετοχών που διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, η οποία μέσω ειδοποιήσεων (alerts) προτείνει στους πελάτες της την αγορά μιας συγκεκριμένης μετοχής σε συγκεκριμένη τιμή ως συμφέρουσα ή αντίστοιχα την πώληση κάποιας μετοχής σε συγκεκριμένη τιμή, γιατί παύει να είναι συμφέρουσα.

Από επικοινωνία που είχε ο εγκαλών Ι. Μ. με τους άλλους δύο εγκαλούντες ανακάλυψε ότι τον Οκτώβριο του έτους 2006 που είχε καταθέσει τα χρήματα του, ο κατηγορούμενος είχε αρχίσει ήδη να έχει απώλειες από τα χρήματα που είχε επενδύσει για λογαριασμό των άλλων δύο εγκαλούντων, γεγονός που του απέκρυψε, παριστάνοντάς του ψευδώς ότι το επενδυτικό πρόγραμμα που ακολουθούσε απέδιδε και τα κεφάλαια των υπολοίπων παρουσίαζαν κέρδη.

Από τα προπεριγραφέντα, αποδεικνύεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος με ψευδείς παραστάσεις, ότι έχει τόσο τις απαιτούμενες γνώσεις, αλλά και τις γνωριμίες και ότι διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες να ενεργεί ως επενδυτικός σύμβουλος στις Χρηματαγορές των ΗΠΑ και ότι πρόκειται να προβεί σε επενδύσεις με εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση κέρδους που ανέρχεται σε ποσοστό 12-18% ετησίως, έπεισε τους ανωτέρω εγκαλούντες να του εμπιστευτούν ο μεν Ι.

Χ. 182.000 δολάρια ΗΠΑ, ο δε Ι. Μ. 31.000 λίρες Αγγλίας, ενώ ο Ν. Κ. 75.000ευρώ, τα οποία όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε σκοπό να επενδύσει, καθώς ούτε τις γνώσεις, ούτε τις γνωριμίες διέθετε, ενώ δεν ήταν επενδυτικός σύμβουλος και δεν διέθετε άδεια από την Αμερικάνικη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με αποτέλεσμα να βλάψει την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα ανωτέρω ποσά με δική του αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια, καθώς ουδέποτε επέστρεψε σε αυτούς τα χρήματα που του είχαν εμπιστευτεί.

Τα παραπάνω προσεπιβεβαιώνονται από τις καταθέσεις ενόρκως των μαρτύρων στο ακροατήριο αλλά και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρονται αποσπάσματα των εγγράφων που εστάλησαν από τον κατηγορούμενο προς τους εγκαλούντες αναφορικά με την εξασφάλιση του κεφαλαίου προς επένδυση και του αναληφθέντος κινδύνου:

Στο από 11-05-2006 e-mail του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα Κ. αναφέρεται επί λέξει: "....Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό που συνυπογράφουμε διευκρινίζει ότι ο Εντολέας έλαβε γνώση για τους επενδυτικούς κινδύνους που αναλαμβάνει οι οποίοι όπως εξήγησα κατ' ιδίαν είναι κίνδυνοι που αντισταθμίζονται, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν χρηματοπιστωτικά εργαλεία μείωσης του κινδύνου στο ελάχιστο και κατ' επέκταση εγγύησης του αρχικού κεφαλαίου στο μεγαλύτερο βαθμό που πλησιάζει το 100%.

Στο από 22-03-2007 e-mail του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ. αναφέρεται επί λέξει: ".... Επενδυτικό προφίλ Πελάτη: Αναφορικά με τον όρο 2 και την εμπειρία μου και συζητήσεις με τον πελάτη για την του σε κινδύνους και την όρεξή του, είναι επιτακτικό να σχεδιαστεί ένα επενδυτικό πλάνο το οποίο να παρέχει σταθερότητα και κυρίως να είναι μικρού μεσαίου κινδύνου, να είναι συνεπές και να παρέχει σταθερή απόδοση κάθε μήνα μέxρι και το τέλος του συμβολαίου......

Στο από 31-05-2007 e-mail του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ. αναφέρεται επί λέξει: " Το κεφάλαιό σας επενδύθηκε νομότυπα σε μετοχές του Αμερικανικού Χρηματιστηρίου (ΝΥSE , ΝΑSDAQ, ΑΜΕΧ) σύμφωνα με τις αρχές που συμφωνήσαμε στο συμφωνητικό που υπογράψαμε...". Στο από 14-09-2006 E-MAIL του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ.

αναφέρεται επί λέξει: "Παρακαλώ μετάφερέ τα στον πατέρα σου μαζί με το γεγονός ότι δεν έχω άλλη επιλογή πλέον από το να μειώσω την έκθεση στο Εquit Fund II που έχει επενδύσει ο πατέρας σου, προκειμένου να προστατέψω όλα τα κέρδη που έχουμε κλειδώσει μέχρι τώρα, επιδιώκοντας την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων επιπλέον κερδών με περιορισμένο κίνδυνο μέχρι την στιγμή που θα αναλάβετε τα κεφάλαιά σας τον Ιανουάριο......

Με τα δεδομένα αυτά, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι είχε συμφωνηθεί με τους εγκαλούντες - και πράγματι ο ίδιος προέβη σε επενδύσεις υψηλού ρίσκου, η οποία δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί από μεμονωμένα φυσικά πρόσωπα (ήτοι να ανοιχθεί στο όνομα των εγκαλούντων) και επρόκειτο για CFDs που είναι παράγωγα μετοχών αλλά έχουν μόχλευση 90% αντί του 50%, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε αντίστοιχη συμφωνία αλλά αντίθετα ο κατηγορούμενος, με τις προαναφερθείσες ψευδείς παραστάσεις προ τους εγκαλούντες σκόπευε να τους παραπλανήσει, προκειμένου να καρπωθεί ο ίδιος τα χρήματά τους και να τα χρησιμοποιήσει προ ίδιον όφελος, με συνέπεια την απώλεια των κεφαλαίων τους και την αντίστοιχη ζημία τους.

Ενδεικτικό και επιβεβαιωτικό τη παραπάνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου είναι και το γεγονός ότι αυτός προκειμένου να καθησυχάσει τους εγκαλούντες Ι. Χ. και Ι. Μ., έτσι ώστε, όταν αυτοί αντιλήφθηκαν την απώλεια του κεφαλαίου τους, να μην στραφούν δικαστικά εναντίον του, κατάρτισε και τους απέστειλε πλαστό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο φερόταν ο Πρόεδρος της εταιρείας "..." να αποδέχεται ότι διαχειριζόταν τα κεφάλαια των εγκαλούντων και να αναλαμβάνει την ευθύνη για την απώλειες που αυτά παρουσίασαν και να υπόσχεται την επίλυση του προβλήματος που δημιουργήθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, από πρόθεση, τέλεσε την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και ήδη και των 120.000 ευρώ και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, αναγνωριζομένης όμως της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως, κατ' άρθρ. 84 παρ.2 εδ.

ε' ΠΚ, όπως είχε αναγνωρισθεί και δυνάμει της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρ. 470 ΚΠΔ). Όσον αφορά δε την πράξη τη πλαστογραφίας με χρήση από την οποία το περιουσιακό όφελος υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ και ήδη και των 120.000 ευρώ, αυτή φέρει τον χαρακτήρα πλημμελήματος, αφού αποδείχθηκε ότι η πράξη αυτή (κατάρτιση του πλαστού εγγράφου) φέρεται να τελέστηκε στις 06-03-2007 και η χρήση του πλαστού εγγράφου στις 29-03-2007 ήτοι έλαβαν χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την απώλεια των κεφαλαίων της επένδυσης των εγκαλούντων και αποτελούσαν "συγκαλυπτικές" πράξεις (Ολ.Α.Π. 1/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και συνακόλουθα πρόκειται για πλαστογραφία κατ' άρθρ. 216 παρ.1 ΠΚ Περαιτέρω, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.3, 112, 113 παρ.1,2,3 ΠΚ και 370 εδ.

β' ΚΠΔ πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη της πλαστογραφίας (άρθρ. 216 παρ.1 ΠΚ)". VI. Ακολούθως το Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του περιέλαβε τα ακόλουθα: "

Απορρίπτει ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 § 2ε' του Π.Κ.).

Παύει Οριστικά την Ποινική Δίωξη κατά του ως άνω κατηγορουμένου λόγω παραγραφής για του ότι: Στην ….. στις 6.3.2007 κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, του εγγράφου δε αυτού έκανε χρήση, ενώ με τις πράξεις του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, ενώ το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73,000 ευρώ και συγκεκριμένα με σκοπό να παραπλανήσει τους Ι.

Χ. και Ι. Μ. σχετικά με την πορεία των κεφαλαίων που του είχαν εμπιστευτεί προς επένδυση στις χρηματαγορές των Η.Π.Α. και δη 182.000 δολάρια ΗΠΑ ο πρώτος και 31.000 λίρες Αγγλίας ο δεύτερος και να τους παρουσιάσει ότι για τις απώλειες των κεφαλαίων τους ευθύνεται η εταιρεία "...", η οποία διαχειριζόταν τα κεφάλαιά τους, κατήρτισε πλαστό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), φερόμενο ως δήθεν αποσταλέν σε αυτόν από τον Πρόεδρο της ως άνω εταιρείας, στο οποίο αυτός παρουσιάζεται ως ενήμερος για την κατάσταση στο χαρτοφυλάκιο των ανωτέρω και να υπόσχεται ότι το πρόβλημα θα επιλυθεί με την επιστροφή των κεφαλαίων στους παθόντες.

Του ανωτέρω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έκανε χρήση στις 29.3.2007 προωθώντας αυτό στους ανωτέρω εγκαλούντες, προκειμένου να τους καθησυχάσει και να τους αποτρέψει από το να κινηθούν δικαστικά εναντίον του διεκδικώντας τα καταβληθέντα σε αυτόν χρηματικά ποσά. Στην πράξη του δε αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που ανέρχεται στο συνολικό ποσό περίπου 184.146 ευρώ (182.000 δολάρια ΗΠΑ - 137.878 ευρώ + 31.000 λίρες Αγγλίας - 46.268 ευρώ βάση της ισοτιμίας κατά τον επίδικο χρόνο), με αντίστοιχη ζημία των παθόντων ήτοι με ζημία δολαρίων ΗΠΑ ή 137.878 ευρώ του Ι.

Χ. και 31.000 λίρες Αγγλίας ή 46.268 ευρώ του Ι. Μ.

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και δη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 259.146 ευρώ και συγκεκριμένα 1)στην ….

τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και σε μη περαιτέρω διακριβωθείσα ημερομηνία παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Ι. Χ. ότι είναι επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α. με άδεια και υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με μεγάλη εμπειρία και σπουδές στο αντικείμενο αυτό, ότι κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί με τον εφοπλιστή Σ.

Λ. και ήταν ο άμεσος συνεργάτης του στις επιχειρήσεις του στο ... και ότι το επενδυτικό προϊόν, στο οποίο θα επένδυε, αφορούσε στην αγορά και πώληση μετοχών στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α. με εγγυημένο το κεφάλαιο και απόδοση κέρδους ποσοστού 12 - 18% ετησίως, και έπεισε με τον τρόπο αυτόν τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 182.000 δολαρίων Η.Π.Α.

προκειμένου να το διαχειριστεί επενδύοντας αυτό σε μετοχές στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς ουδέποτε υπήρξε επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α. ούτε είχε αποκτήσει άδεια της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ουδέποτε είχε συνεργασθεί με τον ως άνω εφοπλιστή και ουδέποτε είχε σκοπό να επενδύσει το κεφάλαιο του παθόντος σε αγοραπωλησία μετοχών στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., προέβη δε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 182.000 δολαρίων Η.Π.Α.

ή 137.878 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του παθόντος.

2) Στην ... το Δεκέμβριο του έτους 2005 παρέστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Ν. Κ. του Κ. ότι είναι επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α. με άδεια και υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με μεγάλη εμπειρία και σπουδές στο αντικείμενο αυτό, ότι κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί με τον εφοπλιστή Σ.

Λ. και ήταν ο άμεσος συνεργάτης του στις επιχειρήσεις του στο ... και ότι το επενδυτικό προϊόν, στο οποίο θα επένδυε, αφορούσε στην αγορά και πώληση μετοχών στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α. με εγγυημένο το κεφάλαιο και απόδοση κέρδους ποσοστού 12 - 18% ετησίως, και έπεισε με τον τρόπο αυτόν τον εγκαλούντα να του καταβάλει το ποσό των 75.000 ευρώ, προκειμένου να το διαχειριστεί επενδύοντας αυτό σε μετοχές στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς ουδέποτε υπήρξε επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α.

ούτε είχε αποκτήσει άδεια της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ουδέποτε είχε συνεργασθεί με τον ως άνω εφοπλιστή και ουδέποτε είχε σκοπό να επενδύσει το κεφάλαιο του παθόντος σε αγοραπωλησία μετοχών στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., προέβη δε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 75.000ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του παθόντος 3) Στην ...

τον Οκτώβριο του 2006 σε μη περαιτέρω διακριβωθείσα Ημερομηνία παράστησε ψευδώς στον εγκαλούντα Ι. Μ. του Γ., ότι είναι επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α. με άδεια και υπό την εποπτεία της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, με μεγάλη εμπειρία και σπουδές στο αντικείμενο αυτό, ότι κατά το παρελθόν είχε συνεργασθεί με τον εφοπλιστή Σ.

Λ. και ήταν ο άμεσος συνεργάτης του στις επιχειρήσεις του στο ... και εφάρμοζε μια κερδοφόρα στρατηγική επενδύσεων με αντικείμενο μετοχές του δείκτη ΝΑSDAQ στην χρηματαγορά των Η.Π.Α., η οποία απέφερε αποδόσεις μεταξύ 8-12% κατά μέσο όρο με χαμηλό πάντα κίνδυνο, επιδεικνύοντας του στοιχεία από μια επένδυση όπου εφήρμοσε αυτήν την τακτική και η απόδοση ανήλθε σε 87% του αρχικού κεφαλαίου μέσα σε 35 ημέρες, ότι και οι Ι.

Χ. και Ν. Κ., που είχαν επενδύσει σε αυτό, είχαν σημαντικά κέρδη, πείθοντας τον εγκαλούντα Ι. Μ. με τον τρόπο αυτό να του καταβάλει το ποσό των 31.000 λιρών Αγγλίας, προκειμένου να το διαχειριστεί, επενδύοντας αυτό σε μετοχές στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή, καθώς ουδέποτε υπήρξε επενδυτικός σύμβουλος στις χρηματαγορές των Η.Π.Α.

ούτε είχε αποκτήσει άδεια της Αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ουδέποτε είχε συνεργασθεί με τον ως άνω εφοπλιστή και ουδέποτε είχε σκοπό να επενδύσει το κεφάλαιο του παθόντος σε αγοραπωλησία μετοχών στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α., ενώ ήδη τα κεφάλαια που του είχαν εμπιστευτεί οι Ι. Χ. και Ν. Κ. παρουσίαζαν σημαντικότατες απώλειες, προέβη δε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 31.000 λιρών Αγγλίας ή 46.268 ευρώ με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του παθόντος ".

VΙI. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση άνω των 120.000 €, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων , με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 (όπως ισχύει) του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνονται, ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση: α') ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος - αναιρεσίων έδρασε στην τέλεση της παραπάνω πράξεως με την παράθεση πραγματικών γεγονότων, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης, β') ο σκοπός αυτού να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, γ') η εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, δ') η βλάβη ξένης περιουσίας και δη των ως άνω πολιτικώς εναγόντων και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραστάσεως των ψευδών γεγονότων ως αληθινών, συνεπεία των οποίων πείσθηκαν οι εγκαλούντες και του κατέβαλαν με βλάβη της περιουσίας τους και αντίστοιχη ωφέλεια της περιουσίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου τα ως άνω χρηματικά ποσά και ε') τα στοιχεία του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος και, ειδικότερα, η ταυτότητα των επιμέρους στρεφομένων κατά των παραπάνω προσώπων ομοειδών πράξεων απάτης, καθώς και η σύνδεση αυτών με ενότητα δόλου, που προκύπτουν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρεται ειδικότερα, ότι " ...

αποδεικνύεται σαφώς ότι ο κατηγορούμενος με ψευδείς παραστάσεις, ότι έχει τόσο τις απαιτούμενες γνώσεις αλλά και τις γνωριμίες και ότι διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες να ενεργεί ως επενδυτικός σύμβουλος στις Χρηματαγορές των ΗΠΑ και ότι πρόκειται να προβεί σε επενδύσεις με εγγυημένο κεφάλαιο και απόδοση κέρδους που ανέρχεται σε ποσοστό 12-18% ετησίως, έπεισε τους ανωτέρω εγκαλούντες να του εμπιστευτούν ο μεν Ι.

Χ. 182.000 δολάρια ΗΠΑ, ο δε Ι. Μ. 31.000 λίρες Αγγλίας, ενώ ο Ν. Κ. 75.000ευρώ, τα οποία όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε είχε σκοπό να επενδύσει καθώς ούτε τις γνώσεις, ούτε τις γνωριμίες διέθετε, ενώ δεν ήταν επενδυτικός σύμβουλος και δεν διέθετε άδεια από την Αμερικάνικη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με αποτέλεσμα να βλάψει την περιουσία των εγκαλούντων κατά τα ανωτέρω ποσά με δική του αντίστοιχη περιουσιακή ωφέλεια, καθώς ουδέποτε επέστρεψε σε αυτούς τα χρήματα που του είχαν εμπιστευτεί.

Τα παραπάνω προσεπιβεβαιώνοται από τις καταθέσεις ενόρκως των μαρτύρων στο ακροατήριο αλλά και από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρονται αποσπάσματα των εγγράφων που εστάλησαν από τον κατηγορούμενο προς τους εγκαλούντες αναφορικά με την εξασφάλιση του κεφαλαίου προς επένδυση και του αναληφθέντος κινδύνου:

Στο από 11-05-2006 e-mail του κατηγορουμένου προς τον εγκαλούντα Κ. αναφέρεται επί λέξει: {....Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό που συνυπογράφουμε διευκρινίζει ότι ο Εντολέας έλαβε γνώση για τους επενδυτικούς κινδύνους που αναλαμβάνει οι οποίοι όπως εξήγησα κατ' ιδίαν είναι κίνδυνοι που αντισταθμίζονται, δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιηθούν χρηματοπιστωτικά εργαλεία μείωσης του κινδύνου στο ελάχιστο και κατ' επέκταση εγγύησης του αρχικού κεφαλαίου στο μεγαλύτερο βαθμό που πλησιάζει το 100%.

Στο από 22-03-2007 e-mail του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ. αναφέρεται επί λέξει: ".... Επενδυτικό προφίλ Πελάτη: Αναφορικά με τον όρο 2 και την εμπειρία μου και συζητήσεις με τον πελάτη για την έκθεσή του σε κινδύνους και την όρεξή του, είναι επιτακτικό να σχεδιαστεί ένα επενδυτικό πλάνο το οποίο να παρέχει σταθερότητα και κυρίως να είναι μικρού μεσαίου κινδύνου, να είναι συνεπές και να παρέχει σταθερή απόδοση κάθε μήνα μέxρι και το τέλος του συμβολαίου......

Στο από 31-05-2007 e-mail του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ. αναφέρεται επί λέξει: " Το κεφάλαιό σας επενδύθηκε νομότυπα σε μετοχές του Αμερικανικού Χρηματιστηρίου (ΝΥSE , ΝΑSDAQ, ΑΜΕΧ) σύμφωνα με τις αρχές που συμφωνήσαμε στο συμφωνητικό που υπογράψαμε...". Στο από 14-09-2006 E-MAIL του κατηγορουμένου προς ενημέρωση του εγκαλούντος Χ.

αναφέρεται επί λέξει: "Παρακαλώ μετάφερέ τα στον πατέρα σου μαζί με το γεγονός ότι δεν έχω άλλη επιλογή πλέον από το να μειώσω την έκθεση στο Εquit Fund II που έχει επενδύσει ο πατέρας σου, προκειμένου να προστατέψω όλα τα κέρδη που έχουμε κλειδώσει μέχρι τώρα, επιδιώκοντας την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων επιπλέον κερδών με περιορισμένο κίνδυνο μέχρι την στιγμή που θα αναλάβετε τα κεφάλαιά σας τον Ιανουάριο......}".

Με τις προαναφερθείσες αυτές ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος, πείσθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες και του κατέβαλαν τα χρήματά τους προκειμένου να τα διαχειριστεί, επενδύοντας αυτά σε μετοχές στο χρηματιστήριο των Η.Π.Α.. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία των πολιτικώς εναγόντων με αντίστοιχη αύξηση της δικής του περιουσίας, αφού ουδέποτε επένδυσε, ούτε επέστρεψε σε αυτούς τα χρήματα που του είχαν εμπιστευτεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' , πρώτος, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρων 98 και 386 ΠΚ), είναι αβάσιμοι.

VΙIΙ. Αναφορικά, με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α') την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη δεν αναφέρει σε ποιες συγκεκριμένες αποδείξεις και σε ποια αποδεικτικά στοιχεία στηρίχθηκε ώστε να καταλήξει στην καταδικαστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, (β') ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και το δικαστήριο δεν αξιολόγησε κρίσιμα 69 σχετικά έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη, από τα οποία προκύπτει ότι ουδέποτε συμφώνησαν για εγγυημένη απόδοση του κεφαλαίου και κυρίως ότι πριν ακόμη επενδύσουν τα χρήματα τους οι πολιτικώς ενάγονντες, τους γνωστοποίησε ο αναιρεσείων τον κίνδυνο που διέτρεχε το προς επένδυση κεφάλαιο τους, είναι αβάσιμη, καθόσον στην προσβαλλόμενη γίνεται μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και τα επίμαχα έγγραφα, και δεν είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να εξειδικεύεται η ταυτότητα των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συνεκτίμησε το δικαστήριο, ούτε να γίνεται συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση αυτών, ότι το ιστορικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης είναι πανομοιότυπο με το σκεπτικό του υπ' αριθμ. 3950/2012 Βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημ/κων Αθηνών, είναι αβάσιμος άρα δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, διότι τα ίδια αυτά περιστατικά του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος προέκυψαν και στο δικαστήριο και δεν προέκυψαν άλλα διαφορετικά.

Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι το να υπάρχουν στην προσβαλλομένη, στοιχεία που εμπεριέχονται και στο παραπεμπτικό βούλευμα ή στην πρωτοβάθμια απόφαση είναι λογικά αυτονόητο και επιτρεπτό και επομένως και η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα. Και δ) ότι το δικαστήριο θα έπρεπε να κηρύξει αθώο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της πλαστογραφίας, αφού δεν συνέτρεχαν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου 216 παρ. 1 Π.Κ.

και όχι να παύσει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, είναι αβάσιμη, καθόσον η παραγραφή προηγείται χρονικά σε σχέση ακόμη και με την τυχόν ανυπαρξία του αδικήματος που επικαλείται ο αναιρεσείων , η οποία δεν ερευνάται. Άλλωστε η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος, συνιστά αμφισβήτηση της ουσίας των άνω παραδοχών του Εφετείου, ήτοι ανεπίτρεπτη προσβολή της περί τα πράγματα ανέλεγκτης κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των εκτεθέντων αποδεικτικών μέσων και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθία, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ((άρθρο 578 παρ. 1 νέου ΚΠοινΔ), και στην δικαστική δαπάνη του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-5-2019 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Ι. Λ. του Μ., κατά της υπ' αριθμ.196/2019 και 2994/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παραστάθηκε εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ