2010/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά την έννοια της διατάξεως 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Legislator headnote
AI generated2010/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε. και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού εξακολουθούν να υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 343/2014, 1872/2008). Κατά δε το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
Full text
Απόφαση 2010 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2010/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ" που έδρευε στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5333/2010 μη οριστική και 6190/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου, 2ου κατά το πρώτο σκέλος του και 4ου λόγων, και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τα κεφάλαιά της, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης, και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια της διατάξεως 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (Ολ.
ΑΠ 28/2005). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτηρισμός δε μιας συμβάσεως, ως εργασίας ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (Ολ. ΑΠ 19/2007, 18/2006). Ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το αρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, σ' αυτόν δε υπάγονταν και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρίες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου.
Με το άρθρ. 51 ν. 1892/1990 έγινε επαναπροσδιορισμός του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε όμως ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος. Στο άρθρο μόνο, όμως, του ως άνω Π.Δ., αφού αναφέρεται ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το άρθρ. 51 § 1 ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με το άρθρ. 4 § 6 ν. 1943/1991, στο τέλος ορίζεται "...πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού...".
Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε. και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού εξακολουθούν να υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 343/2014, 1872/2008). Κατά δε το άρθρο 6 του Ν. 2527/1997, για τη σύναψη συμβάσεων μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα, με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες διατάξεις απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ στην οποία, πλην άλλων, καθορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001. Στην ελληνική έννομη τάξη ενσωματώθηκε, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, (η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003) και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.
Επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου, που καταρτίσθηκαν από το Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Επιχειρήσεις και Οργανισμούς κοινής ωφέλειας, πριν από την έναρξη ισχύος: 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001και ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις έργου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις έργου ή εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), ακόμη δηλαδή και αν κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.
ΑΠ 7/2011). Τέλος, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας, για την πρόσκτηση εργασιών (ΑΠ 905/2012).
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή το μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου (κατ" άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2170/1993), είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου.
Η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που καταρτίζεται μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του μισθωτού της, ο οποίος κατ' επίφαση προσλήφθηκε με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, ενώ στην πραγματικότητα προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως υπάλληλος, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Ούτε, άλλωστε, από το συναγόμενο από την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως σκοπό, που συνίσταται στην αποφυγή συγχύσεως των καταναλωτών, μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η εν λόγω ρύθμιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, πράγμα που θα ήταν αντίθετο με το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή της χώρας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με την από 27-12-2005 (αρ. κατ. 214414/5615/2005) αγωγή, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που παραδεκτά κατ' άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, ισχυρίστηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ότι με την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", συνήψε την 1/12/1998 έγγραφη σύμβαση τιτλοφορούμενη ως σύμβαση διορισμού παραγωγού ασφαλίσεων (ασφαλιστικού συμβούλου), ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία προσλήφθηκε ως υπάλληλος γραφείου για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της άνω εταιρείας και απασχολήθηκε σ' αυτή, με την παραπάνω ιδιότητα, μέχρι τις 9-11-2005, οπότε η εναγομένη κατάγγειλε την εργασιακή της σύμβαση (εξαρτημένης εργασίας).
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη επιπλέον ότι η άνω καταγγελία της σύμβασης της είναι άκυρη για το λόγο ότι η εναγομένη δεν της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και δεν την είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ αλλά και λόγω καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος της, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα, καθώς και ότι η εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2001 έως 2005) τις κατέβαλε μικρότερες αποδοχές από τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες, για τον κλάδο της, ΣΣΕ αποδοχές, ενώ δεν της κατέβαλε επιδόματα εορτών και αδείας, ζήτησε:
α) να αναγνωριστεί ότι συνδέεται με την εναγομένη με σύμβαση (εξαρτημένης) εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να κηρυχθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: 1) το συνολικό ποσό των 17.055,92 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 10-11-2005 έως 10-11-2006, 2) το ποσό των 39.487,22 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και για επιδόματα εορτών και αδείας, κυρίως από τη σύμβαση, άλλως, και με την εκδοχή ότι η σύμβαση της ήταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό, άλλως από την αρχή κάθε έτους από το 2001 και εφεξής, άλλως από την επίδοση της αγωγής και 3) το ποσό των 300 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.
Επικουρικά, αν ήθελε κριθεί έγκυρη η απόλυση της, ζήτησε να της επιδικαστεί η νόμιμη αποζημίωση, ποσού 5.685,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση του, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης της ενάγουσας και επιδίκασης σ' αυτήν μισθών υπερημερίας και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα). Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι "η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα που προϋποθέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, δηλαδή α) της δικαστικής αναγνώρισης της συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) της διάγνωσης της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής εκ μέρους της εναγόμενης, γ) της υποχρέωσης της εναγόμενης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας δ) της επιδίκασης στην τελευταία μισθών υπερημερίας και ε) της επιδίκασης διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών με βάση (έγκυρη) σύμβαση εργασίας), αφού τόσο η εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ", όσο και η εναγομένη, ως θυγατρικές εταιρείες της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ανήκαν κατά τον επίδικο χρόνο, κατά τα ως άνω, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα όσον αφορά τις προσλήψεις προσωπικού και επομένως δεν μπορούσε να συσταθεί νόμιμα οποιασδήποτε μορφής εργασιακή σχέση, παρά μόνο με την διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο 2190/1994.
Κατά συνέπεια, συνεχίζει το Εφετείο, ακόμη και αν είναι αληθή τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, εφόσον, κατά την επικαλούμενη πρόσληψη της ενάγουσας για την απασχόληση της ως υπαλλήλου, δεν τηρήθηκε η άνω διαδικασία, η σύμβαση εργασίας της ήταν εξαρχής άκυρη και η σχέση που τη συνέδεε με την ως άνω εταιρεία και στη συνέχεια με την εναγομένη, ως καθολική διάδοχο της τελευταίας, ήταν αυτή της απλής εργασιακής σχέσης, με αποτέλεσμα να μη διατηρεί αυτή αξιώσεις με βάση έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την εναγομένη ήταν άκυρη για το λόγο ότι αυτή (ενάγουσα), κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είχε την ιδιότητα της ασφαλιστικής συμβούλου, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αφού το γεγονός αυτό δεν επιφέρει, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όμως ορθά κατ' αποτέλεσμα απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα παραπάνω αιτήματα (σιωπηρά ως προς τα υπό στοιχ.
α' και γ') και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με την ως άνω, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η αγωγή της, κατά την κύρια βάση της, ως μη νόμιμη". Με βάση τις κρίσεις αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε τους λόγους της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα, υπέβαλε παράπονα για την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής της.
Στη συνέχεια ερεύνησε την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής την οποία δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσία βάσιμη. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Και τούτο διότι, "η σύμβαση εργασίας", που στην πραγματικότητα είχε συνάψει η ενάγουσα με τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης δεν έπασχε ακυρότητα εκ του λόγου ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την πρόσληψή της και συγκεκριμένα γιατί δεν τηρήθηκαν κατ' αυτήν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, 103 παρ. 7 του Συντάγματος και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, αφού:
α) η σύμβαση αυτή είχε συναφθεί την 1-12-1998, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, του Π.Δ. 164/2004 και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος του 2001, β) εξακολουθούσε να ισχύει κατά την έναρξη ισχύος αυτών, γ) η ενάγουσα με την παροχή των άνω υπηρεσιών της, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, κάλυπτε πάγιες, διαρκείς και μονίμως υφιστάμενες ανάγκες της εναγομένης, υπό τον έλεγχο και εποπτεία των αρμοδίων οργάνων της και συνεπώς είχε αποκτήσει το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος των διατάξεων αυτών, τον οποίο (χαρακτήρα) διατήρησε και μετά την ισχύ αυτών, που δεν ερεύνησε το Εφετείο, παρά το προεκτεθέν περιεχόμενο της αγωγής.
Επομένως, ο πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε η αγωγή, κατά τα άνω κεφάλαιά της, ως μη νόμιμη, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, ενώ ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του, ως άνω λόγου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης.
Τέλος η δικαστική δαπάνη, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 25-11-2013 αίτηση.
Αναιρεί την υπ' αρ. 6190/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για την εν νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ