Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding procedural violations and unclear grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued that the appellate court violated procedural rules by accepting a late claim and failed to address specific arguments presented. The court rejected these claims as inadmissible due to lack of specificity and because they concerned procedural rather than substantive law violations.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) & Art. 559(4) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on procedural violations is inadmissible if it does not address substantive law errors or lacks specific grounds defining the ignored claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2010 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2010/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Αποστολίδη και Νικόλαο Χαραλαμπίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κλάππα ο οποίος ανακάλεσε την από 11-5-2009 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2784/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1092/2005 μη οριστική, 915/2006 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 2-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφορά την εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Εξάλλου, ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), αποδεικτικού πορίσματος. Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται την προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι ο πρόσθετος λόγος έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασκήθηκε παραδεκτά από την ίδια με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κοινοποιήθηκε στην αντίδικό της τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσής της κατά της εκκαλούμενης, απορριπτικής σε βάρος της, απόφασης (20-9-2005), παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 520 § 2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως μεν, γιατί αναφέρεται στην παραβίαση της προμνημονευόμενης δικονομικής διάταξης και επιπλέον, γιατί δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς τη διατύπωση του αποδεικτικού αυτής πορίσματος.
Ο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (όπως λ. χ. διοικητικού) ή διοικητικών αρχών. Εξάλλου, σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, η ατομική διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ή την ανάκληση ή την κατάργησή της ή γενικά την παύση της ισχύος της με οποιονδήποτε τρόπο έχει το τεκμήριο της νομιμότητας, υπό την έννοια ότι παράγει τα έννομα αποτελέσματά της ανεξάρτητα από το εάν έχει νομική πλημμέλεια, η οποία, σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, μπορεί να επιφέρει την ακύρωσή της (πράξης).
Εξαιτίας του τεκμηρίου της νομιμότητας της διοικητικής πράξης τα διοικητικά όργανα δεν μπορούν να θεωρήσουν ως άκυρη ή ανίσχυρη την εν λόγω πράξη πριν την ανάκληση ή ακύρωση ή κατάργηση της τελευταίας έστω και αν έχει ήδη ασκηθεί ένδικο βοήθημα για την ακύρωσή της. Τα πολιτικά δικαστήρια, όμως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, όταν δικάζουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, δικαιούνται, εφόσον αυτό δεν αποκλείστηκε από το νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της πράξης της διοίκησης και πριν από την ανάκληση, ακύρωση ή κατάργησή της, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους και μέσα στα όρια της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδυσης της πράξης αυτής.
Το ζήτημα ποιο είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξης είναι πραγματικό και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) ως προς αυτό. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των §§ 2, 3 και 4 εδάφ. α' του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ.
Ά 84/2001). "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (§2). Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (§3).
Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει (§ 4 εδάφ. α' )". Ειδικότερα, με τη διάταξη μεν του άρθρου 5 § 2 του ν. 543/1977, με την οποία αντικαταστάθηκε εκείνη του άρθρου 10 του ν. δ. 266/1974, ορίζεται ότι "από 1ης Ιανουαρίου 1979 η αναγνώριση κυριότητος επί των ανωτέρω ακινήτων (δηλ.
προσφυγικών), ενεργείται συμφώνως τω άρθρω 70 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι δε οριστικοί τίτλοι (παραχωρητήρια) εκδίδονται υπό του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών επ' ονόματι των αναγνωρισθέντων δια της δικαστικής αποφάσεως κυρίων", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 7 § 1 στοιχ. β' του ν. 702/1977 ορίζεται ότι "εις την αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού Πρωτοδικείου υπάγονται αι διοικητικαί διαφοραί ουσίας, αι αναφυόμεναι εκ της αναγνωρίσεως, παραχωρήσεως ή απονομής δικαιώματος ή ευεργετήματος ή οιασδήποτε άλλης παροχής, της αρνήσεως ικανοποιήσεως εν όλω ή εν μέρει, τοιούτου αιτήματος, ως και της μεταβολής δημιουργηθείσης, δια διοικητικής πράξεως καταστάσεως κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας :
α)...... β) Περί προστασίας ......αστών προσφύγων......". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου έχουν υπαχθεί όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αποκατάστασης αστών προσφύγων. Τέτοια όμως διαφορά δεν είναι εκείνη, η οποία προκύπτει από την αγωγή περί αναγνώρισης της κυριότητας ακινήτων, ή την αναγνώριση της ανυπαρξίας κυριότητας ακινήτων, την οποία (κυριότητα) είχε αποκτήσει ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του, ως αστός πρόσφυγας, από παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του β.
δ/τος της 15/28.7.1938 , "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων νομοθεσίας", μετά την παρέλευση έτους από την αποπληρωμή του τιμήματος, αλλά, η διαφορά αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου και, ως τέτοια, υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 94 § 2 του Συντάγματος και τη σχετική διάταξη του άρθρου 1 περίπτ.
α' του ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό, επίσης, των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 10 (ιδίως §§ 2, 4 και 6α), 12 §§1 περίπτ. α', 2 περίπτ. α' και 6α, 16 §§ 1 και 6, 20, 21 § 1, 28 § 1 εδάφ. α' και 70 του από 15/28-7-1938 β. δ/τος, που προπαρατέθηκε, το οποίο εφαρμόζεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως εκ του χρόνου της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή παραχώρησης του επίδικου προσφυγικού ακινήτου, προκύπτει σαφώς, ότι προκειμένου περί ακινήτων της τέως Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ), που διατέθηκαν σε αστούς πρόσφυγες, νόμιμο τίτλο κυριότητας αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναγραφή του δικαιούχου προσφυγικής αποκατάστασης στους εκτιμητικούς πίνακες των αστικών προσφυγικών συνοικισμών που παραδόθηκαν από την ΕΑΠ στο Υπουργείο και ότι, υπάρχοντος του πιο πάνω τίτλου, εκείνος προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση αποκτά, μετά παρέλευση έτους από την αποπληρωμή του τιμήματος, πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, ανεξάρτητα από την έκδοση παραχωρητηρίου και τη μεταγραφή αυτού (ΟλΑΠ 341/1981), η οφειλή δε του υπέρ ου η παραχώρηση για το τίμημα του ακινήτου, που του παραχωρήθηκε πριν από την 11-11-1944 λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ότι έκτοτε εξοφλήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 § 2 του ν. 18/1944 και 1 § 3 του α.
ν. 1073/1946, με τις οποίες, υποχρεώσεις κάθε φύσης από γενεσιουργό αιτία προϋφιστάμενη της ισχύος του ν. 18/1944, που παρέμειναν ανεξόφλητες μέχρι την παραπάνω ημερομηνία (11-11-1944), λογίζονται ότι εξοφλήθηκαν κατά την ημερομηνία αυτή. Παρέπεται ότι από την παρέλευση έτους από την προαναφερόμενη πλασματική αποπληρωμή του τιμήματος, το ακίνητο που παραχωρήθηκε δεν ανήκει πλέον στο Δημόσιο, αφού το τελευταίο έπαυσε έκτοτε να έχει οποιαδήποτε εξουσία ή δικαίωμα σ' αυτό και, συνακόλουθα, είναι δυνατή η κτήση της κυριότητας του από τρίτο, ο οποίος το νεμήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετά δε τη συμπλήρωση του απαιτούμενου γι' αυτή από το νόμο χρόνου νομής καμιά πλέον δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός της έκδοσης παραχωρητηρίου στο όνομα του αρχικού δικαιούχου ή των κληρονόμων του.
Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή, όπως το περιεχόμενό της παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), εκτίθενται τα ακόλουθα : Το έτος 1929 παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στη ... λόγω αστικής προσφυγικής αποκατάστασής της το περιγραφόμενο σ' αυτή -αγωγή - ακίνητο -οικόπεδο, -που βρίσκεται στο προσφυγικό συνοικισμό της ..., το τίμημα του οποίου εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 11-4-1944, εκδόθηκε δε σχετικά το με αριθμό 584/11-4-1944 γραμμάτιο είσπραξής του της υπηρεσίας είσπραξης αστών προσφύγων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Η δικαιούχος προσφυγικής αποκατάστασης το έτος 1930 ανήγειρε στο επίδικο ακίνητο κατοικία, όπου διέμενε αυτή μέχρι τον επισυμβάντα το έτος 1934 θάνατό της οπότε και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή τα τέσσερα τέκνα της ..., ..., ... και ..., και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα απ' αυτούς, αντίστοιχα.
Το έτος 1984 οι τρεις από τους πιο πάνω άρρενες συγκύριους αδελφούς μετεβίβασαν άτυπα λόγω σύστασης προίκας στην αδελφή τους ... το ανήκον στον καθένα απ' αυτούς ποσοστό της συγκυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και αυτή άρχισε έκτοτε να νέμεται το τελευταίο με διάνοια κυρίας έως το έτος 1977, οπότε και μεταβίβασε άτυπα λόγω σύστασης προίκας στο γιο της και σύζυγο της ενάγουσας ..., την πλήρη κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, ο οποίος έκτοτε το νεμόταν με διάνοια κυρίου και μέχρι τον επισυμβάντα στις 26-10-1995 θάνατό του.
Με την από 29-3-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κύρια, κατέλιπε ο θανών το επίδικο ακίνητο στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας, η οποία νέμεται το τελευταίο από την πιο πάνω χρονολογία θανάτου του συζύγου της και μέχρι το χρόνο της άσκησης της ένδικης αγωγής. Έτσι, αυτή (ενάγουσα) έγινε αποκλειστική κύρια του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία.
Και ότι η εναγομένη ισχυριζομένη, ότι έγινε συγκύρια του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 20/32 εξ αδιαιρέτου και, ειδικότερα, κατά μεν το ποσοστό των 12/32 εξ αδιαιρέτου με βάση το 4975/1997 παραχωρητήριο του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, κατά δε το ποσοστό των 8/32 εξ αδιαιρέτου με βάση το 23032/1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νικαίας Αττικής Θεοδώρας Μπαλάσκα, δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκαν λόγω δωρεάς σ' αυτήν από τις ...
και ... τα μεταβιβασθέντα σ' αυτές, με βάση το πιο πάνω 4975/1997 παραχωρητήριο, ποσοστά συγκυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή, τα 1/16 και 3/16 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, άρχισε από το έτος 1998, με τις στην αγωγή ειδικότερα διαλαμβανόμενες δικαστικές ενέργειές της, να αμφισβητεί την αποκλειστική κυριότητα της αντιδίκου της στο επίδικο ακίνητο.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα, μεταξύ άλλων αιτημάτων, που δεν κρίθηκαν νόμιμα από την προσβαλλόμενη απόφαση, να αναγνωριστεί δικαστικά η ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας ή συγκυριότητας της αντιδίκου της στο επίδικο ακίνητο. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, ότι η ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή αφορά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και, ακολούθως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης και του συναφούς με αυτόν πρόσθετου λόγου της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως προς το παραπάνω αίτημά της, ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Στη συνέχεια, το Εφετείο έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς το εξεταζόμενο αίτημά της, στηριζομένη στις ειδικότερα μνημονευόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις του ΑΚ, του ΚΠολΔ και των ειδικών νόμων, που αναφέρονται στη νομική σκέψη της, μετά δε την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, με τις παραδοχές, ότι είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της ενάγουσας προς άσκησή της, ενόψει του ότι τα τέσσερα τέκνα της δικαιούμενης προσφυγικής αποκατάστασης ...
απέκτησαν τη συγκυριότητα του προσφυγικού ακινήτου μετά την πάροδο έτους από την αποπληρωμή του τιμήματος (11-4-1945), άσχετα από το εάν εκδόθηκε ή όχι παραχωρητήριο στο όνομά τους, από τον αμέσως δε πιο πάνω χρόνο το εν λόγω ακίνητο κατέστη δεκτικό χρησικτησίας, αφού το Δημόσιο έπαυσε να έχει οποιαδήποτε εξουσία και δικαίωμα σ' αυτό, ότι από το έτος 1948, οπότε άρχισε να το νέμεται η ...
και μέχρι το έτος 1977, οπότε με άτυπη δωρεά το μεταβίβασε στο γιο της και σύζυγο της ενάγουσας, είχε αυτή συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας (20ετία) και, έτσι, καμιά δεν είχε επιρροή η μετά τη συμπλήρωση της χρησικτησίας έκδοση υπέρ της εναγομένης και των λοιπών συγκυρίων του ακινήτου του 4975/1997 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, με την επισήμανση, ότι, εφόσον δικάζει ιδιωτική διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία του, "έχει κατ' άρθρο 2 του ΚΠολΔ, το δικαίωμα να προβεί σε παρεμπίπτουσα έρευνα του κύρους και της νομιμότητας του ως άνω παραχωρητηρίου ως διοικητικής πράξης και πριν την ανάκληση, ακύρωση ή κατάργησή της".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφού "ήχθη σε ουσιαστική κρίση περί ανάκλησης και κατάργησης του επίδικου υπ' αριθμ. 4975/5-8-1997 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και τούτο χωρίς ρητά να εισέρχεται σε αιτιολογία για την κρίση της αυτή, πλην του ότι κατά την κρίση της είχε συμπληρωθεί χρόνος χρησικτησίας (εικοσαετία) υπέρ της αντιδίκου -αναιρεσίβλητης- προ της εκδόσεως του παραχωρητηρίου και επομένως ουδεμία έννομη επιρροή είχε η μετά τη συμπλήρωση της χρησικτησίας έκδοση υπέρ αυτής - της εναγομένης αναιρεσείουσας και των λοιπών συγκληρονόμων, του παραχωρητηρίου του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας", είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋπόθεσης στηριζόμενη, εφόσον το Εφετείο, δικάζοντας, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ιδιωτική διαφορά, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, προέβη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, σε παρεμπίπτουσα και μόνο έρευνα του κύρους και της νομιμότητας του αμέσως πιο πάνω παραχωρητηρίου, δηλαδή της ατομικής διοικητικής πράξης και μάλιστα πριν από την ανάκληση, ακύρωση ή κατάργηση της τελευταίας, χωρίς να εκφέρει καμιά ως προς την ανάκληση ή κατάργηση της ίδιας ουσιαστική κρίση.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, δεν είναι λυσιτελής. Έτσι, η μη απάντηση του δικαστηρίου της ουσίας σε ισχυρισμό μη νόμιμο, αόριστο ή απαράδεκτο δεν θεμελιώνει την παραπάνω αναιρετική πλημμέλεια. (Ολ.
ΑΠ 14/2004 Ολ ΑΠ 2/1989). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πρωτόδικους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που προτάθηκαν παραδεκτά ενώπιόν του με τις από 4-5-2006 προτάσεις της, στις οποίες εμπεριέχονται οι πρωτόδικες προτάσεις της, οι οποίες, έτσι, όπως και οι περιεχόμενοι σ' αυτές ισχυρισμοί, νόμιμα επαναφέρθηκαν σ' αυτό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους ανεπιτρέπτως δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-2-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 915/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ