2010/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2605/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6966/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 23 Ιουλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated2010/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η επιταγή αυτή αντιστοιχούσε στο τίμημα 47 τηλεοράσεων διαφόρων τύπων, που είχε πωλήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην εδρεύουσα στην Ουγκάντα της Αφρικής εταιρεία με την επωνυμία "KARIDA GROUP OF COMPANIES". Για την κατάθεση της ανωτέρω επιταγής συντάχθηκε η από ..... απόδειξη παραλαβής. Στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται ότι η συγκεκριμένη επιταγή παραλήφθηκε για είσπραξη για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας.
Full text
Απόφαση 2010 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2010/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα-Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΝΣΑΚΤΙΟΝ Α.Ε, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μιχαήλ Χιωτάκης.
Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Αυγερινός.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2605/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6966/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 23 Ιουλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 28-11-2001 η εκκαλούσα εταιρία κατέθεσε προς είσπραξη και στον υπ αριθμ. ........ λογαριασμό της στο Υποκατάστημα Λ. Κηφισίας της εφεσίβλητης τράπεζας την υπ' αριθ. ....... επιταγή, ποσού 15.000 δολλαρίων ΗΠΑ, η οποία είχε εκδοθεί από τον Douglas rhine στις 20-11-2001, εις διαταγήν της εκκαλούσας εταιρείας με πληρώτρια τράπεζα την TCF BANK.
Η επιταγή αυτή αντιστοιχούσε στο τίμημα 47 τηλεοράσεων διαφόρων τύπων, που είχε πωλήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην εδρεύουσα στην Ουγκάντα της Αφρικής εταιρεία με την επωνυμία "KARIDA GROUP OF COMPANIES". Για την κατάθεση της ανωτέρω επιταγής συντάχθηκε η από ..... απόδειξη παραλαβής. Στην εν λόγω απόδειξη αναγράφεται ότι η συγκεκριμένη επιταγή παραλήφθηκε για είσπραξη για λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξη της επιταγής, αφού πρώτα διενεργούσε έλεγχο για την εγκυρότητα της και την ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε και ο μάρτυς αποδείξεως επιβεβαίωσε με την κατάθεση του το συγκεκριμένο αγωγικό ισχυρισμό.
Άλλωστε ο σχετικός έλεγχος μπορούσε να γίνει μόνο από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός του εκδότη, επί του οποίου και συρόταν η επιταγή και η οποία μπορούσε να διαπιστώσει αν ήταν παραποιημένη, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας εταιρίας ......... με το από 5-4-2002 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου.
Ακολούθως, το σώμα αυτής (επιταγής) απεστάλη στην πληρώτρια τράπεζα μέσω της ανταποκρίτριας τράπεζας της εφεσίβλητης "BANKERS TRUST Co N.Y. USA" συμφερόντων της "DEUTSCHE BANK". Η τελευταία, ενόψει της επικείμενης εισπράξεως του ποσού της επιταγής, πίστωσε τον τηρούμενο σ' αυτήν λογαριασμό της εφεσίβλητης τράπεζας με το ποσό της πιο πάνω επιταγής και εκείνη με τη σειρά της πίστωσε το λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας με το ίδιο ποσό, αφού προηγουμένως προέβη σε δραχμοποίηση του.
Ειδικότερα, το ποσό της ανωτέρω επιταγής μετετράπη σε 5.685.554 δραχμές. Η πίστωση όμως αυτή δεν ήταν οριστική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα εταιρία, αλλά προσωρινή, διότι τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εισπράξεως της επιταγής, οπότε και θα γινόταν η οριστικοποίηση της. Μετά την κατά τα προεκτεθέντα προσωρινή πίστωση του λογαριασμού της, για την οποία και ενημερώθηκε από την εφεσίβλητη τράπεζα, η εκκαλούσα εταιρία προχώρησε στην αποστολή των πωληθέντων εμπορευμάτων στην αγοράστρια εταιρία "KARIDA GROUP OF COMPANIES".
Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα διαβεβαίωσε την εκκαλούσα εταιρία ότι η επιταγή ήταν καθόλα έγκυρη και ότι είχε εγκριθεί η πληρωμή της, όπως υποστηρίζει η ίδια. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του από 5-4-2002, απολογητικού υπομνήματος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ........, το οποίο έγινε λόγος παραπάνω και στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "Στη συνέχεια η τράπεζα μας διαβεβαίωσε περίπου ένα μήνα μετά την παράδοση από εμάς της επιταγής, ότι κατατέθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα τα χρήματα στο λογαριασμό της και ακολούθως πίστωσε τον δικό μας λογαριασμό με το αντίστοιχο σε Ευρώ ποσό.
Θεωρώντας την εταιρεία μας πλήρως διασφαλισμένη ως προς την καταβολή του τιμήματος, αποστείλαμε στην αγοράστρια εταιρεία τα προϊόντα που μας είχε παραγγείλει.....". Η επίμαχη επιταγή τελικά δεν πληρώθηκε, δεδομένου ότι ήταν πλαστή ως προς την ημερομηνία εκδόσεως, το ποσό και το πρόσωπο εις διαταγήν του οποίου εκδόθηκε.
Συγκεκριμένα, είχε εκδοθεί στις ......., για ποσό 600 δολλαρίων ΗΠΑ, εις διαταγήν LIFE MINISTRY, στοιχεία που παραποιήθηκαν α) σε 20-11-2001, β) σε 15.000 δολλάρια ΗΠΑ και γ) σε ΤΡΑΝΣΑΚΤΙΟΝ ΑΕ αντιστοίχως. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε η εφεσίβλητη τράπεζα από την ανταποκρίτρια της τράπεζα "BANKERS TRUST Co N.Y USA" με το από 29-3-2002 σχετικό τηλεμοιότυπο (fax).
Η εν λόγω τράπεζα χρέωσε με το ποσό των 15.000 δολλαρίων ΗΠΑ τον λογαριασμό της εφεσίβλητης, τον οποίο, όπως ειπώθηκε, είχε πιστώσει με το ίδιο ποσό. Την ίδια ημέρα (29-3-2002), η τελευταία προχώρησε σε χρέωση του υπ' αριθμ. .......... λογαριασμού της εκκαλούσας εταιρείας με το ποσό των 17.193, 5 Ευρώ γεγονός, για το οποίο και την ενημέρωσε τηλεφωνικά αυθημερόν.
Στοιχείο ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου σχετικά με την ενημέρωση της εκκαλούσας εταιρείας για την χρέωση του λογαριασμού της αποτελεί το γεγονός ότι με την από 1-4-2002 επιστολή της διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό. Στην επιστολή αυτή γίνεται μνεία της τηλεφωνικής ειδοποιήσεως της για την κατά τα προεκτεθέντα χρέωση του λογαριασμού της.
Το γεγονός της πλαστότητας της ανωτέρω επιταγής η εφεσίβλητη τράπεζα γνωστοποίησε, με την από 18-12-2002 επιστολή της, στην Γενική Επιθεώρηση Τράπεζας της Ελλάδος. Ενόψει όλων αυτών, αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία ότι δεν ακολουθήθηκε η συμφωνηθείσα διαδικασία αποστολής του σώματος της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά απλώς διαβάστηκαν σ' αυτήν μόνο τα στοιχεία αυτής.
Σημειώνεται εδώ ότι το σώμα της επιταγής δεν επιστράφηκε τελικά στην εφεσίβλητη τράπεζα. Εξάλλου, η χρέωση του λογαριασμού της εκκαλούσας εταιρείας με το ποσό των 17.193, 95 Ευρώ, δεν ήταν αυθαίρετη και παράνομη, όπως διατείνεται η ίδια, αλλά έγινε μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας των διαδίκων. Άλλωστε, η επίμαχη επιταγή, όπως δέχεται και η ίδια η εκκαλούσα εταιρεία, οπισθογραφήθηκε προς είσπραξη λόγω πληρεξουσιότητας και όχι προς προεξόφληση.
Περαιτέρω, όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό, κατά τον οποίο η εφεσίβλητη τράπεζα προχώρησε στην χρέωση του λογαριασμού της με το ποσό, με το οποίο τον είχε πιστώσει προσωρινά, χωρίς προηγουμένως να την προειδοποιήσει, προκειμένου να λάβει τα μέτρα της και να μεριμνήσει για την ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων, πέραν του ότι κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, πρέπει να αναφερθεί, όπως άλλωστε έχει λεχθεί, ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικά την ίδια ημέρα, (29-3-002).
Τέλος, ως προς την επικαλούμενη καθυστέρηση διαπιστώσεως του γεγονότος ότι η επιταγή είχε πλαστογραφηθεί όσον αφορά τα πιο πάνω στοιχεία της, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό οφείλεται στην πληρώτρια τράπεζα και όχι στην εφεσίβλητη τράπεζα, η οποία σε κάθε περίπτωση εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δεν ζημίωσε παράνομα την εκκαλούσα εταιρεία, όπως διατείνεται η ίδια.
Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη η υποχρέωση της εφεσίβλητης τράπεζας να αποδώσει στην εκκαλούσα εταιρεία την αξία της προαναφερόμενης επιταγής, που κατέθεσε σε αυτήν, θα γεννάτο μόνο από την είσπραξη της, οπότε, με βάση την συμφωνία τους, θα γινόταν οριστική η πίστωση του σχετικού λογαριασμού της, αφού αυτό συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν οι διάδικοι, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη".
Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 713 επ., 730 επ, 211 επ. ΑΚ ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων τούτων ή την υπαγωγή σ' αυτούς των διαπιστωθέντων γεγονότων και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε ως ανωτέρω, αφού συνεξετίμησε μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και ένορκη βεβαίωση. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν". Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι το έγγραφο της Bankers Trust Co και επιστολές διαμαρτυρίας, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ως μη λαβόν υπόψη "πράγμα", αλλά δεν προσδιορίζει το μη ληφθέντα υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό της. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 19.12.2005 αίτηση της "ΤΡΑΝΣΑΚΤΙΟΝ ΑΕ" περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 6966/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ