Legislator Case Law & Legislation
2010/2006 AI generated

2010/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2010/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2010/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μόνο αν αυτά χρησιμοποιούνται εσφαλμένως ή εσφαλμένως δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2010 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2010/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναγνωστόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: Α. .....α) δι' εαυτήν ατομικώς, β) ως γενικής εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της ...και γ) ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητρός της .... και τον Β..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Φραντζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 544/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης της 544/2002 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την παρατήρηση της καθημερινής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μόνο αν αυτά χρησιμοποιούνται εσφαλμένως ή εσφαλμένως δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7), ν. 69 Πανδ. (29.2) που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 92 ΕισΝΑΚ, για αυτούς που απεβίωσαν πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα, προκύπτει ότι οι εκούσιοι κληρονόμοι ή εξωτικοί, που χαρακτηρίζονται όλοι οι άλλοι κληρονόμοι εκτός από τους οικείους, δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία του αποβιώσαντος κατά τον χρόνο του θανάτου αυτού (ν. 2 Εισ. 2, 19, 6.2 Εις. 31, ν. 3 κώδ. 6.30) αποκτούσαν την κληρονομία που είχε επαχθεί σ' αυτούς είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης με μονομερή δήλωση βουλήσεως για την αποδοχή της.

Η δήλωση αυτή εκφραζόταν ρητώς ή σιωπηρώς (ν. 6 Πρ. Πανδ. 36.1) δηλαδή με οποιεσδήποτε πράξεις που φανέρωναν βέβαιη πρόθεσή του να είναι κάποιος κληρονόμος, χωρίς ν' απαιτείται προς τούτο πανηγυρικός τύπος. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, οι εξωτικοί κληρονόμοι δεν αποκτούσαν την κληρονομία με μόνη την επαγωγή, είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης αλλά έπρεπε απαραιτήτως να δηλώσουν ρητώς ή σιωπηρώς την αποδοχή της, διότι η επαγωγή ήταν απλή κλήση του κληρονόμου στην κληρονομία.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 β΄ ΚΠολΔ, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη "πράγματος", θα πρέπει το "πράγμα" να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμο και ν΄ ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2001).

Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραλείπει ν΄ απαντήσει σε ισχυρισμό (πράγμα) που δεν είναι νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 1 εδ β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα Α) με τον πρώτο λόγο αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αγωγικό ισχυρισμό, τον οποίο η αναιρεσείουσα επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της, σύμφωνα με τον οποίο ο δικαιοπάροχος πατέρας της Χ1 με βάση την από 30-3-1930 ιδιόγραφη διαθήκη του δικού του πατέρα Χ2 με την οποία εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος στο επίδικο ακίνητο και την οποία με δική του πρωτοβουλία, κατ΄ εκτίμηση του αναιρετηρίου, δημοσίευσε (με το 49/1-9-1930 πρακτικό του Πρωτοδικείου Κορίνθου) και κήρυξε κυρία και έτσι αναμίχθηκε στην κληρονομία, απέκτησε την κυριότητα τούτου (επιδίκου) και Β) με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας δεν υπεισήλθε και δεν αναμίχθηκε στην κληρονομία του πατέρα του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η δημοσίευση και κήρυξη κυρίας ιδιόγραφης διαθήκης από άνθρωπο που ήταν πτυχιούχος Νομικής Σχολής και Γραμματέας Ειρηνοδικείου, όπως ήταν ο πατέρας της, συνιστά υπεισέλευση και ανάμιξη στην κληρονομία.

Με βάση τα όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση και οι δύο λόγοι είναι απορριπτέοι, ο πρώτος ως αβάσιμος και ο δεύτερος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο λόγο, ο ισχυρισμός ότι η δημοσίευση και κήρυξη κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης συνιστά υπεισέλευση και ανάμιξη στην κληρονομία, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, δεν είναι νόμιμος, αφού οι πράξεις αυτές αποβλέπουν στην γνωστοποίηση του περιεχομένου της διαθήκης και στη δημιουργία μαχητού τεκμηρίου ότι τη διαθήκη αυτή τη συνέταξε και την υπέγραψε ο φερόμενος ως διαθέτης (τεκμήριο γνησιότητας) και ως εκ τούτου δεν προσθέτουν κάτι περισσότερο στην επαγωγή της κληρονομίας, δηλαδή στην απλή κλήση του κληρονόμου, έτσι ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί σιωπηρή ανάμιξη αυτού, που εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος, στην κληρονομία.

Επομένως ορθά απέρριψε το Εφετείο με σιγή τον άνω ισχυρισμό και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ΄Οσον αφορά τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας προσπαθεί ν΄ αποδείξει εμμέσως υπεισέλευση και ανάμιξη του πατέρα της στην κληρονομία του πάππου της.

Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι δεν υπήρξε ανάμιξη στην κληρονομία δεν υπέπεσε στην πλημμέλειά του αρ. 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου του αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά διαγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως σωστό. Διότι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή, κατά τη δεύτερη από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρο 561 παρ. 1) εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με τους τρίτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου για παραμόρφωση του περιεχομένου των εγγράφων α) της από 25.4.1980 βεβαίωσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Κορίνθου, παρά πόδας του κειμένου της άνω ιδιόγραφης διαθήκης, ότι πρόκειται για "ακριβές αντίγραφον εκ του ομοίου τοιούτου του δημοσιευθέντος δυνάμει του υπ' αριθ. 49/1.9.1930 πρακτικού του Πρωτοδικείου Κορίνθου της ιδιογράφου διαθήκης του αποβιώσαντος Χ2 κηρυχθείσης κυρίας δια της υπ' αριθ. 485/1930 αποφάσεως του ως άνω Δικαστηρίου", την οποία το Εφετείο αγνόησε και έκρινε ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας Χ1 , ως κληρονόμος, δεν προέβη σε ρητή ή σιωπηρή δήλωση υπεισέλευσης στην κληρονομία του πατέρα του και ως εκ τούτου δεν απέκτησε την κληρονομία και β) τον από 3.5.1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης με το οποίο η αναιρεσείουσα εξεμίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον πρώτο από τους αρχικούς εναγόμενους (εκτίθεται το περιεχόμενο του μισθωτηρίου), για το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι η περιλαμβανόμενη σ' αυτό σύμβαση μίσθωσης ήταν προσχηματική, είναι απορριπτέα (η αιτίαση) ως απαράδεκτη, διότι με τους άνω δύο σχετικούς λόγους πλήττεται το διαφορετικό συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης από την εκτίμηση των άνω δύο εγγράφων.

Επειδή πλημμέλεια που δημιουργεί λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ αποτελεί η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή. Τέτοια αποδεικτικά μέσα νοούνται εκείνα που είναι χρήσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού μέσου, το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "το από Οκτωβρίου 1986 διάγραμμα του πολιτικού και μηχανικού ... στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο" και το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν εκτίθεται, για την απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε η επίκληση και προσκομιδή του διαγράμματος.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι κυρία του επίδικου ακινήτου και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της με τις ακόλουθες αιτιολογίες: Αρχικός κύριος του επίδικου αγρού έκτασης 1500 τ.μ., ήταν ο Χ2, πάππος της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, ο οποίος απεβίωσε το 1930 και με την από 30.3.1930 ιδιόγραφη διαθήκη του άφησε τον αγρό αυτό στο γιο του Χ1 πατέρα της αναιρεσείουσας.

Ο τελευταίος όμως δεν υπεισήλθε στην κληρονομία ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς και γι' αυτό δεν απέκτησε αυτήν. Ειδικότερα ο ίδιος, ως εξωτικός κληρονόμος, αφού, όπως προκύπτει από το κείμενο της διαθήκης, ήταν κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας ενήλικος, ως πτυχιούχος Νομικής και εργαζόταν ως Γραμματέας Ειρηνοδικείου, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε ρητή δήλωση υπεισέλευσης στην κληρονομία αυτή, αλλά ούτε και σε σιωπηρά δήλωση, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις αυτού ανάμιξης στην κληρονομία, νομής και διακατοχής, με θέληση να είναι κληρονόμος.

Περαιτέρω, μέχρι το 1963 που απεβίωσε δεν αποδείχθηκε ότι ο πατέρας της αναιρεσείουσας ενήργησε κάποια διακατοχική πράξη επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και έτσι δεν απέκτησε την κυριότητα ούτε με πρωτότυπο τρόπο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο, όντας όμορο με άλλο ακίνητο, που ανήκε στην κυριότητα της συζύγου του ανωτέρω αρχικού κυρίου τούτου (επιδίκου) (αναιρεσείουσας) το κατείχε και το εξουσίαζε μετά το θάνατο του συζύγου της η τελευταία με τη θέληση να είναι κυρία και ειδικότερα το έσπερνε με σιτάρι και συγκόμιζε τους καρπούς, το εκμίσθωνε ή για λογαριασμό της το φρόντιζε και το καλλιεργούσε ο γιος της ...., πατέρας της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Το 1972 με το 22919/1972 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Ι. Γκίνη, που νόμιμα μεταγράφηκε η αναιρεσείουσα μεταβίβασε το επίδικο λόγω προίκας στην πρώτη αναιρεσίβλητη, εγγονή της και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο, σύζυγο της τελευταίας. Το 1973 ο σύζυγος και ο πενθερός του μετέτρεψαν το επίδικο σε αγρό ποτιστικό και φύτεψαν σ' αυτό βερυκοκιές και λεμονιές.

Το 1978 οι αναιρεσίβλητοι το εξεμίσθωσαν στον ..... ο οποίος εκμεταλλευόταν αυτό μέχρι και το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή. Άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου από μέρους της αναιρεσείουσας δεν αποδείχθηκαν. Έτσι αυτή δεν έγινε κυρία ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο του επιδίκου. Με τις αιτιολογίες αυτές, στις οποίες δεν υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις και οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό και τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις του β.ρ.δ.

για την κτήση της κληρονομίας, που πιο πάνω αναφέρονται και της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία τόσον του β.ρ.δ. όσο και του ΑΚ (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, 1045 και 1051 ΑΚ) δεν θεμελιώνουν το επικαλούμενο από την ενάγουσα - αναιρεσείουσα δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2005 αίτηση της .... για αναίρεση της 544/2002 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ