Legislator Case Law & Legislation
200/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for procedural error regarding unexamined claim in labor dispute. The court rejects the appeal because the claim for termination compensation was not raised as a subsidiary request in the first instance. The court held that since the claim was not raised as a subsidiary request in the first instance, it could not be examined in the second instance, and the appeal is inadmissible. The court ruled that the claim for termination compensation was not raised as a subsidiary request in the first instance, and thus could not be examined in the second instance. The court dismissed the appeal because the claim for termination compensation was not raised as a subsidiary request in the first instance, and thus could not be examined in the second instance. The court dismissed the appeal because the claim for termination compensation was not raised as a subsidiary request in the first instance, and thus could not be examined in the second instance.

Case Number 200/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor dispute judgment. The appellant argued that a claim for termination compensation should have been examined, but the court found it was not raised as a subsidiary request in the first instance. Consequently, the court held that the claim could not be examined in the second instance, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 and 17 of Law 4325/2015; If a claim for termination compensation is not raised as a subsidiary request in the first instance, it cannot be examined in the second instance.

Keywords

AI generated
labor dispute termination compensation subsidiary request procedural error appeal dismissal labor law Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 14 and 17 of Law 4325/2015
Article 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Common Ministerial Decision No. 134423 dated 8.12.1992/20.1.1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 200 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 200/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ρ. του Ε., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Καρδαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευαγγέλου Τσάκαλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 411/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1927/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 13 Μαΐου 2021 και με αριθ. κατάθεσης 3213/440/14.5.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1927/8.4.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης α) της από 19.9.2016 με αριθ.

καταθ. 3780/2016 έφεσης του δεύτερου εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού", μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη και β) της από 7.10.2016 με αριθ. καταθ. 4154/2016 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 411/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 10.6.2014 με αριθ. καταθ. 66495/1962/12.6.2014 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και κατά του δεύτερου εναγομένου. Με την ως άνω αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 1.3.2002 μεταξύ αυτής και του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου "..." (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) προσέφερε τις υπηρεσίες της ως σύμβουλος πολιτιστικής πολιτικής που συνίσταντο στην επίβλεψη και στον συντονισμό των εργασιών προώθησης και προβολής του ελληνικού βιβλίου στο εξωτερικό και στην οργάνωση για τη συμμετοχή της Ελλάδας σε διεθνείς εκθέσεις βιβλίου.

Ότι με το άρθρο 8 του ν. 4250/2014 καταργήθηκε από 26.3.2014 το ως άνω νομικό πρόσωπο, και οι αρμοδιότητές του μεταφέρθηκαν στο δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού" και ότι με το άρθρο 19 παρ. 1 περ. α του ιδίου νόμου λύθηκε αυτοδικαίως και η σύμβαση εργασίας της, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, που ορίζει η εν λόγω διάταξη.

Ότι η κατάργηση του εργοδότη της και η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων, των εγκαταστάσεων και του πάσης φύσεως περιουσιακού υλικού και του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτού στο δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο εμπίπτει στην έννοια της μεταβίβασης του π.δ. 178/2002. Ότι η απόλυσή της είναι άκυρη α) για το λόγο ότι η ως άνω μεταβίβαση της επιχείρησης δεν συνιστά λόγο απόλυσης της σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου π.δ. (178/2002), β) για το λόγο ότι με την απόλυσή της παραβιάσθηκε η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. 4 Σ) και γ) για το λόγο ότι δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, η εν λόγω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της, δεν έχει λυθεί, αλλά είναι ενεργή έναντι του δεύτερου εναγομένου ΝΠΙΔ, το οποίο υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, ότι μη πράττοντας αυτό έχει περιέλθει σε υπερημερία και ότι οφείλει να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Ενόψει τούτων, μετά από παραδεκτή παραίτηση από αγωγικά αιτήματα και παραδεκτό μερικό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά, με δήλωση της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ζητούσε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της, να υποχρεωθεί το δεύτερο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της υπό τους ίδιους όρους που παρείχε την εργασία της στο Ε.ΚΕ.ΒΙ.

και να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.323,92 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.4.2014 έως 30.11.2014 και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει για την ίδια ως άνω αιτία το ποσό των 14.989,41 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.12.2014 έως 31.8.2015, με το νόμιμο τόκο, και γ) επικουρικά σε περίπτωση που απορριφθούν τα κύρια αιτήματά της περί υποχρέωσης του δεύτερου εναγόμενου να την απασχολεί υπό καθεστώς σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) να της καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 13.338,04 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 8.035,5 ευρώ, με το νόμιμο τόκο και δ) να υποχρεωθούν αμφότεροι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 6.661,96 ευρώ ως οφειλόμενες από τον εργοδότη της (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Δεκεμβρίου 2013 έως και Μαρτίου 2014, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και α) αναγνώρισε ότι η από 26-3-2014 λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας είναι άκυρη, γιατί αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 178/2002, υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ να απασχολεί την ενάγουσα και να της καταβάλει για αποδοχές υπερημερίας το ποσό των 13.323,96 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση του δευτέρου εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για την ως άνω αιτία το ποσό των 14.989,41 ευρώ, και β) υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, με το νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Επί της από 19.9.2016 έφεσης του δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη ΝΠΙΔ "Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού" και επί της από 7.10.2016 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1927/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση του δεύτερου εναγομένου, εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το δεύτερο εναγόμενο, κρατήθηκε η υπόθεση, δικάσθηκε η αγωγή ως προς το αυτό και αα) απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά το μέρος που στηριζόταν στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 παρ.1 του ΠΔ 178/2002, ββ) απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής που στηρίζονταν στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, λόγω παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας και λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και κατόπιν τούτων απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως προς το δεύτερο εναγόμενο, β) έγινε τυπικά δεκτή η έφεση του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Δημοσίου και αα) απορρίφθηκαν κατ' ουσία ο πρώτος λόγος της έφεσής του με τον οποίο ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά το μέρος που αυτό είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ ως οφειλόμενες σ' αυτήν αποδοχές από τον εργοδότη της (Ν.Π.Ι.Δ. "...) και ο δεύτερος λόγος της έφεσής του με τον οποίο ισχυριζόταν ότι εξέλιπε το έννομο συμφέρον της ενάγουσας ως προς την ένδικη υπόθεση διότι αυτή είχε υποβάλλει αίτημα επαναφοράς και εντάχθηκε από 30.10.2015 στο προσωπικό του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ββ) έγινε δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία ο τρίτος λόγος της έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε υποχρεώσει το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει τόκους, επί του επιδικασθέντος σε βάρος του ποσού των 6.661,96 ευρώ, από όταν τα επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά και επιπρόσθετα εξαφανίσθηκε η απόφαση και κατά το μέρος που δεν έσφαλε (δηλαδή ως προς το ως άνω επιδικασθέν κονδύλιο των 6.661,96 ευρώ) για την ενότητα της εκτέλεσης, κρατήθηκε η υπόθεση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ως κατ' ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8.4.2019 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.5.2021 και δεδομένου ότι λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων τα χρονικά διαστήματα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 (άρθρο 74 πρ.1 εδ.α του ν. 4690/2020) και από 7.11.2020 έως 5.4.2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021) στις οποίες (προθεσμίες) συμπεριλαμβάνεται και η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του Ν.4963/2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ). Με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 4250/2014 (ΦΕΚ Α. 74/26.3.2014) ορίζεται ότι "α. Το "..." (Ε.ΚΕ.ΒΙ.), Ν.Π.Ι.Δ. με έδρα την Αθήνα, το οποίο συνεστήθη με το άρθρο 9 του ν. 2273/1994 (Α 233), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, καταργείται.

β. Οι αρμοδιότητες του Ε.ΚΕ.ΒΙ., όπως προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2273/1994, ασκούνται εφεξής από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, Ν.Π.Ι.Δ. με έδρα την Αθήνα, το οποίο συστάθηκε με το άρθρο 19 του ν. 2062/1992 ως Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, μετονομάστηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2524/1997 (Α 183) και εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (π.δ. 31/2002, Α 33)....".

Με την παρ.2 περ. γγ του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "γγ) Οι συμβατικές υποχρεώσεις και οι εγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις του Ε.ΚΕ.ΒΙ. μεταφέρονται στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, το οποίο λειτουργεί ως καθολικός διάδοχος αυτού, για όλα εκτός από τις απαιτήσεις εργαζομένων από οποιαδήποτε έννομη σχέση για τις οποίες ευθύνεται και νομιμοποιείται παθητικά αποκλειστικά το Δημόσιο.

Το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού καθίσταται δικαιούχος των προγραμμάτων και των δράσεων που έχουν εκπονηθεί, καθώς και των πόρων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτά. Εκκρεμείς διαδικασίες του Ε.ΚΕ.ΒΙ. που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, μισθώσεων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών και κάθε είδους διαγωνισμοί που έχουν προκηρυχθεί για πάσης φύσεως έργα, εργασίες, μελέτες και είναι σε εξέλιξη κατά την κατάργηση του Ε.ΚΕ.ΒΙ.

εξακολουθούν να διέπονται από το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της σχετικής προκήρυξης και ολοκληρώνονται από το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού μπορεί με απόφαση του να ανακαλέσει προκηρύξεις, εφόσον κρίνει ότι αυτές δεν εξυπηρετούν ανάγκες του Ιδρύματος" και τέλος, με το άρθρο 19 παρ.1 περ.

α του ιδίου νόμου ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων του παρόντος, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: α. Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που με τις διατάξεις του παρόντος νόμου καταργούνται οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου λύονται αυτοδικαίως συγχρόνως με την κατάργηση του νομικού προσώπου, χωρίς προς τούτο να απαιτείται δήλωση, καταγγελία, ανακοίνωση ή άλλη διατύπωση.

Οι υπάλληλοι αυτοί δικαιούνται τη νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση η οποία προβλέπεται για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης. Εξαιρούνται της παραπάνω διάταξης της περίπτωσης α οι υπάλληλοι με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, ήτοι δεκαοκτώ μήνες μετά τον τοκετό.

Οι υπάλληλοι αυτοί μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως στον φορέα όπου μεταφέρονται οι αρμοδιότητες των καταργούμενων φορέων". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το ν.π.ι.δ. υπό την επωνυμία "..." (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) καταργείται από 26.3.2014 και ότι όλες οι συμβατικές του υποχρεώσεις μεταφέρονται στο ΝΠΙΔ υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ", ως καθολικό διάδοχο του ενώ, ειδικώς, μόνο, για τις απαιτήσεις, που υφίστανται, την 26.3.2014, από οποιαδήποτε έννομη σχέση εργαζομένων του Ε.ΚΕ.ΒΙ.

ευθύνεται και νομιμοποιείται παθητικά, αποκλειστικά, το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 1271/2020) καθώς και για την αποζημίωση λόγω της λύσης της σύμβασης εργασίας τους. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτή (έφεση) και τους προσθέτους αυτής λόγους.

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).

Η ρύθμιση αυτή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης θα γίνει επίσης με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020).

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους έφεσης και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 1159/2022, ΑΠ 894/2020, ΑΠ 344/2020).

Ακόμη, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης (ΑΠ 647/2022, ΑΠ 344/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μια επικουρική, και ύστερα από έφεση του εναγομένου κατά της οριστικής απόφασης που δέχθηκε τη μια βάση και απέρριψε τις λοιπές, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και απορριφθεί η αγωγή κατά τη βάση της αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, εκτός εάν στην περίπτωση αυτή έχει ασκηθεί έφεση εκ μέρους του ενάγοντος (ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 2039/2014, ΑΠ 994/2010).

Από τις ίδιες, όμως, ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή εν όλω ή εν μέρει βάση της αγωγής και δεν ερεύνησε τις υπόλοιπες βάσεις αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την βάση της που έγινε δεκτή, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα των μη εξετασθεισών, πρωτοδίκως, βάσεων, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι` αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 514/2020, ΑΠ 714/2018, ΑΠ 596/2017, ΑΠ 2039/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019).

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014).

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017).

Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 191/2022, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 718/2019) αλλά και την από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (ΑΠ 431/2022, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 907/2017, ΑΠ 596/2017), καθόσον άφησε "αίτηση" αδίκαστη και δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", αφού οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις" με την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 833/2013, ΑΠ 1590/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, που αφορά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ως προς το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (Δημόσιο), δεδομένου ότι οι λοιπές παραδοχές αυτής αφορούν το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο, μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, τα εξής "...Την 1- 3-2002 η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσελήφθη από το Ε.ΚΕ.ΒΙ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης προκειμένου να εργασθεί ως σύμβουλος πολιτιστικής πολιτικής, με τόπο παροχής εργασίας την έδρα του Ν.Π.

στην Πολιτεία Αττικής (...) και οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδας κρίνεται απαραίτητο σύμφωνα με τις ανάγκες του και ο μισθός της ορίστηκε στο ποσό των 1.291,27 ευρώ. Στις 29-11-2010 τροποποιήθηκε η σύμβαση εργασίας της και ο μικτός μηνιαίος μισθός της ορίσθηκε στο ποσό των 1.665,49 ευρώ, ενώ ο τόπος εργασίας της η νέα έδρα του Ε.ΚΕ.ΒΙ στην Αθήνα επί της οδού ....

Με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν.4250/2014 το Ε.ΚΕ.ΒΙ. καταργήθηκε, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1α του ίδιου νόμου λύθηκε αυτοδικαίως συγχρόνως και η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία, δικαιούτο δε τη νόμιμη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση η οποία προβλέπεται για την περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.2 περ. γγ ν. 4250/2014, για τις απαιτήσεις των εργαζομένων του Ε.ΚΕ.ΒΙ. από οποιαδήποτε έννομη σχέση ευθύνεται και νομιμοποιείται παθητικά το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο). Το Ε.ΚΕ.ΒΙ από τον Δεκέμβριο 2013 μέχρι την κατάργησή του στις 26-3-2014 όφειλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της, οι οποίες ανήρχοντο στο μικτό ποσό των 1.665,49 ευρώ μηνιαίως και συνολικά στο μικτό ποσό των 6.661,96 ευρώ (1.665,49 Χ 4).

Μετά την κατάργησή του Ε.ΚΕ.ΒΙ., το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο εφέσεως του είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Επίσης ναι μεν το εκκαλούν - δεύτερο των εναγομένων, Ελληνικό Δημόσιο, υποχρεούται να καταβάλει στην εφεσίβλητη - ενάγουσα την αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις των ν. 2112/1920, 3198/1955, άρθρ. 1 παρ.

ΙΑ.12, περ.2 ν. 4093/2012, πλην όμως επειδή το Δικαστήριο δεν εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση ως προς το πρώτο των εναγομένων, αποδεχόμενο λόγο εφέσεως του εκκαλούντος Δημοσίου, και δεν υποκαθιστά ως προς αυτό το Πρωτοδικείο, ώστε να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, δεν καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και την αξίωση καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, που προβάλλεται με επικουρικό αγωγικό αίτημα.

Κατόπιν τούτων το πρώτο εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, το ανωτέρω ποσό, των 6.661,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής επειδή με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλήν αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής" (ΑΕΔ 7/2011, ΑΠ 986/2013). Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει το ως άνω ποσό των 6.661,96 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που τα συγκροτούντα αυτό επιμέρους κονδύλια κατέστησαν απαιτητά, όπως βάσιμα παραπονείται το πρώτο εναγόμενο -εκκαλών με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της εφέσεώς του.

Συνακόλουθα πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση κατά το μέρος που έσφαλε, καθώς και κατά το ορθό μέρος (που δεν έσφαλε), για το ενιαίο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στη συνέχεια αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν (άρθρο 535 παρ 1) πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο και να απορριφθεί ως προς το δεύτερο εναγόμενο, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές το ποσό των 6.661,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...".

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, εκ των αριθμών 5, 8, 9, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αληθώς, όμως, εκ του αριθμών 8 και 9 του ως άνω άρθρου (κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου στο λόγο αυτό νομικού σφάλματος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο η επικουρική βάση της αγωγής της περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης από το πρώτο εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσής του ως άνω πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος εκτείνεται και στην ως άνω επικουρική βάση της αγωγής της, που δεν εξετάσθηκε πρωτοδίκως και εφόσον το Εφετείο εξέτασε κατ' ουσία την υπόθεση και έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν νόμιμη και έγκυρη, απορρίπτοντας την κυρία βάση της αγωγής της, όφειλε, αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει την επικουρική βάση της, που αφορούσε την αποζημίωση λόγω νόμιμης απόλυσης αυτής.

Ότι, σε κάθε δε περίπτωση είχε μεταβιβασθεί με την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στο Εφετείο και το αίτημα αυτής (αναιρεσείουσας) περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, αφού με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ζητούσε να απορριφθεί η αγωγή της ως μη νόμιμη και ως προς το αίτημα αυτό, αλλά και στο σύνολό της και ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή λόγου έφεσης του εκκαλούντος, όφειλε να εξετάσει τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως ως άνω επικουρική βάση της αγωγής της.

Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της πρωτοβάθμιας απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε: α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 26-3-2014 λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ότι είχε επέλθει σύμφωνα με το άρθρο 5 του Π.Δ/τος 178/2002 μεταβίβαση του νομικού προσώπου, όπου εργαζόταν η ενάγουσα (Ε.ΚΕ.ΒΙ), στο δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) και υποχρέωσε το δεύτερο εναγόμενο να απασχολεί την ενάγουσα και να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, β) υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (Δημόσιο) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ, ως οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές, ενώ δεν αποφάνθηκε ως προς το (επικουρικό) αγωγικό αίτημα της ενάγουσας για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης από το πρώτο εναγόμενο.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δημοσίου και του δευτέρου εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου : α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του δεύτερου εναγομένου, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν αυτό (δεύτερο εναγόμενο) κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή της ενάγουσας και απέρριψε αυτή ως προς το δεύτερο εναγόμενο και β) δέχθηκε τυπικά την έφεση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου (Δημοσίου) και αα) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο το εκκαλούν προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε υποχρεώσει αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές και το δεύτερο λόγο της έφεσης με το οποίο το εκκαλούν προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή, ενώ όφειλε, κατ' αυτό, να την απορρίψει ως μη νόμιμη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, εφόσον κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής είχε γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς και ένταξής της ενάγουσας στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού και ββ) δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσία τον τρίτο λόγο έφεσης του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε τη εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που είχε υποχρεώσει αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα νόμιμους τόκους από όταν κάθε επιμέρους κονδύλιο του επιδικασθέντος ποσού των 6.661,96 ευρώ κατέστη απαιτητό και, επίσης, εξαφάνισε αυτή και κατά το μέρος που δεν έσφαλε (δηλαδή κατά το μέρος που υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ) για την ενότητα της εκτέλεσης, κράτησε την υπόθεση ως προς το πρώτο εναγόμενο δίκασε την αγωγή και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.661,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επομένως και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, με την έφεση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου) δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο η, μη εξετασθείσα πρωτοδίκως, βάση της αγωγής της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα ζητούσε επικουρικά, για την περίπτωση που απορρίπτονταν τα αγωγικά της αιτήματα κατά του δεύτερου εναγομένου ΝΠΙΔ (απλού ομόδικου του πρώτου εναγομένου) περί υποχρέωσης αυτού (δεύτερου εναγόμενου) να την απασχολεί και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, εφόσον δεν υπήρχε λόγος έφεσης αυτού (αναιρεσίβλητου) ως προς την ως άνω αγωγική βάση και για την οποία άλλωστε το αναιρεσίβλητο δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού δεν ηττήθηκε ως προς τη βάση αυτή.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ως προς την ως άνω βάση της αγωγής της, δεν άσκησε επικουρική έφεση κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προκειμένου να εξετασθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η βάση αυτή, για την περίπτωση που το κύριο αγωγικό της αίτημα περί υποχρέωσης του δεύτερου εναγομένου ΝΠΙΔ να την απασχολεί και να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, που είχε γίνει δεκτό πρωτοδίκως, απορριπτόταν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου έφεσης αυτού (δεύτερου εναγομένου), όπως συνέβη.

Ούτε το αίτημα αυτό μπορούσε να εξετασθεί, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή ως κατ' ουσία βάσιμου του τρίτου λόγου έφεσης του πρώτου εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου), ως προς το κεφάλαιο των τόκων επί του επιδικασθέντος σε βάρος του πρώτου εναγομένου και υπέρ της ενάγουσας ποσού των 6.661,96 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, εφόσον, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μετά την ως άνω εξαφάνιση, επανεξετάζεται η ουσία της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μόνο ως προς το ως άνω εκκληθέν κεφάλαιο.

Ο, δε, ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι, εφόσον το αναιρεσίβλητο με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυριζόταν ότι έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας ως άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη και ζητώντας αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή της, με την έφεση αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, το αίτημά της περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και ότι το Δικαστήριο αυτό, αφού έκρινε ότι είναι νόμιμη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, όφειλε να εξετάσει το επικουρικό της αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Και τούτο διότι ο ως άνω ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, στο δεύτερο λόγο της έφεσής του, αναφερόταν στο νόμω αβάσιμο της αγωγής όσο αφορά τις σε βάρος του ασκηθείσες ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, όπως αυτές περιορίσθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αφορούσαν μόνο α) την επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, που όφειλε σ' αυτή ο εργοδότης της (Ε.ΚΕ.ΠΙ), πριν την κατάργησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 περ.γγ του Ν. 4250/2014 και β) την αποζημίωση απόλυσης, από την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας της, λόγω της ως άνω κατάργησης του Ε.ΚΕ.ΠΙ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 εδ.

α' του ιδίου νόμου και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το αγωγικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης απόλυσης κατά του πρώτου εναγομένου δεν είχε ασκηθεί επικουρικά για την περίπτωση που απορριπτόταν κύριο αίτημα κατ' αυτού (πρώτου εναγομένου), αφού είχε ασκηθεί επικουρικά για την περίπτωση που απορρίπτονταν τα προεκτεθέντα αγωγικά αιτήματα κατά του δεύτερου εναγομένου (20η σελίδα αγωγής) .

Επιπρόσθετα, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της από 7.10.2016 έφεσης του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, που απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμος από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη αγωγή της ενάγουσας είναι μη νόμιμη, όχι λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, όπως αυτή ισχυρίζεται στο αναιρετήριο, αλλά λόγω εκλείψεως του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (29.9.2015) που θεμελιώνεται, κατ' αυτό (πρώτο εναγόμενο), στο ότι η ενάγουσα από τις 18.5.2015 είχε καταθέσει αίτηση επαναφοράς στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 17 του ν. 4325/2015, και ότι ανέλαβε υπηρεσία στις 4.1.2016 στο Υπουργείο Αθλητισμού και Πολιτισμού με αναγνώριση της προϋπηρεσίας της.

Συνακόλουθα, με τον ως άνω δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο το αίτημα της αναιρεσείουσας περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή. Επομένως, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε το αίτημα της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας για επιδίκαση αποζημίωσης απόλυσης από το πρώτο εναγόμενο-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον, αφού, όπως προεκτέθηκε, το αίτημα αυτό, που δεν εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν είχε μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με λόγο έφεσης ή αντέφεσης της αναιρεσείουσας, ούτε μπορούσε να εξετασθεί από αυτό, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του αναιρεσίβλητου, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας αυτής, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ.

της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2021 και με αριθ. κατάθ. 3213/440/14.5.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 1927/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ