Legislator Case Law & Legislation
200/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on tax debt announcement clarity and awards costs to the bank.

Case Number 200/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding the clarity of a tax debt announcement. The bank argued the announcement was sufficiently specific regarding priority rights, while the State contended otherwise. The court ruled that the announcement met legal requirements for clarity and rejected the State's single ground of appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 321 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments not subject to cassation or appeal, and a first-instance judgment becomes final if the appeal period has expired or the right to appeal has been waived.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment tax debt announcement clarity of notice court costs allocation priority rights cassation procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/8-12-1992
Article 19(1) of the Law on the State Budget
Article 36 of Presidential Decree 28/1931
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 473/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 200 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 200/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα - Τζαβέλλα Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και στην προκειμένη περίπτωση και από τους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιά και Δ.Ο.Υ. Ε' Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σ. Ρ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 4832/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/11/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει : α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη, β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.

διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή από το δικόγραφο της έφεσης που ασκήθηκε, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (ΟλΑΠ 473/1983). Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ, δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται, τελεσίδικη και τότε παραδεκτώς προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία εξάλλου της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη πολιτική απόφαση είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο χρόνια για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει η απόφαση τελεσίδικη και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (σχετ.

ΟλΑΠ 1113/1986,ΑΠ 351/2009, ΑΠ 1904/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 29.11.2019 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 159/29.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4832/18.11.2016 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, και έκανε δεκτή εν μέρει την ανακοπή του τότε ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... Α.Ε."(με την πρώην επωνυμία "Τράπεζα ... ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), μεταρρυθμίζοντας τον προσβαλλόμενο με αριθμό 22963/2015 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Μορφονιού, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, κατά την επικουρική κατάταξη, κατατάσσοντας επικουρικά και προνομιακά, σε περίπτωση κατά την οποία η απαίτηση της καθής Τράπεζας, που κατατασσόταν στον πίνακα αυτόν τυχαία, δεν ήθελε καταστεί τελεσίδικη εν όλω ή εν μέρει, στα 2/3 του ποσού που τυχόν δεν ήθελε επιδικαστεί τελεσίδικα υπέρ της, τις λοιπές τελεσιδίκως επιδικασθείσες απαιτήσεις της που έχουν εξασφαλιστεί με προνόμιο, και, σε περίπτωση μη ύπαρξης τέτοιων απαιτήσεων της τελευταίας, κατατάσσοντας οριστικά, προνομιακά και συμμέτρως, το ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δια των Προϊσταμένων της Δ.Ο.Υ.

Α' και Ε' Πειραιά, αντίστοιχα. Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και, όπως προκύπτει από αυτή, δημοσιεύθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2016, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε πριν από την παρέλευση δύο ετών από τη δημοσίευσή της, αλλ' ούτε και ότι ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση ή παραίτηση από του δικαιώματος ή του δικογράφου άσκησης έφεσης.

Επομένως, μετά την παρέλευση της διετίας, κατέστη τελεσίδικη, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αναιρέσεως σχετική πράξη καταθέσεως του Γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, ασκήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2019, πριν δηλαδή περάσουν συνολικά τέσσερα (4) χρόνια από τις 19 Νοεμβρίου 2016, ήτοι την επομένη της δημοσίευσης (άρθρα 144 παρ.1 ΚΠολΔ, 241 ΑΚ) της απόφασης αυτής, και εφόσον δεν προκύπτει επίδοσή της, αυτή (υπό κρίση αίτηση αναίρεσης) ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.

Συνεπώς η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ` αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατάταξης η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή και στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους κατά το άρθρο 974 ΚΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Συνεπώς το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.

Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι έτσι άκυρο, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης, όταν η αοριστία προκαλεί σ` αυτόν που την προτείνει βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 ΚΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις (ΑΠ 191/2021,ΑΠ 885/2019, ΑΠ 194/ 2018).

Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 ΚΠολΔ, αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρ. 974 ΚΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι` αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΑΠ 973/2020, ΑΠ 307/2016).

Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα που είναι κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 191/2021, ΑΠ 885/2019,ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 1087/2013, ΑΠ 949/2011, ΑΠ 545/2006, ΑΠ 1636/2002).

Τέλος, όταν ο κατασχών δανειστής επισπεύδει ο ίδιος την εκτέλεση, δεν υποχρεώνεται σε αναγγελία της απαίτησης για την οποία έγινε η κατάσχεση, ούτε σε κατάθεση των τίτλων του, γιατί όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του και την τυχόν προνομιακή της κατάταξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ο εκτελεστός τίτλος και το πιστοποιητικό βαρών του κατασχεθέντος ακινήτου, έχουν κατατεθεί νόμιμα κατά το άρθρο 955 παρ.4 ΚΠολΔ στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 1726/2008), αρκούν δε για την κατάταξη των απαιτήσεων, είτε ως ανέγγυων, είτε ως ασφαλιζόμενων με υποθήκη ή προσημείωση, όταν επισπεύδουσα είναι Τράπεζα (ΑΠ 482/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι αυτή παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, κάνοντας δεκτό σχετικό λόγο ανακοπής του, ότι η από 06.11.2014 αναγγελία της απαίτησης της επισπεύδουσας και ήδη αναιρεσίβλητης στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ήταν αόριστη, ελλείψει των αναγκαίων κατ' άρθρο 972 ΚΠολΔ στοιχείων, και ως εκ τούτου έπασχε ακυρότητας, η οποία του προκάλεσε βλάβη, καθόσον, στο δικόγραφό της η περιγραφή των απαιτήσεων είναι ελλιπής, σε βαθμό που ούτε ο επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος, αλλ' ούτε και οι λοιποί αναγγελθέντες δανειστές, μεταξύ των οποίων και το ίδιο (αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο), να μπορούν να ελέγξουν τη νομιμότητα και βασιμότητα των απαιτήσεων.

Ειδικότερα, επειδή το αναγγελτήριο διαλαμβάνει άλλο ποσό, για το οποίο αναγγέλλεται η επισπεύδουσα και άλλο ποσό, για το οποίο ζητεί να καταταγεί, και εκ του περιεχομένου του δεν προκύπτει το επικαλούμενο προνόμιο της τελευταίας. Όπως προκύπτει, όμως, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της από 06.11.2014 προσβαλλόμενης αναγγελίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία που θεμελιώνουν τις νομίμως αναγγελθείσες απαιτήσεις της (ως προνομιούχου δανείστριας), κατά το είδος, το ποσό, τα παραγωγικά αυτών πραγματικά περιστατικά, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα τους, ως εμπραγμάτως εξασφαλισμένων με προσημειώσεις υποθήκης, και όπως αναλυτικά περιγράφει για την κάθε επί μέρους απαίτηση.

Συγκεκριμένα, όπως δέχεται και το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην επίμαχη ως άνω από 06.11.2014 αναγγελία αναφέρονται λεπτομερώς οι απαιτήσεις της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, για τις οποίες κατέθεσε και τα σχετικά έγγραφα στα οποία τις στηρίζει, με τη με αριθμό 22808/18.11.2014 πράξη κατάθεσης εγγράφων αναγγελθέντα δανειστή της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιορδάνας Αλεξάνδρου Μορφονιού, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.

Πλέον ειδικότερα οι απαιτήσεις αυτές αναφέρεται ότι απορρέουν από α)τη με αριθμό 659/ 22.12.1998 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και τις επακολουθήσασες πρόσθετες πράξης τροποποίησής της και αύξησης πιστώσεως, με βάση την οποία εκδόθηκε, σε βάρος του οφειλέτη της και καθού η εκτέλεση Ι.

Κ.-Π., η με αριθμό 32601/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσού 345.998,50 ευρώ, πλέον ποσού 6.320,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, με συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο σύνταξης της αναγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 494.517,33 ευρώ, όπως λεπτομερώς τούτο αναλύεται, β) τη με αριθμό ...

σύμβαση δανείου, και τις επακολουθήσασες πρόσθετες πράξης τροποποίησής της, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 39121/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσού 10.025,71 ευρώ, πλέον ποσού 680,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, με συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο σύνταξης της αναγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 12.137,14 ευρώ, όπως λεπτομερώς τούτο αναλύεται, γ) τη με αριθμό 32.00000.0120637/29.06.2009 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 46590/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσού 214.664,17 ευρώ, πλέον ποσού 7.430,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, με συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο σύνταξης της αναγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 252.251,65 ευρώ, όπως λεπτομερώς τούτο αναλύεται, και για την εξασφάλιση της οποίας (απαίτησης) έχει εγγραφεί υπέρ της προσημείωση υποθήκης τρίτης τάξης, για ποσό 260.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 25812Σ/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όχι στις 23.12.2005, όπως εσφαλμένα, εκ παραδρομής αναφέρεται στο αναγγελτήριο, αλλά στις 03.07.2009, όπως δέχεται και το Πρωτοδικείο, δ) τη με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, και τις επακολουθήσασες πρόσθετες πράξης τροποποίησής της, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 14056/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσού 147.858,25 CHF, ισόποσου των 121.727,17 ευρώ, πλέον ποσού 2.530,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, με συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο σύνταξης της αναγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 159.901,63 CHF, ισόποσου των 136.574,68 ευρώ, πλέον 7.680,31 ευρώ για έξοδα, ήτοι με συνολικό ποσό οφειλής σε ευρώ, 144.254,99, όπως λεπτομερώς τούτο αναλύεται, και για την εξασφάλιση της οποίας (απαίτησης) έχει εγγραφεί υπέρ της προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης την 10.01.2003, για ποσό 195.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 383Σ/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ε) τη με αριθμό ...

σύμβαση στεγαστικού δανείου, και την επακολουθήσασα πρόσθετη πράξη τροποποίησής της, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 14058/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για επιδικασθέν κεφάλαιο ποσού 118.827,26 CHF, ισόποσου των 97.798,68 ευρώ, πλέον ποσού 2.120,00 ευρώ για δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, με συνολικό οφειλόμενο ποσό κατά το χρόνο σύνταξης της αναγγελίας, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, 130.725,10 CHF, ισόποσου των 111.654,51 ευρώ, πλέον 9.020,72 ευρώ για έξοδα, όπως λεπτομερώς τούτο αναλύεται, και για την εξασφάλιση της οποίας (απαίτησης) έχει εγγραφεί υπέρ της προσημείωση υποθήκης δεύτερης τάξης την 23.12.2005, για ποσό 130.000,00 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 11357/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Ότι, όσον αφορά τις απαιτήσεις της από τις υπ' αριθμ. ... και ... (υπό στοιχ. δ'και ε') συμβάσεις, για μέρος του επιδικασθέντος και οφειλομένου κεφαλαίου της, συνολικού ποσού 260.000,00 CHF, επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση σε δύο ακίνητα περιουσίας του οφειλέτη της, που αναλυτικά περιγράφει, και επιφυλάχθηκε για το υπόλοιπο μέρος των απαιτήσεών της, περιορίζοντας έτσι, το ποσό των αναγγελθεισών απαιτήσεών της από τις παραπάνω δύο συμβάσεις στο συνολικό ποσό των 4.930,22 ευρώ.

Δηλαδή, τελικά, το συνολικό ποσό των απαιτήσεων της καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητης, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, ανερχόταν σε 763.836,34 (494.517,33 + 12.137,14 + 252.251,65 + 4.930,22) ευρώ, αναγγέλλοντας μεν εξ αυτών στο επίμαχο αναγγελτήριο τις απαιτήσεις της από τις υπό στοιχ. α', β'και γ' συμβάσεις και για τα επιδικασθέντα κεφάλαια αυτών, μετά των δικαστικών εξόδων και εξόδων εκτέλεσης, εκ ποσών 352.318,50, 10.705,71 και 222.094,17 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον τόκων και εξόδων αναγγελίας, ανερχομένων συνολικά στα αντίστοιχα ποσά των 494.517,33 , 12.137,14 και 252.251,65 ευρώ, στις οποίες, όμως, συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, και εκείνες, για τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε, η επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητη Τράπεζα προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος ακινήτων του οφειλέτη της, και δεν υπήρχε υποχρέωσή της για αναγγελία τους, ήτοι για το αξιούμενο υπόλοιπο των υπό στοιχ.

δ'και ε' συμβάσεων, συνολικού ποσού 4.930,22 ευρώ. Γι' αυτό, εξάλλου, ζήτησε με την επίμαχη αναγγελία να καταταγεί οριστικά στον πίνακα κατάταξης για το ποσό του συνόλου των ως άνω απαιτήσεών της των 763.836,34 ευρώ, εκ του οποίου προνομιακά για το επιμέρους ποσό των απαιτήσεών της από την υπό στοιχ.γ' και το αξιούμενο υπόλοιπο των υπό στοιχ.

δ' και ε' συμβάσεων, συνολικού ποσού 257.181,87(252.251,65 +4.930,22), οι οποίες είναι εξασφαλισμένες με προσημειώσεις υποθήκης τρίτης, πρώτης και δεύτερης σειράς, αντίστοιχα. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων η αναγγελία της αναιρεσίβλητης ήταν πλήρως ορισμένη, καθώς για την πληρότητα της περιγραφής των αναγγελλόμενων απαιτήσεων αρκούσε, όπως προεκτέθηκε, η μορφολογική εξατομίκευσή τους ως προς την ύπαρξη και το είδος του προνομίου κατάταξής τους, στοιχεία τα οποία με σαφήνεια αυτή περιελάμβανε και τα οποία δικαιολογούν το χαρακτήρα μέρους των επίδικων απαιτήσεών της ως προνομιακών, και ως εκ τούτου δεν πάσχει αυτή (αναγγελία) αοριστίας.

Επίσης δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των αναγγελθεισών απαιτήσεων της επισπεύδουσας και αυτών για τις οποίες ζητούσε να καταταγεί, ούτε και μεταξύ των ποσών αυτών, ενώ σαφώς προκύπτουν οι απαιτήσεις της και το επικαλούμενο υπέρ αυτών προνόμιο τους. Το δε Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η επίδικη αναγγελία της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης είναι επαρκώς ορισμένη και σαφής, ώστε παρέχει στο μεν ανακόπτον και ήδη αναιρεσείον ως αναγγελθέντα δανειστή τα απαραίτητα για την άμυνά του στοιχεία, στη δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και του προνομίου της, και στη συνέχεια απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της ανακοπής του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος ως αβάσιμου κατ' ουσίαν, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον εν λόγω μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατόπιν τούτου και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Σημειώνεται τέλος ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ. 1 του ΝΔ της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με το άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ Α'239/1931) σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης, γι'αυτό και δεν διαλαμβάνει σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.11.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4832/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ