Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, orders refund of deposit and costs to appellant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor dispute judgment, ruling that the lower court correctly rejected the claim as illegal due to lack of intent regarding future consequences. The court found the appellant's arguments regarding procedural violations and substantive law breaches unfounded because the first instance court did not make a substantive ruling on those issues. Consequently, the appeal was rejected, the deposit of 450 euros was refunded to the appellant, and she was ordered to pay the respondents' legal costs totaling 1,800 euros.
Legislator headnote
AI generatedArticles 280(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal in a labor dispute does not require the payment of a deposit, and if one is mistakenly paid, it must be refunded regardless of the appeal's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 200 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 200/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 8η Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. χήρας Ν. Κ. το γένος Θ. Μ., ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, Δ.-Μ., Ε. και Ν., κατοίκων Καρδίτσας, που δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσίβλητων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας ΟΕ με την επωνυμία "Τ. Κ. ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καρδίτσα, 2) Ι. Τ. του Α., 3) Α. Τ. του Ι., 4) Κ. Τ.-Φ. του Β., κατοίκων Καρδίτσας, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Φιλίππου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται ανωτέρω, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Παναγιώτης Νέλλας, ως άγγελος του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, Χαράλαμπου Τσιρογιάννη και αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 11/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 280/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία θεωρείται, ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο διάδικος, που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις που παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του γεγονότος ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρ. 241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της υπόθεσης ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο (8.12.2020), η αναιρεσείουσα ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της ζήτησε δια του δικηγόρου Παναγιώτη Νέλλα, ο οποίος εμφανίστηκε ως άγγελος του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χαράλαμπου Τσιρογιάννη μόνον για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο, την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό και στη συνέχεια αποχώρησε.
Επομένως, η εν λόγω διάδικος παρισταμένη με τις ιδιότητες, που προαναφέρθηκαν, θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε. Περαιτέρω, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επέσπευσε η απολειπόμενη αυτή διάδικος (αναιρεσείουσα) ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της), με επίδοση, ύστερα από σχετική παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της Χαράλαμπου Τσιρογιάννη, (ο οποίος υπέγραψε και κατέθεσε την αίτηση αναιρέσεως), προς τους αναιρεσίβλητους, ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με τις υπάρχουσες σ` αυτήν πράξεις, κατάθεσης και ορισμού δικασίμου αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (βλ.
σχετική επισημείωση στην αίτηση αναίρεσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Δ. Γ.). Πρέπει, συνεπώς, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και η διάδικος αυτή (ΑΠ 187/2018, ΑΠ 894/2010, ΑΠ 724/2010, ΑΠ 506/2009).
2.Με την από 11.11.2019 και αριθ. κατάθ. 56/11.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 280/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3.Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρα 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι με την από 25.8.2014 και αριθ. κατάθ. 407/26.9.2014 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων της Δ.- Μ., Ε.
και Ν., εξέθετε ότι από αμέλεια των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη ειδικότερα στη μη λήψη, δια των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας και δη του δεύτερου έως και τέταρτου των εναγομένων, των απαιτούμενων και ενδεδειγμένων εκ του νόμου μέτρων ασφαλείας προς προστασία των εργαζομένων της, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου της Ν.
Κ. και πατέρα των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, ο οποίος είχε προσληφθεί στις 28.2.2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγομένη προκειμένου να εργαστεί ως τεχνίτης ελαιοχρωματισμών. Ζήτησε δε κατόπιν τούτου να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά για αποστέρηση της διατροφής τόσο της ίδιας όσον και των ανηλίκων τέκνων της εξ αιτίας του θανάτου από εργατικό ατύχημα του Ν.
Κ.. Η αγωγή αυτή, αφού κρίθηκε νόμιμη, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά με την υπ' αριθ. 11/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις προαναφερόμενες ιδιότητές της τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι από 7.5.2017 και αριθ. κατάθ. 40/22.5.2017 και από 12.6.2017 και αριθ. κατάθ. 45/12.6.2017 αντίθετες εφέσεις. Μετά την συνεκδίκαση των εν λόγω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά αυτές, απέρριψε κατ' ουσία την πρώτη και δέχτηκε κατ` ουσία την δεύτερη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη διότι ο Ν. Κ., τεχνίτης ελαιοχρωματισμού, κατά το χρόνο, που έλαβε χώρα το αναφερόμενο σ' αυτή εργατικό ατύχημα με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του, και ενόσω ήταν εν ζωή, ως προέκυπτε από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, υπήρξε ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και ως εκ τούτου η πρώτη εναγομένη ως εργοδότριά του και οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι ως προστηθέντες από την πρώτη απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης της ενάγουσας ατομικά και των τέκνων της Δ.- Μ., Ε.
και Ν., είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915, ήτοι την προερχόμενη από ειδική αμέλεια κατά το ατύχημα γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που ειδικά προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, εκτός εάν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο της εργοδότριας.
Ότι, η ενάγουσα ατομικά και ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της με την ένδικη αγωγή της δεν επικαλείτο ότι το εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της και πατέρα των ανηλίκων, οφείλεται σε δόλο των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων από αυτή ως άνω αναφερόμενων λοιπών εναγομένων, αλλά ούτε και επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση των εναγομένων και η βούλησή τους προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος.
Ότι, ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αιτείται από τους εναγόμενους αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη και ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμη και ακολούθως ως εν μέρει ουσία βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, παρισταμένης με τις παραπάνω ιδιότητες ως ουσιαστικά αβάσιμη και δέχτηκε ως βάσιμη την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία και απέρριψε ως μη νόμιμη.
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 1482/2019).
Συνεπώς, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, δεν υπεισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, ο πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτος.
5. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβιάστηκαν ευθέως οι διατάξεις των άρθρων 27 ΠΚ και 34 παρ. 1 α.ν. 1846/1951, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν δολίως τόσο πριν το επελθόν αποτέλεσμα ήτοι το θάνατο του εργαζομένου τους Ν.
Κ. όσο και μετά απ' αυτόν, προσπαθώντας να αποκρύψουν τα αληθή πραγματικά περιστατικά, μεταβάλλοντας τις θέσεις των εξαρτημάτων των εργαζομένων, εκδιώκοντας τους εργαζόμενους από τις θέσεις εργασίας τους ώστε να μην καταθέσουν ως αυτόπτες μάρτυρες, πείθοντας τον μάρτυρα Β. Ν. να καταθέσει αντίθετα με την πραγματικότητα, συντάσσοντας πλαστά ιδιωτικά συμφωνητικά, με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο, όπως από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση επί της υπόθεσης, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, λόγω μη επίκλησης του στοιχείου του δόλου ως προς το επελθόν αποτέλεσμα στο πρόσωπο των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων απ' αυτήν λοιπών εναγομένων για τη νομική θεμελίωσή της .
6.Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ασκών το ένδικο μέσο της αναιρέσεως κατ` αποφάσεως Εφετείου υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού 450 ευρώ και ότι εν περιπτώσει ολικής ή μερικής νίκης του αναιρεσείοντος ο Άρειος Πάγος με την απόφασή του διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα, η υποχρέωση όμως καταθέσεως παραβόλου δεν ισχύει επί υποθέσεων εργατικών διαφορών, οπότε, εάν παρά την έλλειψη σχετικής υποχρεώσεως κατατεθεί παράβολο, ο Άρειος Πάγος, βάσει των εν λόγω διατάξεων αναλόγως εφαρμοζομένων, διατάσσει την επιστροφή τούτου στον καταθέσαντα ασχέτως της ευδοκιμήσεως ή μη της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΕΔ 2/2015, 3 και 4/2014, ΑΠ 117/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την έκθεση καταθέσεως του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει το αναφερόμενο σ` αυτή παράβολο, χωρίς όμως να υπέχει σχετική υποχρέωση, αφού η αναίρεση αφορά εργατική διαφορά (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 117/2019).
Συνεπώς, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του εν λόγω παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό. Μετά από αυτά και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.11.2019 και αριθ. κατάθ. 56/11.11.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθ. 280/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ με αριθ. κωδ. Πληρωμής … /….11.2019 της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, όπως αυτά αναφέρονται στην από 11.11.2019 βεβαίωση του Γραμματέα του Εφετείου Καλαμάτας.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ