200/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated200/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ` όσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 592 επ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 200 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 200/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Α. Κ. - Ν. του Θ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Χ. Δ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-10-2017 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1213/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε ματαιωθείσα τη συζήτηση της υποθέσεως επί της από 2-10-2017 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 90/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 15-5-2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου - καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 KΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση, με την από 15-5-2019 κλήση του αναιρεσίβλητου η από 2-10-2017 αίτηση για αναίρεση της 90/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας μετά την ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης στη δικάσιμο της 13-5-2019, για την οποίαν είχε αναβληθεί από τη σειρά του οικείου πινακίου κατόπιν αιτήματος της αναιρεσείουσας κατά τη δικάσιμο της 14-1-2019.
Ο ορισμός της συγκεκριμένης δικασίμου (της 14-1-2019) είχε λάβει χώρα με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, ο οποίος με την από 11-9-2018 κλήση του επανέφερε την εν λόγω αναίρεση σε συζήτηση μετά την έκδοση της 123/2018 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε ματαιωθείσα τη συζήτηση στη δικάσιμο της 14-5-2018, επειδή η μεν αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δε αναιρεσίβλητος θεωρήθηκε δικονομικώς απών διότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι.Θεοφύλακτος δεν κατέθεσε το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση .../9-9-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Καστοριάς Μ. Γ.-Κ. αποδεικνύεται ότι με επιμέλεια του παριστάμενου αναιρεσίβλητου ορίστηκε η σημερινή δικάσιμος και κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου του δικηγόρου που τον εκπροσωπεί, έχει επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της από 15-5-2019 κλήσης προς συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, εφ` όσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών (άρθρα 592 επ.
ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 90/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο δεχόμενο την από 16-1-2014 έφεση της αναιρεσείουσας, αφού εξαφάνισε την ερήμην αυτής εκδοθείσα εκκαλούμενη 213/2013 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς), δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, δέχτηκε την από 19-11-2012 αγωγή διαζυγίου του αναιρεσίβλητου συζύγου της και κήρυξε λυμένο το μεταξύ των διαδίκων γάμο, λόγω του τεκμαιρόμενου από τη διετή διάσταση αυτών ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσής τους.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ4/2005,ΟλΑΠ7/2006,ΟλΑΠ2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, στο άρθρο 1439 παρ. 3 Α.Κ ορίζεται ότι: "Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου της διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων".
Από τις διάταξες αυτές, που καθιερώνουν ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των συζύγων, προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η διετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο κατ' ουσίαν συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ, κρίνεται το κεκτημένο του καταγομένου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζύγων και το δικαστήριο χωρεί, μετά και τη διαπίστωση της πρόθεσης για διάσταση, στη λύση του γάμου.
Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.
Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο), που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης, ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης, ενώ κατά μείζονα λόγο δεν ελλείπει η διάσταση, όταν παρεμβάλλονται μικρές διακοπές εξ' άλλων λόγων, που δεν αναιρούν την σταθερή εξακολουθητικά υπάρχουσα πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού.
Η επίκληση της διετούς διάστασης είναι στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής διαζυγίου, η οποία στηρίζεται στον ανωτέρω λόγο, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν έχει συμπληρωθεί η διετής διάσταση, διότι αυτή άρχισε σε χρόνο μεταγενέστερο του επικαλούμενου με την αγωγή, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και όχι ένσταση.
Κατά συνέπεια, τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, εφόσον δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης. (ΑΠ1350/2017, 242/2015, 1068/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 12/6/2005. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα ανήλικο σήμερα τέκνο το Δ., συμβίωναν δε όλοι μαζί στην οικογενειακή στέγη στην πόλη της Καστοριάς μέχρι τον Ιανουάριο του 2008.
Ειδικότερα οι διάδικοι αντιμετώπιζαν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα προβλήματα, όμως καταλυτικό σημείο της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους αποτελεί ο προαναφερθείς χρόνος, κατά τον οποίον η εναγομένη έφυγε από την οικογενειακή στέγη και έκτοτε διέμενε στην οικία των γονέων της στους Μανιάκους Καστοριάς.
Ο μάρτυρας του ενάγοντα ήταν σαφής και απόλυτος κατά την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 22-11-2013, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι "είναι χωρισμένοι (οι διάδικοι) πέντε χρόνια, δεν έχουν επαφή μεταξύ τους και δεν υπάρχει πρόθεση αποκατάστασης της σχέσης τους". Εφόσον επομένως, αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι από το έτος 2008 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 22-11-2013, βρίσκονται συνεχώς σε διάσταση, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, χωρίς τη διάθεση επανασύνδεσης εκ μέρους του ενάγοντος, αλλά με πρόθεση οριστικής διακοπής της έγγαμης σχέσης τεκμαίρεται αμάχητα ότι υφίσταται ισχυρός κλονισμός του γάμου τους.
Συνακόλουθα, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να απαγγελθεί η λύση του γάμου των διαδίκων.....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της συμπλήρωσης της διετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι την 22-11-2013, που συζητήθηκε κατ' ουσία η αγωγή στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της διετούς διάστασης και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της αίτησής της με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθουν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αυτoύ αίτημα (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ) σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, το κατατεθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, καθόσον αυτή δεν είχε υποχρέωση προς καταβολήν του (495 παρ.3 σε συνδ. με 592 αρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-10-2017 αίτηση της Α. Κ.-Ν. για αναίρεση της με αριθμό 90/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ