Legislator Case Law & Legislation
200/2019 AI generated

200/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 200/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

200/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199 §§ 1 και 5 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87), "(198) Οι Περιφέρειες που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 200 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 200/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Περιφέρεια Θεσσαλίας, που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Φώτου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Λ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 4) Χ. Ν. του Β., κατοίκου ..., 5) Α. Κ. του Ρ., κατοίκου ..., 6) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ... και 7) Μ. - Ρ. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βαγιάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στρεφόμενη κατά της 373/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή της, επικυρώνοντας έτσι την εκδοθείσα σε βάρος της ίδιας (ως εναγομένης) υπ' αριθμ. 79/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Για το παραδεκτό της συζητήσεώς της προσκομίζεται, κατ' άρθρο 176 § 1 περ. ι' του Ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 του Ν. 4447/2016 (ΦΕΚ Α 241) η υπ' αριθμ. 441/2018 εγκριτική απόφαση της οικείας Οικονομικής Επιτροπής και είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, που προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεων, περί ακυρότητας της αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας, με το αιτιολογικό ότι η απόφαση αυτή ελήφθη χωρίς να υφίσταται και να τεθεί υπόψη της Επιτροπής γνωμοδότηση δικηγόρου, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση, αυτή ελήφθη ύστερα από εισήγηση επί του θέματος του νομικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, ο οποίος και την εκπροσωπεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

II. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 198 και 199 §§ 1 και 5 του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α' 87), "(198) Οι Περιφέρειες που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών.

Σε αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις περιλαμβάνονται, μέχρι τη λήξη τους, και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου.(199) § 1. Από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών, υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και διαμερισμάτων που καταργούνται, λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση.

Η εκπλήρωση των σκοπών των επιχειρήσεων που λύονται γίνεται είτε από επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η Περιφέρεια είτε από την ίδια την Περιφέρεια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων τους (....).§ 5. Τα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) που έχουν συσταθεί από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και έχουν πιστοποιηθεί ως τέτοια κατά την οικεία νομοθεσία, περιέρχονται αυτοδικαίως στις οικείες περιφέρειες, από την έναρξη της λειτουργίας τους.

Τα ανωτέρω Κ.Ε.Κ. συνεχίζουν να λειτουργούν με τη μορφή σύμφωνα με την οποία ιδρύθηκαν, μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, χωρίς δυνατότητα ανανέωσης. Εξακολουθούν να διέπονται από τις ιδρυτικές τους διατάξεις, τους όρους του καταστατικού τους και τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου......".

Η σύσταση των αμιγών επιχειρήσεων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων είχε προβλεφθεί από τη διάταξη του άρθρου 76 του π.δ/τος 30/1996 "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης", το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Η σύσταση αμιγούς επιχείρησης από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή η συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση γίνεται μετά από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη και απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και σε περίπτωση συστάσεως εμπράγματων δικαιωμάτων μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο. 2. Στην απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου για τη σύσταση αμιγούς επιχείρησης αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του νομαρχιακού συμβουλίου. 3.

Οι παραπάνω επιχειρήσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτό το νόμο. 4. Η ευθύνη Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που συνιστά ή συμμετέχει σε αμιγή επιχείρηση, περιορίζεται στο ποσό της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της επιχείρησης....", το δε άρθρο 15 του π.δ 331/1996 (ΦΕΚ Α' 223/1996) "Σύσταση και λειτουργία αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και τα Νομαρχιακά Διαμερίσματα" προβλέπει για τη διάλυσή τους τα εξής: "1.

Οι επιχειρήσεις διαλύονται: α) με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο είχαν συσταθεί, εφόσον δεν έχει παραταθεί. β) σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης και γ) σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται από τη συστατική πράξη. Η διάλυση γίνεται με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία που συστήθηκε η επιχείρηση. 2.

Τη διάλυση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση. Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, η εκκαθάριση γίνεται από εκκαθαριστές που ορίζονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, αν η πράξη σύστασης της επιχείρησης δεν προβλέπει τον ορισμό ειδικών εκκαθαριστών. 3. Με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τις αρμοδιότητές του ασκούν οι εκκαθαριστές, εκτός από τις αρμοδιότητές του διοικητικού συμβουλίου που θα κρατήσει το ίδιο το νομαρχιακό συμβούλιο.

Επίσης, με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των ελεγκτών. Οι διοριζόμενοι εκκαθαριστές οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να ενεργήσουν απογραφή της περιουσίας της επιχείρησης. 4. Στην εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη της επιχείρησης.

Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν περιέχονται στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στο νομαρχιακό διαμέρισμα που έχει συστήσει την επιχείρηση. Οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης εγκρίνονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, το οποίο επίσης αποφασίζει για την απαλλαγή των εκκαθαριστών, από κάθε ευθύνη".

Αντιθέτως, η σύσταση των μη αμιγών επιχειρήσεων προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 77 του ως άνω π.δ/τος 30/1996, όπου ορίζονταν τα εξής: "Η σύσταση ή η συμμετοχή, σε επιχείρηση που δεν είναι αμιγής, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, γίνεται ύστερα από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη, με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, τα περιουσιακά στοιχεία που εισφέρονται, το ποσό συμμετοχής στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εκπροσώπηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης στα όργανα της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτής της παραγράφου λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή της εταιρείας μικτής οικονομίας ή της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Με την ίδια διαδικασία είναι δυνατή η συμμετοχή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σε κοινοπραξία". Ο νόμος δηλ. διακρίνει μεταξύ αμιγών επιχειρήσεων, που λύνονται αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας των Περιφερειών, οπότε και τίθενται αυτές σε εκκαθάριση, οι δε Περιφέρειες, είτε οι ίδιες είτε δια των επιχειρήσεων στις οποίες μετέχουν, αναλαμβάνουν την εκπλήρωση των σκοπών τους με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, και των μη αμιγών, όπου οι Περιφέρειες δεν υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις αυτές αλλά ακολουθείται η συνήθης διαδικασία της εκκαθαρίσεως, στην οποία η υπό εκκαθάριση επιχείρηση εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές και όχι από την Περιφέρεια.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1756/2011). III. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα Περιφέρεια Θεσσαλίας είχε επανυποβάλει με λόγο εφέσεως την ένσταση περί ελλείψεως παθητικής της νομιμοποιήσεως, την οποία είχε προβάλει και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον ισχυρισμό ότι η εταιρεία στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι, δηλ.

η ανώνυμη εταιρεία "....", δεν ήταν αμιγής επιχείρηση της νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως Μαγνησίας, αφού μόνο ποσοστό 76,46% του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκε σ' αυτήν, ενώ τα υπόλοιπα ποσοστά ανήκουν σε διάφορους φορείς του νομού Μαγνησίας, όπως αυτά ειδικότερα αναφέρονται στις προτάσεις κατ' όνομα φορέως και κατά ποσοστό, και επομένως η ίδια, παρά τη λύση και υποβολή της εταιρείας σε εκκαθάριση με την από 5-10-2012 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της ανωτέρω εταιρείας και τον ορισμό εκκαθαριστών, δεν υπεισήλθε στις υποχρεώσεις αυτής.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση ως νόμω αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι, αφού η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 198 του ν.3852/2010, από την έναρξη λειτουργίας της υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της καταργούμενης νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως ως προς τις επιχειρήσεις αυτής, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ αμιγών και μη αμιγών επιχειρήσεων, υπεισήλθε και στις υποχρεώσεις της εργοδότριας των αναιρεσιβλήτων (πρώτης εναγομένης), η οποία ήταν ν.π.ι.δ., υπαγόμενο στην εν λόγω νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, και επομένως υπέχει ευθύνη απέναντι στους αναιρεσίβλητους.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, απορρίπτοντας την ένστασή της, το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 198 και 199 του ν.3852/2010 και 15 του π.δ/τος 331/1996, δεδομένου ότι η εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων, που ήταν μη αμιγής επιχείρηση, έχει ήδη λυθεί και τεθεί σε εκκαθάριση, οπότε θα έπρεπε αυτοί να στραφούν κατά των εκκαθαριστών αυτής.

Επί των αιτιάσεων αυτών της αναιρεσείουσας πρέπει να λεχθούν τα εξής: Μεταξύ του κειμένου του νόμου, όπως αυτό εκτέθηκε παραπάνω, και της οικείας αιτιολογικής έκθεσης, που αναφέρει ότι "στο άρθρο 198 προβλέπεται η ομαλή διαδοχή της περιφέρειας ως προς τις υφιστάμενες επιχειρήσεις των καταργουμένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, με ρητή πρόβλεψη για την αυτοδίκαιη υπεισέλευση των περιφερειών σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ανωτέρω επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και των συμβάσεων μίσθωσης έργου και συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου...", υπάρχει αντίφαση, γιατί, ενώ το κείμενο του νόμου αναφέρει ότι οι περιφέρειες υπεισέρχονται από την έναρξη της λειτουργίας τους σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών, η αιτιολογική έκθεση αναφέρεται σε υπεισέλευση των περιφερειών στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι συνιστώμενες περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, που είχαν συστήσει οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις.

Μια τέτοια όμως ερμηνεία είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί στην προκειμένη περίπτωση υπερισχύει το κείμενο του νόμου, αλλά και γιατί οι συσταθείσες από τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και νομαρχιακά διαμερίσματα επιχειρήσεις δεν καταργούνται συλλήβδην όλες. Εκείνες που καταργούνται είναι οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι οι επιχειρήσεις που αυτές είχαν συστήσει.

Επομένως ζήτημα διαδοχής και κατ' ακολουθία ανάγκη ρύθμισης υπάρχει μόνο για τις καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και όχι για τις επιχειρήσεις αυτών. Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις τις οποίες είχαν συστήσει. Αντιθέτως, η συμμετοχή τους στις επιχειρήσεις αυτές, είτε ήσαν αμιγείς είτε όχι, περιοριζόταν στο ποσό της εισφοράς τους στο μετοχικό κεφάλαιο.

Αφού λοιπόν οι καταργούμενες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις δεν ευθύνονταν εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις, οι συνιστώμενες περιφέρειες, που διαδέχονται τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, δεν υπάρχει λόγος να ευθύνονται εις ολόκληρον με τις επιχειρήσεις, εκτός και αν ο νόμος το όριζε ρητά. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.

Ο νόμος δεν ορίζει ότι οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον με τις νομαρχιακές επιχειρήσεις. Μια τέτοια ρύθμιση, αν ήταν αυτή η βούληση του νομοθέτη, θα ήταν πιο εύκολο να διατυπωθεί με την πρόταση: "οι περιφέρειες ευθύνονται εις ολόκληρον, έναντι τρίτων, με τις επιχειρήσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων" και όχι με την προαναφερόμενη, χρήζουσα ερμηνείας, διάταξη.

Εξάλλου, όπου ο νόμος ήθελε οι περιφέρειες να αναλάβουν υποχρεώσεις νομαρχιακών επιχειρήσεων το όρισε ρητά και λεπτομερειακά, όπως συμβαίνει στο επόμενο άρθρο 199, που αφορά στις αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, για τις οποίες προβλέπεται ότι από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών λύονται αυτές και τίθενται σε εκκαθάριση, η εκπλήρωση δε των σκοπών των καταργούμενων αυτών επιχειρήσεων γίνεται είτε από τις επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η Περιφέρεια, είτε από την ίδια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους.

Συνακόλουθα τούτων, το πρώτο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 198 αποκτά νόημα, γιατί με την κατάργηση των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και των νομαρχιακών διαμερισμάτων οι επιχειρήσεις που είχαν συστήσει οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις θα ευρίσκονταν πλέον χωρίς να υπάρχουν τα νομικά πρόσωπα που τις ίδρυσαν, στην έγκριση των οποίων υπέκειντο ορισμένες πράξεις τους.

Περαιτέρω, στο δεύτερο εδάφιο ορίζεται ειδικότερα ότι στα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνονται μέχρι τη λήξη τους και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου. Δεν ορίζονται τα υποκείμενα των συμβάσεων αυτών, δηλαδή ποιες συμβάσεις μίσθωσης έργου -μεταξύ τίνων- της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και της επιχειρήσεως ή μεταξύ της επιχειρήσεως και τρίτων, και ποιες συμβάσεις εργασίας, δηλαδή συμβάσεις εργασίας μεταξύ της επιχειρήσεως και τρίτων ή συμβάσεις εργασίας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης.

Εναρμονισμένη με το πρώτο εδάφιο ερμηνεία επιβάλλει να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση αυτή είναι ειδική, αφορά τις επιχειρήσεις των καταργούμενων αυτοδιοικήσεων, αναφέροντας δε ο νόμος τις συμβάσεις αυτές εννοεί τις συμβάσεις μεταξύ της επιχειρήσεως και τρίτων. Πράγματι, η αντίθετη άποψη, ότι ο νόμος εννοεί τις συμβάσεις μεταξύ της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, η οποία καταργείται, και της επιχειρήσεως, καλύπτεται πλήρως από τη γενική ρύθμιση στο ακροτελεύτιο άρθρο 283 § 2 Ν 3852/2010, που ορίζει: "Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών καταργούνται οι ενιαίες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και τα νομαρχιακά διαμερίσματα.

Οι περιφέρειες υπεισέρχονται, αυτοδικαίως, μετά την έναρξη ασκήσεως των αρμοδιοτήτων τους, σε όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων και των εμπραγμάτων, καθώς και στις υποχρεώσεις των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων". Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή η εταιρεία στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι ήταν μη αμιγής επιχείρηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Μαγνησίας, και ότι συνεπώς δεν υπεισήλθε αυτή από την έναρξη λειτουργίας της αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργηθείσας νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, αληθής υποτιθέμενος, ήταν νόμιμος, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν ευθυνόταν η τελευταία εις ολόκληρον με την εν λόγω εταιρεία, στην οποία παρείχαν τις υπηρεσίες τους οι αναιρεσίβλητοι, και θα έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω.

Συνακόλουθα τούτων, το Εφετείο, που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 198 ν. 3852/2010 και ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα των ετέρων αναιρετικών λόγων, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου καλύπτει το σύνολο της αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν θα πρέπει, δεκτής γενομένης της από 18-10-2017 αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρήζει περαιτέρω ερεύνης, για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ' αριθμ. 134423/Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ,σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 § 2 του Ν. 2218/1994 και 283 § 2 εδ.

β' του Ν. 3852/2010, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 373/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ