200/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated200/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση το ιστορικό αυτό εζήτησε (το αναιρεσείον), να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω της τελεσθείσης σε βάρος του αδικοπραξίας να του καταβάλει, ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 13.517 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκδοθείσα απόφαση του δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή, ενώ το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 200 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 200/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Σπ. Μαυρογιάννη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Π. του K., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3162/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5138/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 22-11-2012 αίτησή του και τους από 8-7-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιο Κοντός, ανέγνωσε την από 6-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και την παραδοχή του πρόσθετου λόγου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την ένδικη αγωγή του, το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίσθηκε: Ότι ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, ιατροδικαστής, ο οποίος κατά το έτος 1998 είχε διορισθεί πραγματογνώμων σε διακόσιες επτά (207) υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων, προκειμένου να αποφανθεί, μετά από εξέταση των παθόντων, περί της φύσεως και της σοβαρότητος των τραυμάτων που αυτοί υπέστησαν, δεν εξέτασε κανένα από τους παθόντες, αλλά συνέταξε τις αντίστοιχες εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αντιγράφοντας από το βιβλίο συμβάντων του Παναρκαδικού Νοσοκομείου Τριπόλεως τα ευρήματα και τη διάγνωση, των επιληφθέντων ιατρών του εν λόγω Νοσοκομείου , εμφανίζοντας αυτά ως πορίσματα δικής του εξετάσεως.
Ότι , προσκομίζοντας ακολούθως αντίγραφα των ψευδών του αυτών εκθέσεων στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες επέτυχε να εκδοθούν από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τα χρηματικά εντάλματα, που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, για την πληρωμή της αναλόγου εκάστοτε αμοιβής του ως πραγματογνώμονος, και να εισπράξει το συνολικό ποσό των 13.517 ευρώ, αποκομίζοντας έτσι αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος με ισόποση περιουσιακή ζημία του Ελληνικού Δημοσίου.
Με βάση το ιστορικό αυτό εζήτησε (το αναιρεσείον), να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, λόγω της τελεσθείσης σε βάρος του αδικοπραξίας να του καταβάλει, ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 13.517 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκδοθείσα απόφαση του δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή, ενώ το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.
Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη με την κρινομένη αίτηση και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 19/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής : "Με το υπ' αριθ. 107/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Τριπόλεως παραπέμφθηκε ο ήδη εκκαλών...εναγόμενος να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Τριπόλεως για τις αξιόποινες πράξεις, μεταξύ άλλων, και της ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατ' εξακολούθηση, αναφορικά με το ιστορικό που συνιστά και την ήδη επίδικη αστική αδικοπραξία.
Για την εν λόγω ποινική υπόθεση εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1751/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Τριπόλεως, με την οποία ο κατηγορούμενος Ο. Π.... κρίθηκε ένοχος για τις αμέσως ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα για 21 συνολικά περιπτώσεις ψευδών ιατροδικαστικών εκθέσεων, από τις 207 που του αποδίδονταν με το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα, ενώ για τις υπόλοιπες 186 περιπτώσεις προκύπτει σαφώς ότι κρίθηκε αθώος, μολονότι η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει στο διατακτικό της σχετική απαλλακτική διάταξη.
Με την ίδια απόφαση επιδικάσθηκε και χρηματική ικανοποίηση στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, ποσού 500 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αξιόποινη συμπεριφορά του καταδικασθέντος. Η απόφαση κατέστη ήδη αμετάκλητη, αφού, με την υπ' αριθ. 931/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου...η κατ' αυτής έφεση του ....
κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και η κατά της τελευταίας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως του ίδιου απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1198/2005 απόφαση του ΑΠ. Το δεδικασμένο που δημιουργείται από την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου αναφέρεται μόνο στο κριθέν από αυτό κύριο ζήτημα της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου και δεν καταλαμβάνει και την έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου της αδικοπραξίας, η οποία κρίθηκε παρεμπιπτόντως για να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση στο πολιτικώς ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, όπως εσφαλμένα ήδη υποστηρίζει το τελευταίο, διότι το ποινικό δικαστήριο δεν ήταν καθ' ύλη αρμόδιο, ούτε καν δικαιοδοσία είχε, για να κρίνει το εν λόγω παρεμπίπτον ζήτημα αυτοτελώς και, συνεπώς, το δεδικασμένο δεν μπορεί να εκτείνεται και σε αυτό κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ...
Επομένως, από την ανωτέρω ποινική απόφαση μόνο τεκμήρια μπορούν να συναχθούν για τα αποδεικτέα στην παρούσα αστική υπόθεση θέματα. Η απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, στήριξε την κρίση της ότι οι 21, από τις 207 συνολικά, επίμαχες πραγματογνωμοσύνες είναι ψευδείς, αφενός στο περιεχόμενο των ίδιων και στις μαρτυρικές καταθέσεις ορισμένων από τους φερόμενους ως εξετασθέντες παθόντες και, αφετέρου, στις εγγραφές του βιβλίου ασθενών/συμβάντων του Παναρκαδικού Νοσοκομείου.
Η ήδη εκκαλούμενη απόφαση στήριξε τη δική της κρίση ότι αποδείχθηκε η τέλεση όλων των επίδικων 207 αδικοπραξιών, κατ' εξακολούθηση, τόσο στην προηγούμενη καταδικαστική ποινική απόφαση, (που αφορά, όμως, μόνο τις 21 περιπτώσεις), όσο και στο έγγραφο υπ' αριθ. πρωτ. 3385/14-4-2003, που απηύθυνε το Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Το τελευταίο κρίσιμο έγγραφο απαντά σε προηγούμενο ερώτημα του Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εάν τα 207 παθόντα άτομα, που φέρονται ψευδώς ότι εξέτασε ιατροδικαστικά ο Ο. Π., εξετάσθηκαν από ιατρούς του Νοσοκομείου και από ποιους συγκεκριμένα. Η δοθείσα απάντηση περιέχει απλή αντιγραφή από το βιβλίο ασθενών του Νοσοκομείου, όπου εμφανίζεται ποιος θεράπων ιατρός του Νοσοκομείου επιλήφθηκε σε κάθε περίπτωση στο στάδιο της άμεσης εισαγωγής κάθε ασθενούς.
Αυτές, όμως, οι εγγραφές δεν πιστοποιούν ότι κανένας άλλος εξωτερικός ιατρός, και μάλιστα ιατροδικαστής, όπως ο εκκαλών... Ο. Π., δεν εξέτασε μετέπειτα τους ίδιους ασθενείς από ιατροδικαστικής απόψεως. Η αναφορά δε του ονόματος του τελευταίου, ως ενεργήσαντος εξέταση, από κοινού με την ιατρό του Νοσοκομείου Ζ.
Α., μόνο στην περίπτωση με αύξοντα αριθμό … του αντιγράφου του βιβλίου ασθενών, δεν σημαίνει, με επιχείρημα εκ του αντιθέτου, ότι μόνο σε αυτή την περίπτωση έγινε εξέταση και από τον Ο. Π., αλλά αποτελεί παραδρομή, όπως συνάγεται από το έγγραφο υπ' αριθ. πρωτ. 1366/18-10-2010 του ίδιου Νοσοκομείου. Περαιτέρω, όσον αφορά ειδικότερα τις 21 περιπτώσεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε από το ως άνω ποινικό δικαστήριο και αποδεικνύεται πράγματι ότι ο ...
εναγόμενος δεν εξέτασε αυτοπροσώπως ως ιατροδικαστής τους αντίστοιχους ασθενείς, αλλά βασίσθηκε στα ευρήματα και τις διαγνώσεις των θεραπόντων ιατρών του Παναρκαδικού Νοσοκομείου Τρίπολης, που είχαν προηγουμένως καταχωρισθεί στο βιβλίο ασθενών συμβάντων του τμήματος επειγόντων περιστατικών του ίδιου Νοσοκομείου, (πρόκειται για ιατροδικαστικές εκθέσεις επιζώντων - τραυματιών από ατυχήματα), ο ίδιος ο εν λόγω διάδικος δεν ισχυρίζεται ότι πράγματι εξέτασε τους ασθενείς αυτούς, αλλά ότι, από τις ίδιες τις αντίστοιχες ιατροδικαστικές του εκθέσεις, προκύπτει ότι δεν ανέφερε ψευδώς ότι εξέτασε αυτοπροσώπως αυτούς.
Αντίθετα, εκθέτει σαφώς ότι το εκάστοτε πόρισμα του στηρίζεται στις εγγραφές των θεραπόντων ιατρών στο ανωτέρω βιβλίο, γεγονός σύνηθες στην πρακτική, όταν ο ασθενής, τον οποίο αφορά η εντολή για ιατροδικαστική εξέταση, έχει αναχωρήσει για νοσοκομείο άλλης πόλης ή για την κατοικία του και δεν κρίνεται δυνατή, ούτε σκόπιμη, η εκ νέου άμεση εξέταση του από τον ιατροδικαστή, είτε λόγω του χρόνου που έχει μεσολαβήσει, είτε και της εκ πρώτης όψεως φανερής ελαφρότητας των τραυμάτων του.
Πράγματι, η πρακτική αυτή έχει καθιερωθεί για τη διευκόλυνση του ανακριτικού έργου και των ίδιων των ιατροδικαστών, χωρίς να δημιουργηθεί σχετικό πρόβλημα. Αυτό συνάγεται, εκτός από την ανώμοτη κατάθεση του ίδιου του εναγομένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και από : (α) την από 15-6-2000 ένορκη κατάθεση στην Ανακρίτρια του Πρωτοδικείου Τριπόλεως του μάρτυρα Δ.
Μ., Ιατροδικαστή Αθηνών, (β) την από 12-2-1997 ιατροδικαστική έκθεση του Ιατροδικαστή Αθηνών Ν. Κ., με παρόμοιο, όπως και οι επίμαχες, περιεχόμενο, η οποία, βεβαίως, δεν έδωσε αφορμή σε άσκηση κατ' αυτού ποινικής δίωξης και (γ) την υπ' αριθ. 403/23-2-2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που έχει καταστεί αμετάκλητη...
με την οποία ο ίδιος ο Ο. Π. αθωώθηκε για παρόμοιες με τις αποτελούσες τις επίδικες αδικοπραξίες αξιόποινες πράξεις, που φέρονταν, όμως, τελεσθείσες σε μεταγενέστερο από το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι εντός του έτους 2001, στον …, με το αιτιολογικό ότι στις σχετικές ιατροδικαστικές εκθέσεις ο κατηγορούμενος δεν βεβαίωνε ψευδή περιστατικά, ότι δηλαδή εξέτασε από ιατροδικαστική άποψη αυτοπροσώπως τους εκάστοτε ασθενείς, αλλά, αντίθετα, εξέθετε ευθέως ότι βάσιζε τα πορίσματα του στον έλεγχο των βιβλίων των εξωτερικών ιατρείων του Νοσοκομείου Πύργου Ηλείας.
Με τα ανωτέρω δεδομένα δεν αποδεικνύεται η τέλεση αστικής αδικοπραξίας, με τη μορφή της κατ' εξακολούθηση απάτης, εκ μέρους του ...εναγομένου ιατροδικαστή Ο. Π., σε βάρος του...ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε αντικειμενικώς, αλλά ούτε και υποκειμενικώς, δηλαδή ως προς τη συνδρομή υπαιτιότητας, με τη μορφή του δόλου από πλευράς του φερόμενου ως δράστη.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του εάν στις είκοσι μία (21) εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης περιέχεται ή όχι βεβαίωση του αναιρεσιβλήτου ότι εξήτασε προσωπικώς τους παθόντες και ότι τα περιεχόμενα σ' αυτές αντίστοιχα ιατροδικαστικά του πορίσματα είναι διαπιστώσεις και ευρήματα ιδίας αυτού εξετάσεως ή των θεραπόντων ιατρών του Νοσοκομείου Τριπόλεως Νοσοκομείου, καταχωρηθέντα στο βιβλίο συμβάντων/ασθενών των εξωτερικών ιατρείων αυτού , εκ του οποίου και ελήφθησαν.
Ειδικότερα το Εφετείο ενώ δέχεται με την απόφασή του ότι στις είκοσι μία (21), ως άνω, περιπτώσεις ο αναιρεσίβλητος συνέταξε τις αντίστοιχες ιατροδικαστικές του εκθέσεις χωρίς να εξετάσει προσωπικώς τους παθόντες και ότι για τις εκθέσεις του αυτές, που είναι ψευδείς κατά το περιεχόμενό των, υπάρχει αμετάκλητη καταδίκη του για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που προϋποθέτει την εν γνώσει του ψευδή βεβαίωση ότι προέβη στην εξέταση των παθόντων, παραλείπει να λάβει θέση περί του κρισίμου τούτου ζητήματος, που συνιστά και τη βάση της ενδίκου αγωγής.
Ωστόσο το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη του άλλες, άσχετες προς τις επίδικες, ιατροδικαστικές εκθέσεις που συνετάχθησαν χωρίς την εξέταση των ενδιαφερομένων και δεν απετέλεσαν αιτία ποινικών διώξεων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τελέσθηκαν από τον αναιρεσίβλητο οι πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της απάτης ούτε με την μορφή της αδικοπραξίας που του αποδίδεται με την ένδικη αγωγή.
Το πόρισμά του όμως αυτό δεν στηρίζεται επαρκώς, με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές του, και συνεπώς ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως , όπως βασίμως προβάλλει το αναιρεσείον, με τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τον παραδεκτώς ασκηθέντα μοναδικό πρόσθετο λόγο της, παρελκούσης δε της ερεύνης των λοιπών λόγων αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος , ως ηττώμενος (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, μειωμένων όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/57, της υπ' αριθμ. 134423/28-12-1992 Κ.Υ.Α.
των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και του άρθρου 28 παρ. 5 του ν. 2579/98 , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5138/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος , τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 15η Οκτωβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 28η Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ