Legislator Case Law & Legislation
200/2012 AI generated

200/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 200/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 200 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 200/2012

Legislator headnote

AI generated

200/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 200 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 200/2012

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement dismissal under coercion withdrawal from accident insurance immediate termination for fraud insufficient medical substantiation waiver of debt
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 200 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 200/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Α. του Ν. ως μοναδικού εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιωσάσης Α.-Α. Φ., κατοίκου ..., 2. Λ. Κ. του Ν., δικηγόρου και κατοίκου ..., εκτελέστριας της διαθήκης της ως άνω θανούσης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. της πληρεξουσίας δικηγόρου Λαμπρινής Κουλούρη, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Α. Μ., 3. Β. Α., συζ. Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Νίκαινα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1039/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1906/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 28-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2007γ'/5.7.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 7.6.2010 αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ' αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ. Α.. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο και συζητήθηκε ο άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστή κατ' αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η απόφαση για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου τόσο με ψευδή ερμηνεία όσο και για εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 23/1994) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών (Ολ.ΑΠ 45/1987). Ο έλεγχος της παραβάσεως γίνεται με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως. Εξάλλου οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για την διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς. (ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1728/2008, 1703/2008). Η διάγνωση, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται ως προς τούτο στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 282/2005).

Εν προκειμένω με τους υπό στοιχείο 1, 3, 4 συναφείς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι ενώ δεν υπήρχε κενό ή ασάφεια στην υπ' αριθμό .../2005 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασημίνας Ευαγ. Κατσάτου προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και χαρακτήρισε την επίμαχη σύμβαση μισθώσεως ως σύμβαση παραχώρησης και το ακίνητο ως μισθωμένο στις 21.4.2005. Όπως όμως διατυπώνονται οι άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι πλήττουν την εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και δη την διάγνωση του δικαστηρίου της ουσίας περί της υπάρξεως κενού και ασάφειας στις περιεχόμενες στο άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο δηλώσεις βουλήσεως, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 15/2010).

Εν προκειμένω με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι ενώ 1) στο υπ' αριθμό .../2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασημίνας Ευαγ. Κατσάτου ρητά αναφέρεται ότι η Α.-Α. Φ. μεταβίβασε το επίμαχο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στους β' και γ' των αναιρεσιβλήτων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και στο ίδιο συμβόλαιο εμπεριέχεται ρητή δήλωση-υπόσχεση-εγγύηση της πωλήτριας ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο είναι της πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής της καθώς και ότι το πωλούμενο είναι ελεύθερο και απαλλαγμένο από μίσθωση και τις δηλώσεις αυτές της πωλήτριας αποδέχθησαν οι αγοραστές και 2) στην υπ' αριθμό .../2005 πράξη καταρτίσεως της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου οι αγοραστές β' και γ' αναιρεσίβλητοι δηλώνουν ότι την 21.4.2005 έχουν στην πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή τους το επίμαχο διαμέρισμα και εν συνεχεία το εκμισθώνουν, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω δημοσίων εγγράφων με το να δεχθεί ότι η συναφθείσα το έτος 1986 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της Α.-Α. Φ. ως εκμισθώτριας και του α' των αναιρεσιβλήτων ως μισθωτού δεν είχε λυθεί κατά την υπογραφή-μεταγραφή τους, διότι η κρίση για το χρόνο λύσεως της συμβάσεως του 1986 είναι ουσιώδης καθόσον απ' αυτήν εξαρτάται η εγκυρότητα της καταρτισθείσας συμβάσεως με την .../2005 συμβολαιογραφική πράξη. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι δεν είχε λυθεί η σύμβαση μισθώσεως του 1986 στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Υπ' αυτά όμως τα δεδομένα και καθόσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτησή τους ή και κυρίως από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα αλλ' ότι αυτό έγινε ύστερα από την συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων βάσει των οποίων κατέληξε ότι η σύμβαση μισθώσεως του 1986 δεν είχε λυθεί κατά την υπογραφή-μεταγραφή των άνω συμβολαίων. Επομένως ο άνω λόγος από την αιτία αυτή και εκ του λόγου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο οι αναιρεσείοντες καλύπτουν την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που ανάγεται σε πράγματα και σαν τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις εναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και ότι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχείο 5 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες με τις συντρέχουσες παραδοχές αφενός ότι η αρχική σύμβαση του 1986 δεν είχε λυθεί κατά την υπογραφή των συμβολαιογραφικών πράξεων και αφετέρου ότι με την .../2006 πράξη καταρτίσεως μισθώσεως παραχωρήθηκε η επικαρπία του διαμερίσματος από τους β' και γ' αναιρεσίβλητους στην Α.-Α. Φ. και τρίτον ότι ενόσω συνήφθη συμβολαιογραφικός η από 21.4.2005 μίσθωση ήταν εν ισχύ η αρχική μίσθωση του 1986. Η προσβαλλομένη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της πορίσματος, δέχθηκε ως αποδειχθέντα σε σχέση με το άνω ενδιαφέρον ζήτημα τα ακόλουθα: Δυνάμει του από 24-2-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Α. Φ. και του πρώτου των εναγομένων Σ. Α., η πρώτη εκμίσθωσε στο δεύτερο ένα ισόγειο διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της, αποτελούμενο από τρία κύρια δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, το οποίο βρίσκεται στην πολυκατοικία επί της οδού Λουκιανού αρ. 22 στην Αθήνα, προκειμένου ο ανωτέρω μισθωτής να το χρησιμοποιήσει ως ιατρείο. Μετά τη λήξη του αρχικού συμβατικού χρόνου, η μίσθωση παρατάθηκε με διαδοχικές συμφωνίες και αντίστοιχες αναπροσαρμογές του μισθώματος, το οποίο μετά την τελευταία αναπροσαρμογή ανήλθε σε 724,60 ευρώ. Την 21-4-2005, η αρχική εκμισθώτρια Α. Φ., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το μίσθιο διαμέρισμα στους ενάγοντες - κυρίως παρεμβαίνοντες κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-4-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ασημίνας Κατσάτου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 26-4-2005. Από την παραπάνω ημερομηνία οι ενάγοντες υπεισήλθαν αυτοδικαίως στη μίσθωση ως εκμισθωτές, ως νέοι ιδιοκτήτες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση εκ μέρους τους στο μισθωτή. Με την υπ' αριθμ. .../2005 συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, οι ενάγοντες εκμίσθωσαν το ήδη μισθωμένο στον πρώτο εναγόμενο διαμέρισμα που αγόρασαν, στην πωλήτρια Α. Φ., με δικαίωμα περαιτέρω υπεκμίσθωσης, μέχρι το έτος 2017, έναντι συνολικού μισθώματος για όλη τη συμφωνηθείσα διάρκεια της μίσθωσης που ορίσθηκε στο ποσό των 25.275,48 ευρώ. Η παραπάνω σύμβαση που καταρτίσθηκε με τη συμβολαιογραφική πράξη που προαναφέρθηκε είχε το χαρακτήρα παραχώρησης επικαρπίας εκ μέρους των αγοραστών του διαμερίσματος προς την ανωτέρω πωλήτρια, ώστε να εισπράττει τα μισθώματα για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε, παράλληλα δε καταρτίσθηκε και το από 29-6-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ τους, ότι το δικαίωμα που παραχωρήθηκε στην πωλήτρια, αποτελεί επικαρπία στο μίσθιο. Μετά το θάνατο της ανωτέρω αρχικής εκμισθώτριας την 8-4-2006, οι κυρίως παρεμβαίνοντες-ενάγοντες της δεύτερης αγωγής κατήρτισαν με τον πρώτο εναγόμενο μισθωτή νέα συμφωνία παράτασης, της μίσθωσης για 5 χρόνια, έως την 10-4-2011. Η παραπάνω αποβιώσασα, δεν είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο σύμβαση υπομίσθωσης και δεν συνδεόταν συμβατικά με αυτόν, ούτε ως εκμισθώτρια, ούτε ως υπεκμισθώτρια, ώστε ο κληρονόμος της Γ. Α. να υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση.

Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις. Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον υπό στοιχείο 5 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Επειδή οι, από τους αριθμούς 6 και 7, αιτιάσεις του αναιρετηρίου χωρίς επίκληση ενάριθμου λόγου αναιρέσεως δεν συνιστούν κάποια από τις οριζόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, αλλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, τα οποία, κατά την άποψή τους, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μίσθωση του 1986 μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου και της κληρονομουμένης από τον πρώτο αναιρεσείοντα, Α. Φ., είχε λυθεί κατά το χρόνο καταρτίσεως των άνω συμβολαίων, ότι δεν υπήρξε μετατροπή της συμβάσεως μισθώσεως σε σύμβαση επικαρπίας και ότι είχε καταρτισθεί σύμβαση υπομισθώσεως την 21.4.2005 καθώς και σύμβαση υπομισθώσεως από 21.4.2005, πλήττοντας έτσι την αντίθετη ουσιαστική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι στηρίζονται στις εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.10.2010 αίτηση αναιρέσεως 1) του Γ. Α. και 2) της Λ. Κ. για αναίρεση της 1906/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ