200/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 200 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated200/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 200 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 200 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η απόρριψη της εφέσεως λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους- Αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η ( μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας ) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη- Η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ 2 Ν 3198/1955 ισχύει και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη- Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, κατ' αρχήν ως προς την αποζημίωση που δικαιούται ο μισθωτός απευθείας από το Ν.2112 ή το Β.Δ της 16/18-7-1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται με βάση άλλες διατάξεις νόμου,ΣΣΕ ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στο Ν 2112 ή το ΒΔ μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως- Στην περίπτωση της αποζημιώσεως.- Στην περίπτωση της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προυποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους ( άρθρ 5 παρ 1 του Ν 435/1976 ) η αξίωση αποζημιώσεως υπόκειται στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ 2 Ν 3198/1955- Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου γιατί παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ 2 και 8 Ν 3198/1955, κατ΄αποδοχή λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ 1 του ΚΠολ Δ.
Αριθμός 200/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. - Κ. του Α., κατοίκου .... Δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 161/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4320/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-12-2008 αίτησή του καθώς και τους από 1-12-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της αιτήσεως και την παραδοχή του προσθέτου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με επίσπευση της αναιρεσίβλητης φέρεται για συζήτηση η κρινόμενη αίτηση κατά την αναφερόμενη στη αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον κεκυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως με την κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή και την από 14-10-2009 επισημείωση σ' αυτό του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β. Π. Κ.. Κατά συνέπεια, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και η διάδικος αυτή παρούσα (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) Από τον συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1, 531 παρ. 1 και 272 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ'ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (Ολ.ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, κατά την παραγρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά τον Ν. 2112 και το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 εδ. α' Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη ... ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112 οριζόμενης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ...". Κατά δε το εδάφιο β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 8 Ν. 3789/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, μισθωτοί γενικά που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως, αν συμπλήρωσαν ή θα συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος, μπορούν, αν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν της εργασίας, αν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν ή να απομακρύνονται της εργασίας τους από τον εργοδότη, αφού λάβουν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από μέρους του εργοδότη. Για την κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη αποζημίωση στους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους μισθωτούς εφαρμόζονται κατά τα λοιπά όλα τα οριζόμενα από τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.Δ. 3198/1955, καθώς και από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, και του Β.Δ. της 16/18.7.1920 "περί εφαρμογής των περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων διατάξεων και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών", εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει ότι είναι σαφής ο σκοπός του νόμου (άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 435/1976), με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 και την ρητή παραπομπή στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955, να ισχύει η προβλεπόμενη με αυτό αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής και στην περίπτωση αποχωρήσεως του μισθωτού με τη συγκατάθεση του εργοδότη (Ολ.Α.Π. 31/2003). Συνακόλουθα, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, κατά την οποία κάθε αξίωση για την καταβολή ή συμπλήρωση της κατά το Ν. 2112/1920 και το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε ένα εξάμηνο από τότε που η αξίωση έγινε απαιτητή, εφαρμόζεται, κατ' αρχήν ως προς την αποζημίωση που δικαιούται απευθείας από το Ν.2112 ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920 και όχι για την αποζημίωση που δικαιούται με βάση άλλες διατάξεις νόμου, Σ.Σ.Ε. ή διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες παραπέμπουν στον άνω Ν. 2112 ή το Β.Δ. μόνο για τον καθορισμό του μεγέθους της αποζημιώσεως. Στην περίπτωση όμως της αποζημιώσεως των αποχωρούντων από την εργασία τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως τους, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, οι διατάξεις αυτές δεν παραπέμπουν μόνο στην αποζημίωση του Ν. 2112 και του ως άνω Β.Δ., αλλά προβλέπουν ρητώς ότι ως προς την ανωτέρω αποζημίωση "εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 του Ν. 3198/1955".
Συνεπώς η αξίωση για την καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως υπόκειται στην προβλεπομένη από το άνω άρθρο 6 παρ. 2 αποσβεστική προθεσμία. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του (στην οποία ενσωματώθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού η έφεση κατά της αποφάσεως του τελευταίου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη) δέχθηκε ότι με την Δ/33969/24-10-80 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσελήφθη στο Δημόσιο ως εκπαιδευτικός, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, με την οποία ιδιότητα υπηρέτησε συνεχώς έως 15-9-1999, ήτοι επί 19 χρόνια, ότι την 16-9-1999 αποχώρησε από την υπηρεσία της προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί από το ΙΚΑ και να λάβει πλήρη σύνταξη γήρατος και ότι ήταν επικουρικώς ασφαλισμένη στο ΤΕΑΜ. Ενόψει αυτών, δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσίβλητη εδικαιούτο το 40% της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, με τον περιορισμό του άρθρου 33 του Ν. 1876/1990, το ύψος της οποίας καθόρισε σε 4.402 €. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, όπως ισχύει μετά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 και ο από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται αποζημίωσης κατ' άρθρο 8 εδ. β' Ν. 3198/1955, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την έκθεση καταθέσεως δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρ. 4349/21-12-2001) προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 21-12-2001, προδήλως δε επιδόθηκε στο αναιρεσείον μετά την ημερομηνία αυτή, ήτοι ασκήθηκε μετά την παρέλευση των έξι μηνών από την αποχώρηση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) από την υπηρεσία της προκειμένου να συνταξιοδοτηθεί, που έλαβε χώρα στις 16-9-1999. Το Εφετείο δέχθηκε ότι στην ερευνώμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 που προβλέπει εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία ασκήσεως της αγωγής αυτής (από παραδρομή αναγράφεται στην απόφαση του πρώτου βαθμού η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του εν λόγω νόμου) γιατί έκρινε ότι δεν ισχύει η προθεσμία αυτή για αγωγή αποζημιώσεως λόγω αποχωρήσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης από την εργασία της για να συνταξιοδοτηθεί και απέρριψε τη σχετική ένσταση απαραδέκτου της αγωγής, που είχε προτείνει το αναιρεσείον πρωτοδίκως με τις προτάσεις του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 8 του Ν. 3198/1955 και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 4230/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρείται στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ