Legislator Case Law & Legislation
200/2007 AI generated

200/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 200/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1996 αγωγή των Χ1 και Χ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4808/1997 μη οριστική, 345/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6989/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

200/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτοί εκτιμούνται, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου σφάλλοντας περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 847 και 858 του ΑΚ και, περαιτέρω, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
loss of trust loan and guarantee failure to prove solvency management contract mismanagement mortgage insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 200 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 200/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1).... και ... , ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ... και .... , 2) ..... και 3) .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης : Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Ιεράπετρα Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μαυρομάτη-Παυλίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1996 αγωγή των Χ1 και Χ2, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4808/1997 μη οριστική, 345/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6989/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Μαρτίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τα άρθρα 847 επ. και ιδίως το άρθρο 858 ΑΚ ο εγγυητής δεν είναι από μόνη την ιδιότητά του αυτή δανειστής του πρωτοφειλέτη. Τούτο εξαρτάται από την εσωτερική σχέση που συνδέει τον εγγυητή με τον πρωτοφειλέτη και αποτελεί την αιτία (causa) της εγγύησης. Από την εσωτερική αυτή σχέση (αιτία) της εγγυήσεως εξαρτάται και η ύπαρξη ή όχι δικαιώματος του εγγυητή, αν τελικά πληρώσει ολικά ή μερικά τον δανειστή, να αναχθεί κατά του πρωτοφειλέτη, αξιώνοντας από αυτόν ό,τι κατέβαλε στο δανειστή.

Η εσωτερική αυτή σχέση μπορεί να είναι εντολή, διοίκηση αλλοτρίων, εταιρία. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτοί εκτιμούνται, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου σφάλλοντας περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 847 και 858 του ΑΚ και, περαιτέρω, ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Στις 13.2.1986 ο πρώτος των αρχικώς εναγόντων Χ1 αγόρασε από κοινού με τον Ψ1 και κατά το 1/2 ο καθένας το σύνολο των μετοχών της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΗ Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ TEXNIKEΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" πoυ εδρεύει στην Ιεράπετρα Κρήτης από τον τότε μοναδικό μέτοχο και κύριό της .... .

Στη συνέχεια, στις 14.7.1986 ο ίδιος πρώτος των αρχικώς εναγόντων Χ1 αγόρασε και το 45% των μετοχών του προαναφερθέντος συμμετόχου του Ψ1 και κατείχε έκτoτε έτσι το 95% του συνόλου των μετοχών της εναγομένης εταιρείας η δε δεύτερη των αρχικώς εναγόντων και σύζυγος του πρώτου Χ1, Χ2 αγόρασε επίσης το υπόλοιπο 5% των μετοχών του αρχικού συμμετόχου Ψ1.

Επομένως από την 14.7.1986 η εναγομένη εταιρεία κατέστη εκ των πραγμάτων οικογενειακή στο σύνολο της επιχείρηση του ζεύγους των αρχικώς εναγόντων Χ1 και Χ2 κατά τα αντίστοιχα 95% και 5% των μετοχών της, επιπλέον δε ο μεν πρώτος είχε έκτοτε και την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ και η δε δεύτερη του μέλους του ΔΣ, ιδιότητες που διατήρησαν μέχρι τις 29-11-1991.

Μετά την άσκηση της κρινομένης αγωγής οι αρχικώς ενάγοντες Χ1 και Χ2 απεβίωσαν και κληρονομήθησαν αντίστοιχα από τους εκκαλούντες. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ήδη από το έτος 1980, είχε στην κυριότητά της στη θέση ".... " της τότε κοινότητας .... οικόπεδο επιφανείας 29.000 τ.μ. περίπου στο οποίο και μετά την περιέλευση της εναγομένης στα χέρια του ζεύγους Χ1, Χ2 ανεγέρθηκε μεταξύ των ετών 1986 έως 1989 πoλυτελές ξενοδοχειακό συγκρότημα με την επωνυμία "... " δυναμικότητας 515 κλινών.

Για την ανέγερση αυτού του ξενοδοχείου ακολουθήθηκε η οδός του τραπεζικού δανεισμού με το συνολικό ποσό των 995.130.040 δραχμών κατά το έτος 1987. Ειδικότερα ο πρώτος των αρχικώς εναγόντων Χ1 με τις πιο πάνω ιδιότητες του μεγαλομετόχου τότε του 95% του συνόλου των μετόχων της εναγομένης και του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αλλά και της συζύγου του δεύτερης των αρχικώς εναγόντων και συμμετόχου του κατά το υπόλοιπο 5% και μέλους του ΔΣ της εναγομένης, συνήψε δια λογαριασμό της εναγομένης τα παρακάτω δάνεια των οποίων το ύψος ανερχόταν στα ακόλουθα επιμέρους ποσά:

α) Πρώτο δάνειο από την ΕΤΒΑ 563.045.536 δραχμές, με βάση την υπ' αρ. Δ8Π 4426 σύμβαση της 12.3.1987 β) Δεύτερο δάνειο επίσης από την ΕΤΒΑ 107.984.504 δραχμών σύμφωνα με την Δ8Π 471 σύμβαση της 30-12-1987 και γ) Δάνεια πιστώσεις ανοιχτού λογαριασμού προς τη ΕΤΕ ύψους 325.000.000 δραχμές σύμφωνα με τη 4923/5-4-1987 σύμβαση και συνολικά συvήφθησαν δάνεια 995.130.040 δραχμών.

Στo πλαίσιο της πάγιας τακτικής όλων των τραπεζών στο να απαιτούν δηλαδή από τους πραγματικούς κυρίους των δανειζομένων επιχειρήσεων την παροχή προσωπικής εγγυήσεως για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων των πρωτοφειλέτιδων επιχειρήσεών των, ζητήθηκε από τους αρχικώς ενάγοντες εκ μέρους των πιο πάνω τριών δανειστριών -Τραπεζών και παρασχέθηκε από αυτούς προσηκόντως η τριτεγγύηση προσωπικά εκπληρώσεως όλων των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδος εναγομένης στις δανείστριες τράπεζες.

Κατά τον χρόνο εκείνο παροχής των εγγυήσεων (1987) όπως προαναφέρθηκε το ζεύγος των αρχικώς εναγόντων ήταν ο μοναδικοί και απoκλειστικοί μέτοχοι της εναγομένης με ποσοστό 95% και 5% αντίστοιχα, επιπλέον δε ο πρώτος με την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ και του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης ανέπτυσσε την επιχειρηματική δραστηριότητα του μέσω της εναγομένης κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατ' ουσίαν, (και ανεξάρτητα της τυπικής μόνο διαφοράς), η ατομική επιχειρηματική δραστηριότητά του ταυτιζόταν με τη δραστηριότητα του νομικού προσώπου της εναγομένης από απόψεως οικονομικών αποτελεσμάτων, αφού η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση αντανάκλαση στην περιουσιακή σφαίρα του, ως κατόχου του συνόλου σχεδόν των μετοχών (95%).

Ενόψει όλων αυτών, η παροχή των πιο πάνω εγγυήσεων εκ μέρους των αρχικών εναγόντων απέβλεψε αποκλειστικά τότε στην εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων και στο δικό τους όφελος, από την προσδοκία των κερδών που θα απέφερε στην εναγομένη ο συναφθείς δανεισμός και η πιο πάνω συναφής επιχειρηματική ξενοδοχειακή δραστηριότητα και τη επακόλουθη απόλαυση στο πρόσωπό τους της αντίστοιχης ωφελείας μέσω της αξίας των κατεχομένων από αυτούς μετοχών της εναγομένης.

Ενόψει όλων αυτών, δεν απεδείχθη ότι η παροχή των πιο πάνω εγγυήσεων εκ μέρους των αρχικών εναγόντων έγινε στο πλαίσιο διοικήσεως ξένης περιουσίας προς το συμφέρον και την την πραγματική βούληση της εναγομένης και με τη βούληση αναζητήσεως από τους ενάγοντες μελλοντικά αναγωγικά από την εναγομένη των οποιονδήποτε ποσών που θα κατέβαλαν για την εκπλήρωση των δανειστικών υποχρεώσεων της εναγομένης, ο δε συναφής βασικός αγωγικός ισχυρισμός της κρινομένης αγωγής κρίνεται αβάσιμος από ουσιαστικής απόψεως και απορριπτέος.

Περαιτέρω από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ότι στις 29-10-1991 οι αρχικώς ενάγοντες Χ1 και Χ2 μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως προς τον ... και .... το σύνολο των μετοχών της εναγομένης που κατείχαν (100%) αντί ολικού τιμήματος 2.000.000.000 δραχμών. Η πώληση πραγματοποιήθηκε με βάση το από 29-11-1991 συμφωνητικό πωλήσεως μετοχών με το οποίο ειδικότερα συνεφωνήθησαν τα ακόλουθα για τον τρόπο καταβολής του τιμήματος.

Το ποσό των 200.000.000 δραχμών καταβλήθηκε στους αρχικούς ενάγοντες πωλητές με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού. Εξάλλου το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος του 1.800.000.000 δραχμών ύστερα από απαίτηση των δανειστριών τραπεζών για την παροχή των αναγκαίων συναινέσεων ως εμπραγμάτως εξασφαλιζομένων δανειστριών ανέλαβαν οι αγοραστές με ρητό όρο στο συμφωνητικό να καταβάλλουν, και κατέβαλαν πράγματι, απ' ευθείας στους δανειστές της αγορασθείσας εταιρείας και ειδικότερα :

α) ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) προς την ΕΤΒΑ και την ΕΤΕ για τα πιο πάνω δάνεια της εναγομένης για τα οποία η παροχή εγγυήσεων των αρχικώς εναγόντων. β) 800.000 μάρκα Γερμανίας δηλαδή περίπου 100.000.000 δραχμές για την εξόφληση δάνειο από την NUR TOYRISTIC GBMH γ) επτακόσια εκατομμύρια δραχμές (700.000.000) για την εξόφληση δανείου της ΕΤΕ προς άλλη εταιρεία του πρώτου αρχικού ενάγοντος Χ1 με την επωνυμία "ΓΚΡΑΝ ΣΑΛΕ ΑΕΞΤΕ" που εκμεταλλευόταν το ξενοδοχείο Γκραν Σαλέ της Κηφισιάς.

Σε παράρτημα του ίδιου συμφωνητικού παρατέθησαν όλες οι υποχρεώσεις της εναγομένης και ρητά ορίστηκε ότι εάν θα εμφανιζόταν και άλλη υποχρέωση που θα ικανοποιείτο μετά τη μεταβίβαση των μετοχών από τον αγοραστή θα συμψηφιζόταν με ισόποσο μέρος του συμπεφωνημένου τιμήματος. Στη συνέχεια οι πιο πάνω δανείστριες της εναγομένης απήλλαξαν τους αρχικούς ενάγοντες και εγγυητές Χ1 και Χ2 από τις ένδικες προσωπικές εγγυήσεις των για τα δάνεια της εναγομένης.

Εξάλλου με το ίδιο συμφωνητικό ρητά ορίστηκε (όρος 17) ότι το συμφωνηθέν πιο πάνω τίμημα που καθορίσθηκε με βάση την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της πωλουμένης τότε εναγομένης ήταν δίκαιο και εύλογο, οι δε αρχικοί ενάγοντες ως πωλητές διαβεβαίωσαν τον αγοραστή ότι οι γνωστοποιηθείσες υποχρεώσεις της εναγομένης ήταν αληθείς και ακριβείς.

Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η εξόφληση από της πλευράς των αρχικώς εναγόντων των πιο πάνω δανείων της εναγομένης συμψηφιστικά από το δικαιούμενο από αυτούς τίμημα πωλήσεως των μετοχών της εναγομένης, δεν έγινε με τη συνείδηση ότι διαχειρίζονται ξένη υπόθεση και με την πρόθεση να διοικήσουν σαν τρίτοι τις υποθέσεις της εναγομένης και με βούληση αναζητήσεως από την εναγομένη των καταλειφθέντων πιο πάνω ποσών για τα χρέη της.

Για τους λόγους αυτούς και ο αντίστοιχος συναφής αγωγικός ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη και απορριπτέος. Άλλωστε σε περίπτωση αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως το πραγματικό τίμημα της πωλήσεως των μετοχών της εναγομένης δεν θα είχε παραμείνει στο ρητά συμφωνηθέν ποσόν των 2.000.000.000 δρχ., αλλά θα είχε επιβαρυνθεί επιπλέον και για το ποσό εξοφλήσεως των χρεών της πωληθείσης εταιρείας των 1.800.000.000 δραχμών, γεγονός όμως που δεν αποδεικνύεται ότι είχε γίνει ποτέ αποδεκτό από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη μεταξύ των οποίων και οι αρχικοί ενάγοντες πωλητές". Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847 και 858 ΑΚ, αφού αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου περί μη υπάρξεως εσωτερικής σχέσεως διοικήσεως αλλοτρίων μεταξύ των αρχικώς εναγόντων και της αναιρεσίβλητης και οι ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔικ αντίθετοι λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, σε σχέση με την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής τα ακόλουθα : "Εξάλλου, με την εξόφληση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις των δανειακών υποχρεώσεων της εναγομένης και την απαλλαγή των αρχικώς εναγόντων Χ1 και Χ2 από της ευθύνης των προσωπικών εγγυήσεων, η εναγομένη δεν κατέστη πλουσιότερη κατά τα καταβληθέντα συνολικά ποσά των 995.130.040 δρχ. χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, αφού η σχετική εξόφληση στηρίχθηκε στο εν γένει συμβατικό πλαίσιο του από 29-11-1991 συμφωνητικού πωλήσεως των μετοχών που έγινε δεκτό από τους ενάγοντες που πώλησαν ελεύθερα και αβίαστα. Για το λόγο αυτό και η επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού κρίνεται αβάσιμη από ουσιαστικής απόψεως και απορριπτέα". Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος για το ουσία αβάσιμο της επικουρικής βάσης της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2004 αίτηση των 1) ... και ... ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ... και ... 2) .... και 3) .... για αναίρεση της 6989/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ