200/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Legislator headnote
AI generated200/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ούτε για παραβίαση της αρχής της ‘ ‘ ισότητας των όπλων’ ‘ των διαδίκων, επί τη εκδοχή ότι το ένδικο αυτό μέσο δίδεται στον κατηγορούμενο, ενώ δεν δίδεται στον πολιτικώς ενάγοντα, γιατί η αρχή αυτή δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά την προδικασία, μάλιστα από τον πολιτικώς ενάγοντα, διατηρούντα την αγωγή αποζημιώσεως στα πολιτικά δικαστήρια.
Full text
Απόφαση 200 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 200/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια - Εισηγητή και Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε στο συμβούλιο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα, περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 1560/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενη την Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ....
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων - πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 265/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 104/30.3.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ.α’ ΚΠΔ, την 199/17-12-04 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Α.
Τ. του Σ., κατοίκου ... [...],κατά του 1560/04 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψεν ως απαράδεκτη την από 6-2-04 έφεσή του κατά του 4859/03 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, και του συμπληρωματικού αυτού 5916/03,το οποίο αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της Ε. Μ. του Ε. για ανθρωποκτονία με πρόθεση, κατά συρροή, πλαστογραφία, ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, άμεση σ’ αυτή συνέργεια και απάτη, καθώς και την οριστική παύση της ποινικής δίωξης για απάτη επί δικαστηρίου, και δωροδοκίας, [άρθρα 46 παρ.1,94 παρ.1,216,235-236,299 παρ.1,242 παρ.1 ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα: 2-Κατά το άρθρο 476 παρ.1,(όπως αντικατ.
με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96),όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.
Κατά τα άρθρα 482 και 483,ως αντικαταστ. με το άρθρο 41 παρ.1 και 2 Ν.3160/03, ΚΠΔ. αναίρεση κατά βουλευμάτων έχει δικαίωμα να ασκήσουν:α) ο κατηγορούμενος, εκείνα που τον παραπέμπουν στο ακροατήριο για κακούργημα ή παύουν προσωρινά την ποινική δίωξη εναντίον του, β) ο εισαγγελέας πλημμ/κών, εκείνα που παραπέμπουν τον κατηγορούμενο για κακούργημα ή αποφαίνονται να μη γίνει κατηγορία, ή παύουν οριστικά ή προσωρινά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη.
Και γ) ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου οποιαδήποτε, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ.2 ΚΠΔ. Από τις διατάξεις αυτές, όπως αντικατ. με το άρθρο 41 παρ.1 και 2 του Ν.3160/03,και ισχύουν από τις 30-6-03, συνάγεται ότι ο πολιτικώς ενάγων σήμερα δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ’ απαλλακτικών βουλευμάτων, ανεξάρτητα εάν πρόκειται για κακούργημα ή για πλημμέλημα. 3-Στην προκείμενη περίπτωση, η ανωτέρω αίτηση αναιρέσεως κατά του 1560/04 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνων, ασκείται από τον αναιρεσείοντα υπό την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, παρόλον ότι ο νόμος δεν του χορηγεί τέτοιο δικαίωμα. 4-Κατ’ ακολουθίαν, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει να απορρίψει ως απαράδεκτη την εισαγόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος, για το λόγο ότι ασκείται από πρόσωπο, στο οποίο ο νόμος δεν απονέμει τέτοιο δικαίωμα, και να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των 210 Ε.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 199/17-12-04 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ. του Σ., κατοίκου ... [...],κατά του 1560/04 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και Β-Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του ποσού των 210 Ε. Αθήνα 28 Μαρτίου 2005-03-05 Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, ισχύοντος (κατά το άρθρο 61 αυτού) από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 30η Ιουνίου 2003, κατά την οποία, ‘ ‘ κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση’ ‘ , προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων, δεν έχει πλέον δικαίωμα ασκήσεως αναιρέσεως, ούτε κατά του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται η έφεσή του ως απαράδεκτη.
Δεν μπορεί δε να γίνει λόγος, για αντίθεση της ρύθμισης αυτής με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ‘ ‘ Ε.Σ.Δ.Α.’ ‘ , αλλά και 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, γιατί η από μέρους του εθνικού νομοθέτη θέσπιση περιορισμών ή εξαιρέσεων στην άσκηση των ένδικων μέσων, δεν είναι κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτη, πράγμα που προβλέπεται και στην παρ. 2 του αναφερόμενου άρθρου 2 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, εκτός αν οι περιορισμοί αυτοί οδηγούν στη φαλκίδευση του δικαιώματος.
Ούτε για παραβίαση της αρχής της ‘ ‘ ισότητας των όπλων’ ‘ των διαδίκων, επί τη εκδοχή ότι το ένδικο αυτό μέσο δίδεται στον κατηγορούμενο, ενώ δεν δίδεται στον πολιτικώς ενάγοντα, γιατί η αρχή αυτή δεν περιλαμβάνει και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά την προδικασία, μάλιστα από τον πολιτικώς ενάγοντα, διατηρούντα την αγωγή αποζημιώσεως στα πολιτικά δικαστήρια.
Κρίσιμος δε χρόνος για το παραδεκτό της αναίρεσης κατά βουλεύματος, είναι εκείνος της ασκήσεώς της και όχι εκείνος της έκδοσης του βουλεύματος, όπως προκύπτει από τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3 του ίδιου νόμου, κατά την οποία, ‘ ‘ ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο’ ‘ , της διατάξεως της επόμενης παρ. 4 του ιδίου άρθρου του νόμου, κατά την οποία, ‘ ‘ αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους, που προέβλεπε ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο της έκδοσής τους’ ‘ , εχούσης ισχύ μόνον επί αποφάσεων και όχι επί βουλευμάτων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 463 του Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα και στον πολιτικώς ενάγοντα δεν δίδεται πλέον, μετά δηλαδή την 30η Ιουνίου 2003, δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλεύματος, με το οποίο η έφεσή του απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο και η αναίρεση, ασκήθηκε μεταξύ άλλων περιπτώσεων και από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος, για τα οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει επ’ αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή απόφασης.
ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Α. Τ., στρέφεται κατά του υπ’ αριθμό 1560/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο είχε απορριφθεί η έφεσή του, κατά του απαλλακτικού μέρους του υπ’ αριθμό 4859/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (όπως είχε συμπληρωθεί με το υπ’ αριθμό 5916/2003 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου), ως απαράδεκτη, ασκήθηκε δε την 17η Δεκεμβρίου 2004, δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 3160/2003. Εφόσον όμως κατά τη ρύθμιση του νόμου αυτού, η οποία αναφέρθηκε, ο πολιτικώς ενάγων δεν έχει πλέον δικαίωμα αναιρέσεως του βουλεύματος, με το οποίο απορρίπτεται η έφεσή του ως απαράδεκτη, με τη ρύθμιση δε αυτή δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του παροχής εννόμου προστασίας, ούτε η ‘ ‘ αρχή της ισότητας των όπλων’ ‘ των διαδίκων, όπως αβάσιμα υποστηρίχθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, κατά την εμφάνισή του στο Συμβούλιο, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17ης Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του Α. Τ. του Σ., για αναίρεση του υπ’ αριθμό 1560/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ. -
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2006.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ