Legislator Case Law & Legislation
2009/2022 AI generated

Supreme Court annuls labor court ruling on equal pay for doctors in social security funds due to constitutional equality violation.

Case Number 2009/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision awarding severance pay to five doctors who had been excluded from a specific financial incentive. The court found the lower court violated the constitutional principle of equality by applying an unjustified exception to doctors while treating them identically to other employees. Consequently, the annulled judgment was set aside, the appeal was dismissed, and the lower court was ordered to retry the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1), 22(1)(b) of the Constitution and Article 7 of Law 1532/1985; The lower court must not apply unjustified exceptions to statutory benefits that violate the constitutional principle of equality when similar conditions exist among employees.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle unjustified statutory exception social security severance pay labor law discrimination annulment of judgment retrial of case equal treatment of employees

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 7 of Law 1532/1985
Article 63(6) of Law 3518/2006
Common Ministerial Decision 2/46851/0022/17.8.2007
Article 10(5) of Law 3620/2007
Common Ministerial Decision 2/1485/0022/15.2.2008

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2009 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2009/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.) ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α.Ε.Τ.Α.Μ.) και οιωνεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Τσοκανά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 5) …, και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευμορφίας Ρήγα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 655/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1579/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, που καθορίζει κατά τρόπο αποκλειστικό τον τύπο της παροχής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο στην ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετική διαδικασία, κατά την εκδίκαση των εργατικών διαφορών, η πληρεξουσιότητα παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή την προφορική δήλωση του διαδίκου ή του εκπροσωπούντος αυτόν οργάνου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Η μη χορήγηση της πληρεξουσιότητας με έναν από τους ανωτέρω τρόπους, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 104 του ΚΠολΔ), έχει ως αποτέλεσμα να μην παρίσταται νομίμως ο φερόμενος ως εκπροσωπούμενος από τον μη εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο διάδικος και να θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 536/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).

Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1387/2019). Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1.

Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 207/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).

Σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (ή της κλήσεως με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του.

Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως του αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως κ.λπ.

προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Τέλος, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, "Προστασία δημόσιας υγείας από COVID-19, κοινωνική προστασία, Επαναλειτουργία Δικαστηρίων" ορίστηκαν τα εξής: "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα. 3.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ στον πρώτο και δεύτερο βαθμό, όπως και στον Άρειο Πάγο, στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο, ο Πρόεδρος του τμήματος ή ο Πρόεδρος του δικαστηρίου κατανέμει χρονικά, εντός της αυτής ημέρας, τις εγγεγραμμένες στο πινάκιο ή έκθεμα υποθέσεις και ο καταμερισμός αυτός με πρωτοβουλία του γραμματέα γνωστοποιείται ακολούθως, και πάντως το αργότερο την προηγούμενη της δικασίμου εργάσιμη ημέρα, στους διαδίκους ή στους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και προσθέτως στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους, εφόσον είναι γνωστή, ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Στις υποθέσεις αυτές παρέχεται η δυνατότητα αναβολής ατελώς, δηλαδή χωρίς καταβολή μεγαροσήμου και τέλους αναβολής και χωρίς τις δεσμεύσεις του άρθρου 241 ΚΠολΔ. Η αναβολή μπορεί να δοθεί και χωρίς παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ή έκθεμα κατά την ημέρα της δικασίμου, εφόσον οι δικηγόροι αυτοί διατυπώσουν σχετικό αίτημα σε κοινή ανέκκλητη δήλωσή τους, κατά την παρ. 2 του άρθρου 242 ΚΠολΔ και κατ' απόκλιση της παρ. 2 του άρθρου 115 ΚΠολΔ, η οποία υποβάλλεται στην οικεία γραμματεία του δικαστηρίου μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το αργότερο μέχρι τη δωδεκάτη ώρα της προηγούμενης της δικασίμου εργάσιμης ημέρας".

Στην προκείμενη περίπτωση συζητείται η από 20.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 17240/29/2020 στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση αναίρεσης κατά της 1579/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο, η συζήτηση της οποίας επισπεύσθηκε από το αναιρεσείον με επίδοση κλήσης για τη δικάσιμο που ορίστηκε την 12.1.2021, στη Μαρία Καραγιώργου, Δικηγόρο ΔΣΑ, ως συνεργάτιδα της Ακριβής-Ελένης Γκότση και αυτής ως συνεργάτιδας της Ευμορφίας Ρήγα που υπέγραψε το δικόγραφο της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, ως πληρεξούσια δικηγόρος των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (βλ.

την ...12.3.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Σ.). Κατά την ως άνω δικάσιμο υποβλήθηκε κοινή έγγραφη δήλωση των δικηγόρων Νικολάου Τσοκανά ως πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος νπδδ και της Ευμορφίας Ρήγα ως πληρεξουσίας των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, δηλαδή σε αυτήν που αναφέρεται στο προοίμιο της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με τους αναιρεσίβλητους να φέρονται ότι εκπροσωπούνται από την πληρεξούσια δικηγόρο τους βάσει δηλώσεων που περιέχονται σε ιδιωτικό έγγραφο, η δε γνησιότητα της υπογραφής τους βεβαιώνεται (για όλους) την 1.11.2021από την υπάλληλο του ΚΕΠ του Δήμου Βριλησσίων, Α.

Κ., με την υπογραφή της τελευταίας και τη σχετική σφραγίδα του ΚΕΠ. Πλην όμως, με το από 5.11.2021 ηλεκτρονικό μήνυμα του ως άνω ΚΕΠ προς τη γραμματέα της έδρας, βεβαιώνεται ότι η εν λόγω υπάλληλος έχει συνταξιοδοτηθεί πέραν του έτους και ότι στη σφραγίδα του εγγράφου εντοπίζονται διαφορές. Κατόπιν τούτου αποδεικνύεται ότι στη φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων δεν παρασχέθηκε με οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στην προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα για διεξαγωγή της δίκης στο όνομα των αναιρεσιβλήτων, επομένως οι τελευταίοι, οι οποίοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως ανωτέρω αναφέρεται, πρέπει να θωρηθούν δικονομικά απόντες.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), σαν να ήσαν δικονομικά παρόντες οι αναιρεσίβλητοι.

Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α` 272), ορίζεται ότι: "Με σκοπό τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, παρέχεται κίνητρο στο προσωπικό τους και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ύψος του οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου ...".

Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2/46581/0022/17-8-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας υπό τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 1647), με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2007, η οποία ορίζει ότι: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.

Κ. Α.), αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως κίνητρο στο προσωπικό τους, πλην Ι.Κ.Α. - ΕΤ.Α.Μ., και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.

Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα. 2.

Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών, γονικής άδειας και συνδικαλιστικής άδειας. 3. Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους: α) των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τις Διοικήσεις τους και τα επιχειρησιακά σχέδια που εκπονούν αυτές και β) της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους γενικότερους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από την πολιτική ηγεσία της σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων. 4.

Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η πολιτική ηγεσία της ΓΓΚΑ και οι διοικήσεις των ΦΚΑ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζουν κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.

Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν.3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:

α) οι τακτικοί υπάλληλοι και ιατροί, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4052/1960 στους ως άνω φορείς. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων ...".

Στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 (ΦΕΚ Α` 276) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του ν. 3518/ 2006 (ΦΕΚ 272/Α`) ισχύουν και για το διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η με αριθμ. 2/1485/0022/25-2-2008 Απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο διοικητικό προσωπικό του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β` 296), στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζονται τα εξής: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως οικονομικό κίνητρο στο διοικητικό προσωπικό του και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής: 1.

Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα γ) ... 2.

Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών του άρθρου 50 του Υπαλληλικού Κώδικα, γονικής άδειας, συνδικαλιστικής άδειας και εκπαιδευτικής άδειας μικρής διάρκειας έως δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Η περικοπή αυτή υπολογίζεται στο 1/22 του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου για κάθε ημέρα απουσίας. 3.

Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και το επιχειρησιακό του σχέδιο. 4. Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζει κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας.

Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου. 5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται:

α) οι τακτικοί διοικητικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι διοικητικοί υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και γ) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος. 6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων. 7. ... 8.

Η απόφαση αυτή ισχύει από 11.12.2007...". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τη χορήγηση της θεσπισθείσας με αυτές χρηματικής παροχής ως οικονομικού κινήτρου, αρχικά στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, και στη συνέχεια και στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στους φορείς αυτούς και συγκεκριμένα η ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών υποθέσεων που έχουν σχέση με την απονομή συντάξεων και την καταβολή πάσης φύσεως παροχών των ως άνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, η απώλεια πόρων τους από την εισφοροδιαφυγή και η έλλειψη προσωπικού και, επί πλέον, για τους πιο πάνω φορείς (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) η αδυναμία ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης και η απουσία ολοκληρωμένου μηχανογραφικού συστήματος.

Η χορήγηση δε του ως άνω οικονομικού κινήτρου απέβλεπε όχι αφηρημένα στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, διαπιστωμένου με ειδικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που είχε σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής των ανωτέρω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Εξάλλου, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού που επιδιωκόταν με τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου, η παροχή αυτή δεν χορηγήθηκε με βάση τις ανωτέρω σχεδόν κατά λέξη ταυτόσημες Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους των πιο πάνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως σταθερό και πάγιο επίδομα προς αύξηση των τακτικών αποδοχών τους, αλλά με την πρώτη από τις Υπουργικές αυτές αποφάσεις (2/46581/022/17.8.2007) χορηγήθηκε μόνο στους τακτικούς υπαλλήλους και ιατρούς, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), καθώς και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.4052/1960 στους ως άνω φορείς και με τη δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές (2/1485/0022/25.2.2008) στους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στους διοικητικούς υπάλληλους που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος.

Επισημαίνεται δε ότι κατά την αληθή έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω Υπουργικής απόφασης και ενόψει του επιδιωκομένου από αυτήν ως άνω σκοπού, του ως άνω οικονομικού κινήτρου δικαιούνται [υπό τις αναγραφόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις] μόνο οι ιατροί των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων που απασχολούνται στις κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες των πιο πάνω φορέων και είναι επιφορτισμένοι με τη διαδικασία καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους ασφαλισμένους (όπως με τον έλεγχο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών για την καταβολή δαπανών νοσηλείας, αγοράς εξοπλισμού κλπ) και δεν αφορά κατά νόμο ιατρούς απασχολουμένους σε μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης των πιο πάνω φορέων.

Περαιτέρω, η επίμαχη παροχή δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους ανωτέρω εργαζόμενους ως προσαύξηση των αποδοχών τους, αλλά μόνον σε εκείνους εξ αυτών που θα εντάσσονταν κατά τη βούληση αυτών και για όσο χρόνο εντάσσονταν στην προγραμματισμένη προσπάθεια για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω συμμετοχή στην επίτευξη των καθορισθέντων στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας θα βεβαιωνόταν στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, ενώ κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη η παροχή αυτή έχει αποσυνδεθεί από τις ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003).

Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν συντρέχουν οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σε ορισμένη περίπτωση, με τη χορήγηση της ως άνω παροχής σε όμοια κατηγορία υπαλλήλων αλλά υπό τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων αυτών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ` αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό (ΑΠ 505/2019).

Ούτε παραβιάζεται επίσης η απορρέουσα από την ως άνω αρχή της ισότητας αρχή της ίσης μεταχείρισης στην αμοιβή των εργαζομένων, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, αφού αυτή προϋποθέτει την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Κατόπιν των ανωτέρω, τόσο η αρχική εξαίρεση με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 με αριθ. 2/46581/022/17.8.2007 Υπουργική απόφαση του απασχολουμένου στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προσωπικού (περιλαμβανομένου και του ιατρικού) από την χορήγηση του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου, όσο και ο εν συνεχεία περιορισμός, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν. 3620/2007 με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Υπουργική Απόφαση, της χορήγησης αυτού μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.

υπό τους εκτεθέντες όρους και προϋποθέσεις και η μη επέκτασή της σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, [ούτε στην αρχή της ισότητας στην αμοιβή χωρίς διακρίσεις], δεδομένου ότι κατά τα ήδη προεκτεθέντα η χρηματική αυτή παροχή χορηγήθηκε για την προσφορά από ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης και υπό ειδικές συνθήκες εντατικοποίησης εργασίας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και δη στους τομείς απονομής των συντάξεων, καταβολής των πάσης φύσεως παροχών και μείωσης της εισφοροδιαφυγής με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρβλ.

ΑΠ 467/2007, ΑΠ 1249/2000, ΣτΕ 4137/2015, ΣτΕ 3164/2011 επί της αντίστοιχης ρύθμισης για την παροχή οικονομικού κινήτρου του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2150/1993), του νομοθέτη έχοντος τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής του χρόνου και της κατηγορίας του προσωπικού στο οποίο θα χορηγήσει ειδική χρηματική παροχή για την παροχή πρόσθετης κατά τα άνω εργασίας (ΑΠ 306/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, την οποία άσκησαν από κοινού με άλλους, μη διαδίκους στη δίκη αυτή, οι αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι εργάζονταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (του οποίου καθολικός διάδοχος έχει καταστεί το αναιρεσείον), έχοντας ο καθένας από αυτούς τα αναγραφόμενα στην αγωγή έτη προϋπηρεσίας.

Επικαλούμενοι δε στη συνέχεια το περιεχόμενο της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης που εκδόθηκε βάσει αυτής, καθώς και το περιεχόμενο της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της αντίστοιχης 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και συνακόλουθα και της αρχής της ισότητας της αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 22 του Συντάγματος και 7 του Ν. 1532/1985) εξαιρέθηκαν από τη λήψη του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου από 1.1.2007, αρχικά με την εξαίρεση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για το προσωπικό των οποίων, περιλαμβανομένων και των ιατρών, αυτή προβλέφθηκε και στη συνέχεια με τον περιορισμό των δικαιούχων της μόνο στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, παρόλο που αυτοί απασχολούνται υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, υπηρεσιακής απόδοσης και εξέλιξης με το προσωπικό των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων (φορέων) το αντικείμενο είναι το ίδιο.

Ότι, επικουρικά, η άρνηση του εναγομένου να καταβάλλει και σ' αυτούς την επίδικη οικονομική παροχή είναι παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 105 του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ι.Κ.Α. να καταβάλει στον καθένα από αυτούς και για την αιτία αυτή τα στην αγωγή αναγραφόμενα επί μέρους χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στον καθένα και αφορούν το διάστημα από 1.1.2007 έως 30.6.2010, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα που κάθε επί μέρους κονδύλιο ήταν απαιτητό και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, κατά την κύρια βάση της αγωγής ως αμοιβή από τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά ως αποζημίωση από την αδικοπραξία των οργάνων του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος.

Η αγωγή αυτή ήταν συμφώνως προς τα ανωτέρω μη νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της, συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 655/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή επιδικάζοντας το ποσό των 6.450,00 ευρώ στον καθένα από τους πρώτο έως και τέταρτο αναιρεσιβλήτους και το ποσό των 8.600,00 ευρώ στον πέμπτο αναιρεσίβλητο, με το σκεπτικό ότι οι αυτοί ως ιατροί του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αποκλείστηκαν αδικαιολόγητα από τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου ήτοι χωρίς να συντρέχουν προς τούτο λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δεδομένου ότι τελούν υπό όμοιες ακριβώς συνθήκες από απόψεως παροχής υπηρεσιών και εργασιακού καθεστώτος με τους υπαλλήλους και ιατρούς των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και ότι προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισότητας πρέπει, αιρούμενης της δυσμενούς αυτής εξαίρεσης, να λάβουν οι ενάγοντες το εν λόγω κίνητρο και για τα επίδικα χρονικά διαστήματα ο καθένας τους, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της. 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος και 7 του Ν. 1532/1985 τις οποίες εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση. Επομένως κατά παραδοχή του μοναδικού από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει ν' αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί η έφεση των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 άρθρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 4 παρ.2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1579/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως εφετείο καθ' ο μέρος αφορά τους αναιρεσιβλήτους. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμόν 655/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ