2009/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟ κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ1 αυτόν τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Legislator headnote
AI generated2009/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ1 αυτόν τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2009 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2009/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων: 1. Π. συζ. Ε.. ή Μ. Χ. το γένος Μ. Θ. και 2. Ε. συζ. Α. Σ., το γένος Μ. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Πετρόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεώνη Σγουράκη, η οποία ανεκάλεσε την από 6-11-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-12-2006 και 17-6-2008 αντίθετες αγωγές των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35388/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 423/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες α) με την από 3-5-2011 και β) με την από 6-5-2011 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των συνεκδικαζομένων αναιρέσεων.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατόπιν συνεκδίκασης, Α: Της από 1-12-2006 αγωγής των Π. Χ. και Ε. Σ. κατά της Σ. Τ., περί ακυρώσεως συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου και Β: των, στο από 17-6-2008 δικόγραφο, σωρευομένων αγωγών, 1) διεκδικητικής ακινήτου και 2) περί επιδικάσεως αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, λόγω αδικοπραξίας αγωγή της Σ. Τ. κατά των Π. Χ. και Ε. Σ., έκανε δεκτή την πρώτη υπό στοιχείο (Α) αγωγή και απέρριψε τις λοιπές (Β1 και Β2 αγωγές). Το Εφετείο Θεσσαλονίκης αφού δέχθηκε την έφεση της Σ. Τ. κατά της πρωτόδικης απόφασης, εξαφάνισε αυτήν, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και στη συνέχεια απέρριψε την υπό στοιχείο Α αγωγή καθώς και την υπό στοιχείο Β2 αγωγή ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, έκανε δε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την υπό στοιχεία Β1 (διεκδικητική αγωγή). Την απόφαση αυτή του Εφετείου προσβάλλουν οι διάδικες πλευρές με τις από 3-5-2011 και 6-5-2011 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους (573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 3-5-2011 αιτήσεως αναιρέσεως των Π. Χ. και Ε. Σ.:
1. Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ1 αυτόν τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, ενώ ανέγνωσε ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό (διότι τότε πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση, περιορίστηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σ' αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 14-9-2005 εξώδικης πρόσκλησης και δήλωσης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του Εφετείου, το οποίο δέχθηκε ότι με αυτή (την πρόσκληση) καλούσε τις αναιρεσείουσες να προσέλθουν στη συμβολαιογράφο προκειμένου να συμπράξουν στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου σε εκτέλεση του .../7-4-1986 προσυμφώνου συμβολαίου καταλήγοντας στην συνέχεια ότι εφόσον δεν εμφανίστηκαν, εγκύρως προέβη η αναιρεσίβλητη στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση σε εκτέλεση όρων του προσυμφώνου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης και του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα το έγγραφο, αλλά απλώς συνεκτίμησε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό (το δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος. Για το ορισμένο, όμως, του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποία είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, και ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει ο νόμος, καθώς και που έγκειται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη του την από 14-9-2005 προαναφερόμενη εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, χωρίς όμως, να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του λόγου αυτού στοιχεία. Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος.
3. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να είναι απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφέρει στην απόφασή του ότι σχημάτισε την κρίση του επί της ουσίας της υποθέσεως, αφού έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους ... χωρίς να έχει παραληφθεί κάποιο". Από την βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα (14 στο σύνολο), έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο λόγο της αναίρεσης και τα οποία φέρονται αγνοηθέντα. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
4. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδης επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992). Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, απαιτείται να αναφέρονται, εκτός άλλων και οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου και αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείουσες ψέγουν το Εφετείο για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, αφενός μεν διότι δεν είναι σαφές ποιο νομικό σφάλμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου δε διότι δι'αυτού πλήττεται, και δη ευθέως, το αποδεικτικό πόρισμα του ουσιαστικού δικαστηρίου σχετικά με την παραλαβή από τις αναιρεσείουσες της συμφωνημένης "αντιπαροχής τους". Κατά λέξιν αναφέρονται για το ζήτημα αυτό τα εξής: "Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτουν τα ανωτέρω, αντιθέτως δε ... αποδεικνύεται το ακριβώς αντίθετο, ιδίως δε ότι σε καμιά περίπτωση δεν παραλάβαμε την αντιπαροχή κατά τους όρους του εργολαβικού, αλλά αντιθέτως εμείς την αποπερατώσαμε, ιδίαις δαπάναις και μόχθοις ...".
5. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση καθώς και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος (Ολ.ΑΠ. 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσες με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αφού αναφέρονται στο περιεχόμενο των όρων 4,9 και 10 του .../1986 εργολαβικού συμβολαίου, στην συνέχεια εκθέτουν τα επιχειρήματα τους και τα συμπεράσματα που, κατά την άποψη τους, συνάγονται από την εκτίμηση του περιεχομένου του συμβολαίου αυτού, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις (μάρτυρες κλπ) σύμφωνα με τα οποία "το υπ' αριθμ. .../19-1-2006 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακύρως καταρτίσθηκε, είναι άκυρο και δεν τις δεσμεύει", στην συνέχεια δε υποστηρίζουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
διότι δεν έλαβε υπόψη του τα όσα επιχειρήματα εκθέτουν στο λόγο αυτό που τα είχαν προτείνει και τα οποία θα είχαν ουσιώδη επίδραση στην δίκη αν τα ελάμβανε υπόψη. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ακυρότητος του συμβολαίου, για τον λόγο ότι έγινε χωρίς την πληρεξουσιότητά τους, είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο τον έλαβε υπόψη του (και τον απέρριψε ως αβάσιμο).
Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του ο ίδιος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι τα όσα αναφέρονται σε αυτόν δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα που, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, προκύπτουν από την εκτίμηση των αποδείξεων - σε αντίθεση με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και πλήττουν ευθέως την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί των αποδείξεων και τέλος σε κάθε περίπτωση από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στον παρόντα λόγο επιχειρήματα που πρόβαλλαν οι αναιρεσείουσες και τα αξιολόγησε αρνητικά. 6.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη, την οποία έχει, για να είναι ορισμένος, και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις, που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, αλλά απαιτείται επί πλέον να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου (Ολ.ΑΠ 2/2008), ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/1996).
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο ίδιος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος, όταν αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 211, 216, 217 ΑΚ καθώς και αυτών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ χωρίς να προσδιορίζεται το σχετικό με κάθε μία από αυτές αποδιδόμενο σφάλμα στο δικαστήριο κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή αυτών. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση αυτή και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
Β. Επί της από 6-5-2011 αίτησης αναίρεσης της Σ. Τ..
1. Με το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως αντιστοίχως: Αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Αδικοπραξία, κατά την έννοια του αρθρ. 914 ΑΚ αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 1099 ΑΚ και η χωρίς δικαίωμα, παρά τη θέληση του κυρίου αποβολή αυτού από τη νομή του πράγματος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ, προκύπτει ότι ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων αυτού από την επίδοση της αγωγής (διεκδικητικής) ή αφότου έμαθε ότι δεν έχει δικαίωμα νομής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά την παραδοχή της διεκδικητικής αγωγής της εδώ αναιρεσείουσας, κρίνοντας στη συνέχεια επί του σωρευομένου στην αγωγή αυτή αιτήματος με το οποίο η ενάγουσα επικαλούμενη αυθαίρετη και παράνομη κτήση της νομής του επιδίκου από τις εδώ αναιρεσίβλητες ζητούσε "να υποχρεωθούν να της καταβάλουν, αποζημίωση χρήσεως και καρπώσεως, για τον πριν την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής χρόνο καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης απέρριψε την αγωγή της ως προς το αίτημα αυτό κατ' ουσίαν.
Σχετικώς, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα ενάγουσα της δεύτερης αγωγής (αναιρεσείουσα) απέκτησε κατά τα άνω την κυριότητα του επιδίκου διαμερίσματος με το υπ' αριθμ. .../19-1-2006 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ... κατά την κατάρτιση του οποίου συμβλήθηκε για τον εαυτό της ατομικά, ως αντιπρόσωπος του εργολάβου και ως πληρεξούσια και αντιπρόσωπος των εφεσίβλητων - εναγομένων- οικοπεδούχων, δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που της χορηγήθηκε με σχετικό όρο των παραπάνω αναφερομένων δημοσίων εγγράφων, ήτοι του υπ' αριθμ. .../24-12-1987 προσυμφώνου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό με το υπ' .../1986 προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο.
Την κυριότητα απέκτησε με τη μεταγραφή του παραπάνω τίτλο, ήτοι από 16-3-2006. Το διαμέρισμα αυτό από το τέλος του έτους 1988 κατέχουν οι εφεσίβλητες - εναγόμενες - οικοπεδούχες, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1987/1988 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίστηκαν έναντι του εργολάβου προσωρινά συννομείς και διατάχθηκε η αποβολή του τελευταίου από αυτό ενώ αρνούνται να το αποδώσουν στην ενάγουσα ισχυριζόμενες ότι ο επικαλούμενος από την τελευταία τίτλος κτήσης της κυριότητα του είναι άκυρος λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας πλην όμως αβάσιμα....
δεν προέκυψε ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδίκασης αποζημίωσης στην ενάγουσα εκκαλούσα α) κατ' άρθρ. 934 και 932 Α.Κ. λόγω ηθική βλάβης εξ αιτίας παράνομης κατάληψης του ακινήτου της και β) κατ' άρθρο 1099 Α.Κ., λόγω κτήσης της νομής του επιδίκου από τις εναγόμενες - οικοπεδουχες με παράνομη πράξη, συγκεκριμένα δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων οικοπεδούχων έναντι της ενάγουσας αγοράστριας καθόσον η συμπεριφορά τους να κατέχουν το επίδικο ακίνητο δυνάμει δικαστικής απόφασης καθ' όλη τη διάρκεια της αντιδικίας τους αναφορικά με την ακύρωση της δήλωσης υπαναχώρησης δεν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον της ενάγουσας, ούτε υφίσταται υπαιτιότητα τους, με τη μορφή της αμέλειας ή του δόλου, καθόσον διεξήγαγαν σε αντιδικία με τον εργολάβο έναν δικαστικό αγώνα-,πιστεύοντας εύλογα ότι έχουν το σχετικό δικαίωμα, αφού ληφθεί υπόψη ότι και ο εργολάβος δεν ήταν απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις του και υπήρχαν ελλείψεις του έργου στους χώρους της αντιπαροχής των οικοπεδούχων, όσο και στους χώρους των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που αποκαταστάθηκαν με δικές τους δαπάνες.
Ούτε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 1099 Α.Κ., ώστε να υποχρεούνται οι εναγόμενες - οικοπεδούχες σε καταβολή αποζημίωσης στην ενάγουσα για διαφυγόντα κέρδη από την εκμίσθωση του διαμερίσματος, καθόσον δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενες -οικοπεδούχες απέκτησαν την νομή του επιδίκου διαμερίσματος με παράνομη πράξη, αλλά αντίθετα εγκαταστάθηκαν νόμιμα σ' αυτήν μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης του έτους 1988, χρόνο κατά τον οποίο σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα δεν ήταν κυρία του επιδίκου διαμερίσματος.
Ήτοι δεν υφίσταται κτήση νομής εκ μέρους των εναγομένων οικοπεδούχων με παράνομη πράξη, αφού οι εναγόμενες δεν αφαίρεσαν τη νομή του επιδίκου παράνομα και χωρίς τη θέληση του κυρίου τόσο κατά το χρόνο εγκατάστασης τους στο επίδικο διαμέρισμα, όσο και κατά το χρόνο κτήσης της κυριότητας εκ μέρους της ενάγουσας με τη μεταγραφή στις 16-3-2006 του υπ' αριθμ. .../19-1-2006 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, καθόσον κατά τον αμέσως παραπάνω χρόνο κτήσης της κυριότητας από την ενάγουσα οι εναγόμενες βρίσκονταν ήδη στην κατοχή του επιδίκου.
Είναι διαφορετικό το θέμα της κατ' άρθρο 1098 Α.Κ. ευθύνης του κακόπιστου νομέα, ήτoι αυτού που έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής για τα ωφελήματα του πράγματος, για τα οποία ενέχεται σε απόδοση, ως τέτοιων νοουμένων και των πολιτικών καρπών, όπως π.χ. το μίσθωμα, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται εδώ.
Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης στην ενάγουσα- εκκαλούσα για τις παραπάνω αιτίες. Τέλος, προέκυψε ότι οι εναγόμενες, οι οποίες κατά τα άνω εγκαταστάθηκαν στο επίδικο διαμέρισμα στο τέλος του έτους 1988, δυνάμει της προαναφερόμενης δικαστικής απόφασης, βρισκόταν κατά το χρόνο αυτό αλλά και στη συνέχεια και μέχρι την κοινοποίηση σ' αυτές της υπ' αριθμ. 1315/2005 απόφασης του Αρείου Πάγου (20-9-2005) σε καλή πίστη, ήτοι εύλογα είχαν την πεποίθηση ότι ως οικοπεδούχοι που κήρυξαν έκπτωτο τον εργολάβο αποκτούν την κυριότητα και του διαμερίσματος αυτού, ενόψει και του γεγονότος ότι η ενάγουσα ουδέποτε είχε αποκτήσει τη νομή αυτού με οποιονδήποτε τρόπο ... .
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολο της, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να συνεκδικαστούν οι αγωγές και α) να απορριφθεί κατά τα ανωτέρω η πρώτη αγωγή και β) να γίνει δεκτή η δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές της εκκαλούσας, και συγκεκριμένα η σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής διεκδικητική αγωγή του επιδίκου διαμερίσματος, ήτοι να αναγνωρισθεί η ενάγουσα - εκκαλούσα κυρία του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες - εφεσίβλητες ...
να το αποδώσουν. Η σωρευόμενη στο δικόγραφο αγωγή καταβολής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Tα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν, κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων, την απόρριψη της εξ αδικοπραξίας αγωγής της αναιρεσείουσας, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης στο οποίο αναφέρονται οι διαλαμβανόμενες στους δεύτερο (κατά το πρώτο μέρος του) και τρίτο λόγους της αναίρεσης αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων αντίστοιχα.
Συνεπώς το Εφετείο, έτσι που έκρινε, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες του ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (914, 932 και 1099 ΑΚ ) και δεν τις παραβίασε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την αβασιμότητα της εξ αδικήματος βάσεως της αγωγής η οποία (και μόνον) περιεχόταν στο οικείο δικόγραφο. Επομένως οι παραπάνω λόγοι με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
2. Με το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο ενώ απέρριψε το ερειδόμενο επί της αδικοπραξίας αίτημα της αναιρεσείουσας για αποζημίωση χρήσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άφησε αδίκαστο και το σωρευόμενο επίσης αίτημα της "περί απόδοσης των συλλεγέντων και συλλεκτέων πολιτικών καρπών (μισθωμάτων) από το συγκεκριμένο ακίνητο για το πριν της άσκησης της αγωγής χρονικό διάστημα" κατά το οποίο αυτές (αναιρεσίβλητες) κατέστησαν κακόπιστες νομείς του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου δεν περιέχεται σ' αυτό, πέραν της αδικήματος βάσεως, και τοιαύτη περί αποδόσεως ωφελημάτων υπό κακοπίστου νομέως.
3. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ1 αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων που εξετάσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και επομένως ο λόγος αναιρέσεως με τέτοιο περιεχόμενο είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απαράδεκτος.
Επομένως ο ίδιος (τρίτος) λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία: "Ο κακόπιστος νομέας ακινήτου που στο πρόσωπο του δεν πληρούται ουδεμία εκ του νόμου ή από δικαιοπραξία προϋπόθεση διατήρησης της νομής του ακινήτου, ενόσω μάλιστα ο ίδιος γνωρίζει ότι η νομή του είναι επιλήψιμη πλην όμως εξακολουθεί να παραμένει στην κατοχή του εκμεταλλευόμενος αυτό, έχει υποχρέωση να το αποδώσει στον πράγματι κύριο πολλώ δε μάλλον όταν ο τελευταίος το έχει εξοφλήσει από εικοσαετίας και στερείται ούτος την ιδιοκτησία του", είναι απαράδεκτος διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας, η δε προβαλλόμενη παραβίαση δεν ανάγεται στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά στην εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικό επιχείρημα προς στήριξη των απόψεων της αναιρεσείουσας.
4. Με το άρθρο 559 αρ.8 και 11 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως αντιστοίχως: αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τα Β και Γ σκέλη του δευτέρου λόγου της αναίρεσης υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της ότι οι αναιρεσίβλητες ήταν κακόπιστες νομείς του προαναφερομένου επιδίκου ακινήτου διότι κατέλαβαν και παρακρατούσαν τη νομή αυτού, παρά την αντίθεση της, ως κυρίας αυτού, και παρά τη μεταγενέστερη γνώση τους, ότι δεν δικαιούνται να νέμονται αυτό, γεγονός που το γνωστοποίησε σ' αυτές με την από 30-5-2006 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση της που επέδωσε στις αναιρεσίβλητες, σε απάντηση προηγούμενης εξώδικης δήλωσης των ιδίων με την οποία αρνούντο την κυριότητα της, καθώς και β) δεν έλαβε υπόψη του την άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, διότι, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε αρνητικά από ουσιαστική άποψη τον πρώτο, εκ των άνω, ισχυρισμό της με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του και περαιτέρω από τη βεβαίωσή του που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ελήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία χωρίς να έχει παραληφθεί κάποιο, σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ως άνω εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 325 παρ. Ι και 2 το δεδικασμένο ισχύει 1) υπέρ και κατά των διαδίκων και 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοι τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της.
Επομένως, το δεδικασμένο δεν ισχύει για εκείνους που έγιναν ειδικοί διάδοχοι των διαδίκων πριν από την έναρξη της δίκης και εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι και κατά τη διάρκεια της. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 82, εδ. α, περίπτωση πρώτη, και εδ. β, και 83 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα:
Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους διαδίκους, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίζει το διάδικο αυτόν. Η πρόσθετη παρέμβαση δεν επηρεάζει τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης.
Ο προσθέτως παρεμβάς μετέχει μόνο της διαδικασίας, όχι δε και της έννομης σχέσης της δίκης, δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου, εξακολουθεί να είναι τρίτος προς την υπάρχουσα έννομη σχέση της δίκης, που συνδέει τον υπέρ ου η παρέμβαση με την αντίδικό του, και ως εκ τούτου ούτε από το δεδικασμένο από της απόφασης που θα εκδοθεί δεσμεύεται.
Το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε, ως μη νόμιμη την προβληθείσα, με τις πρωτόδικες προτάσεις και με λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, ένσταση αυτής περί δεδικασμένου, που απέρρεε από την υπ' αριθμ. 637/2003 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αγωγής του Χ. Β. -εργολάβου κατά των εδώ αναιρεσιβλήτων - οικοπεδούχων, με την οποία κρίθηκε ότι οι δηλώσεις έκπτωσης των τελευταίων κατά του εργολάβου είναι άκυρες ως καταχρηστικές, στη δίκη της οποίας η αναιρεσείουσα παρενέβη πρόσθετα υπέρ του εργολάβου, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα ως προσθέτως παρεμβάσα δεν προσέλαβε την ιδιότητα του κυρίου διαδίκου, ώστε να δεσμεύεται από το δεδικασμένο που παράγεται μεταξύ των κύριων διαδίκων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αναίρεσης.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός ότι η παρέμβαση της ήταν αυτοτελής δεδομένου ότι με τα .../1986 και .../1987 προσύμφωνα συμβόλαια αυτή (αναιρεσείουσα) κατέστη εκδοχέας των αξιώσεων του εργολάβου έναντι των οικοπεδούχων για μεταβίβαση των δικαιουμένων από αυτόν υπολοίπων ποσοστών επί του οικοπέδου, που αντιστοιχούσαν στο επίδικο διαμέρισμα, πέραν του ότι προβάλλεται για πρώτη φορά με την αναίρεση, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος αφού αυτή κατά τους ισχυρισμούς της έγινε εκδοχέας πριν από την άσκηση της αγωγής. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από: α) 3-5-2011 αίτηση των Π. Χ. και Ε. Σ. και β) 6-5-2011 αίτηση της Σ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 423/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την από 3-5-2011 αίτηση των Π. Χ. και Ε. Σ..
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 6-5-2011 αίτηση της Σ. Τ..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ