2009/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2094/1990, 3735/1995 μη οριστικές, 2686/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5489/2004 μη οριστική και 7310/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2009/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Full text
Απόφαση 2009 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2009/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας που εδρεύει στην Τεχεράνη του Ιράν, με την επωνυμία "ΒΑΝΚ SADERAT IRAN" και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κουτρουμπή, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Βασιλική Παπαθεοδώρου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2094/1990, 3735/1995 μη οριστικές, 2686/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5489/2004 μη οριστική και 7310/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-5-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ, Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι στο 5430/1982 έγγραφο της Διεύθυνσης Γεωργίας Ανατολικής "δεν γίνεται αναφορά στην επίδικη έκταση ως μη εποικιστική, αλλά αορίστως σε εκτάσεις της καταγγελίας που δεν προσδιορίζονται και τίποτε δεν αποκλείει ότι ο Ζ έχει στην κατοχή του και άλλες εκτάσεις στην ίδια περιοχή", παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, το οποίο, απευθυνόμενο επώνυμα προς τον Ζ, αναφέρει ότι "οι εκτάσεις που σύμφωνα με την καταγγελία προκάλεσαν την έκδοση του πιο πάνω πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής δεν είναι εποικιστικαί" και, επομένως, "κατ' αναπόδραστη λογική αντιδιαστολή δεν υπάγονται σε αυτές που είχε το αντίδικο - Ελληνικό Δημόσιο - και εποικίστηκαν από ιδιώτες".
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
ΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995). Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσον αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (Ολ.
ΑΠ 62/1990). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή (Ολ.
ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, που δεν προσκομίζονται στην παρούσα δίκη, πρόβαλε, μεταξύ άλλων ισχυρισμών της, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης και αποδυνάμωσης του αγωγικού δικαιώματος του αντιδίκου της.
Η εν λόγω ένσταση κρίθηκε μη νόμιμη, αρχικά μεν, με την 2094/1990 πράξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, με την 2686/2002 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι "και αληθή υποτιθέμενα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, - περί του ότι δηλαδή το Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου παρά την ύπαρξη των παραπάνω αποφάσεων, αλλά και διότι αποδυναμώθηκε το δικαίωμά του με την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος -, δεν καθιστούν καταχρηστική την αξίωση του ενάγοντος, η οποία δεν αντιβαίνει στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός του".
Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Εντελώς εσφαλμένα, η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την εποικιστική (προς γεωργική αποκατάσταση κληρούχων) δήθεν ιδιότητα του επιδίκου. Κι αυτό, κατά πλήρη παραθεώρηση των επ' αυτού υφισταμένων παμπάλαιων κτισμάτων πολλαπλής χρήσεως (δύο δωμάτια και κουζίνα, αποθήκη, ορνιθώνας κλπ), όπως αυτά περιγράφονται στους τίτλους κτήσεως του δικαιοπαρόχου μας Ζ, την σε ανύποπτο χρόνο κατασχετήρια έκθεση του ίδιου του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά και στην αυτοψία που ο Ειρηνοδίκης Λαυρίου διενήργησε, εκδικάζων τα τελικώς δικαιώσαντα τον δικαιοπάροχό μας Ζ ασφαλιστικά μέτρα νομής.
Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και παρά το γεγονός, ότι όπως δέχεται η ίδια η εκκαλουμένη απόφαση: "Το έτος 1975 το παραπάνω επίδικο εδαφικό τμήμα είχε καταλάβει ο δικαιοπάροχος της εναγομένης, κατά του οποίου εκδόθηκε το από 30/6/1975 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Οικονομικού Εφόρου Κρωπίας. Το παραπάνω πρωτόκολλο, μετά από την από 30/7/1975 ανακοπή του Ζ, ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 69/1976 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαυρίου και την υπ' αριθμ. 4263/82 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
Όμως, υπό το πιο πάνω σκεπτικό, αγνοήθηκαν τα εξής κρίσιμα στοιχεία: α) Η πετρώδης φύση του επιδίκου, η οποία δεν προσφέρεται για ενιαία αγροτική αποκατάσταση, αφού βρίσκεται επάνω σε λόφο. Αντίθετα προσφέρεται για χρήση συναφή προς τα επ' αυτού υπάρχοντα και κατασκευασθέντα από τους δικαιοπαρόχους του δικαιοπαρόχου μας Ζ, κτίσματα, τα οποία κι αυτά αποσιωπήθηκαν και πλήρως παραθεωρήθηκαν.
β) Η αναμφισβήτητη, στο πρόσωπο του Ζ, αδιατάρακτη νομή, η οποία δεν δύναται να συντρέξει σε βάρος αποκατασταθέντων κληρούχων, οι οποίοι θα τον είχαν "πετάξει έξω", εάν δεν εστήριζε νόμιμα δικαιώματα, όπως αυτά διαλαμβάνονται στις πιο πάνω αποφάσεις όλων των βαθμών της δικαιοδοσίας, με αντίδικο το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, η υπό του Ελληνικού Δημοσίου έκδοση παραχωρητηρίων, 15 χρόνια μετά την δια των άνω δικαστικών αποφάσεων ακύρωση του εκδοθέντος σε βάρος του δικαιοπαρόχου μας Ζ από 30-6-1975 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του αρμοδίου κατά τόπον Οικον. Εφόρου Κρωπίας, σαφώς υποδηλώνει απέλπιδα προσπάθεια "να χωρέσουν", οι δήθεν κληρούχοι, ενώ ταυτόχρονα συνιστά και ακραία κατάχρηση του οιουδήποτε δικαιώματος του Δημοσίου, η συμπεριφορά του οποίου σηματοδοτείται και από την ακολουθηθείσα υπό του "κινούντος και ιθύνοντος νου", μάρτυρός του Ξ συμπεριφορά, ο οποίος έκρινε φρόνιμο και συμβατό προς τα καθήκοντα του:
α) Να "εγκαταστήσει" ο ίδιος, "τους κληρούχους" αγνοών πλήρως την Υπηρεσία και τη σχετική νόμιμη διαδικασία και β) Να διακόψει την κατάθεσή του στο σημείο έναρξης υποβολής των ερωτήσεων μας, αφού όμως προηγουμένως κατέθεσε "μονότερμα" ό,τι ατομικώς τον ενδιέφερε. Και ναι μεν η εκκαλουμένη σημειώνει ότι "η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα Ξ παρέμεινε ημιτελής και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο", πλην το τελευταίο υπερίσχυσε όλων των αντιθέτων, εξ εγγράφων αποδεδειγμένων ισχυρισμών μας, σε τρόπο ώστε η ακολουθηθείσα από το Δημόσιο συνολική αντιοικονομική μεθόδευση, να αποδεικνύεται απολύτως επιτυχής και τελεσφόρος, αφού κυριολεκτικά σημάδεψε την τελική κρίση της εκκαλουμένης.
Αγνοήσασα όλα τα πιο πάνω, η προσβαλλομένη απόφαση και απορρίψασα τις με πλήρες και απολύτως αιτιολογημένο σκεπτικό προβληθείσες ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης, αλλιώς πλήρους αποδυνάμωσης ενός δικαιώματος που υποτίθεται ότι γεννάται το 1925 και υλοποιείται το 1988 με το από 9-5-1988 ιδιωτικό "πρωτόκολλο εγκατάστασης και αποβολής κάθε τρίτου που κατέχει την έκταση" του μάρτυρα Ξ έσφαλε και πρέπει να εξαφανισθεί".
Το Εφετείο, κρίνοντας ότι στον παραπάνω λόγο της έφεσης εμπεριέχεται και παράπονο της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την απόρριψη της ένστασης κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου της ως μη νόμιμης, αποφάνθηκε περί αυτής και την απέρριψε ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία ότι: "Τέλος ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής εφόσον υπό τα προαναφερθέντα περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη προς θεμελίωσή της συμπεριλαμβανομένου και αυτού της εισπράξεως φόρου από διαφορετική υπηρεσία του εναγομένου η οποία επιλαμβάνεται κατά δήλωση των δικαιοπρακτούντων με πραγματική αδυναμία διασταυρώσεως στοιχείων με άλλες υπηρεσίες, ούτε επέρχεται αποδυνάμωση του δικαιώματος ούτε η άσκησή του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, υπό τα επικαλούμενα από την ενιστάμενη αναιρεσείουσα τόσο στον πρώτο, όσο και στον δεύτερο βαθμό πραγματικά περιστατικά, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, με πραγματικά μάλιστα περιστατικά, που, για πρώτη φορά απαραδέκτως προβάλλονται στην παρούσα αναιρετική δίκη, είναι απορριπτέος, καθόσον αφορά μεν τα τελευταία, ως απαράδεκτος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά δε την απόρριψη της ένστασης από το Εφετείο ως μη νόμιμης, ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-1-2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία, "BANK SADERT IRAN" για αναίρεση της 7310/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει (μειωμένα) σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ