Legislator Case Law & Legislation
2009/2006 AI generated

2009/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2009/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2009/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες εκθέτουν την κατά τη δική τους άποψη ιστορία της υπόθεσης της σχετικής με το επίδικο ακίνητο κάνουν επίκληση ορισμένων εγγράφων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Είναι φανερό ότι ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν προτάθηκε νόμιμα ένσταση παραγραφής της αξίωσης νομής των εναγόντων, δηλαδή ένσταση που να έχει ιστορικό και αίτημα απόρριψης της με βάση το ιστορικό αυτό.

Keywords

AI generated
abandonment of expropriation partial expropriation striking off the register voluntary withdrawal expropriation plan privatisation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2009 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2009/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) .... και 2) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσαγγάλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1) .... και 2) .....Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Σιουρούνη και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:182/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 542/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-4-2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης της 542/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, με τις οποίες επιβάλλεται η εφαρμογή του συγκεντρωτικού δικονομικού συστήματος, προκύπτει ότι μέσα επιθέσεως και άμυνας, δηλαδή πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια, όπως είναι και εκείνοι που τείνουν στην κατάλυση του καταγόμενου σε δίκη δικαιώματος με τη μορφή της ένστασης κατά της αγωγής, πρέπει με ποινή το απαράδεκτο, να προτείνονται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι το πέρας της πρώτης συζήτησης, που αποτελεί το έσχατο όριο προβολής των επί της ουσίας αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων.

Από τις ρυθμίσεις αυτές σε συνδυασμό και με την παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η ένσταση πρέπει να έχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση, συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα η ένσταση, πρέπει να έχουν προταθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια και εάν έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναληφθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα θεωρούνται ότι προτείνονται για πρώτη φορά τότε και υπόκεινται καταρχήν στην απαγόρευση.

Εξαίρεση από την απαγόρευση προβλέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό και με το άνω άρθρο 527 ΚΠολΔ στις περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις στα άρθρα αυτά. Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμός που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλονται οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ αιτιάσεις και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι η αξίωση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων περί αναγνώρισης και απόδοσης της συννομής επί του επίδικου ακινήτου υπέκυψε στην ενιαύσια παραγραφή και ταυτόχρονα απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσής τους ως απαράδεκτο.

Όπως προκύπτει από τις από 4-3-2002 προτάσεις των αναιρεσειόντων - εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας που έλαβε χώρα η πρώτη συζήτηση της αγωγής αποβολής νομής των αναιρεσιβλήτων, οι πρώτοι, αποκρούοντας την αγωγή, διέλαβαν στις προτάσεις τους ότι "Συζητείται την 5-3-2002 στο Δικαστήριό σας, μετά από νόμιμη αναβολή, η από 18-9-2000 αγωγή των αντιδίκων εναντίον μας η οποία ως νόμω και ουσία αβάσιμος, αόριστος, απαράδεκτη και παραγεγραμμένη, πρέπει ν' απορριφθεί καθ' ολοκληρία".

Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες εκθέτουν την κατά τη δική τους άποψη ιστορία της υπόθεσης της σχετικής με το επίδικο ακίνητο κάνουν επίκληση ορισμένων εγγράφων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Είναι φανερό ότι ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής δεν προτάθηκε νόμιμα ένσταση παραγραφής της αξίωσης νομής των εναγόντων, δηλαδή ένσταση που να έχει ιστορικό και αίτημα απόρριψης της με βάση το ιστορικό αυτό.

Γι αυτό το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν υπάρχει σχετική ένσταση και δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό ενώ το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης καταρχήν ως αβάσιμο, διότι η ένσταση δεν είχε προταθεί νομίμως στο Πρωτοδικείο και κατά δεύτερο λόγο εάν ήθελε θεωρηθεί ότι προτείνεται για πρώτη φορά στο Εφετείο ως απαράδεκτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ.

Με βάση αυτά και εφόσον ο ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των εξαιρέσεων του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια ούτε του αριθμού 8 ούτε του αριθμού 14 του 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 περ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 182/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία κάνοντας δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε τον καθένα από αυτούς συννομέα του επίδικου ακινήτου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και διέταξε ν΄ αποβληθούν από τα ποσοστά τους οι αναιρεσείοντες.

Το Εφετείο για τη στήριξη του διατακτικού του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο ...., πατέρας των αναιρεσιβλήτων και του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος απεβίωσε τον Αύγουστο του 1990, κατείχε και νεμόταν από το έτος 1940 μέχρι το θάνατό του ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση .....της κτηματικής περιφέρειας ....

έκτασης 10.490 τ.μ.. Το αγροτεμάχιο αυτό το είχε παραχωρήσει σ΄ αυτόν άτυπα το 1940 η μητέρα του και έκτοτε ασκούσε τις προσιδιάζουσες σ΄ αυτό διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, όπως φύτεμα ελαιοδένδρων και ατόμων αχλαδιάς, περιποίηση αυτών, συλλογή καρπών και εκμίσθωση σε τρίτους της χορτονομής. Μετά το θάνατο αυτού η νομή του εν λόγω ακινήτου περιήλθε στα τρία παιδιά του, δηλαδή τους αναιρεσίβλητους και τον πρώτο αναιρεσείοντα καθώς και επιζώσα σύζυγό του και μητέρα των τελευταίων, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα.

Αυτοί συνέχισαν ν΄ ασκούν στο αγροτεμάχιο τις ίδιες, όπως και ο δικαιοπάροχός τους, διακατοχικές πράξεις, με διάνοια κυρίου. Στις αρχές Ιουλίου 1996 οι αναιρεσείοντες (πατέρας και θυγατέρα) διαπραγματεύθηκαν την πώληση του αγροτεμαχίου σε τρίτους, χωρίς να κάνουν τούτο γνωστό στους αναιρεσίβλητους. Οι τελευταίοι άσκησαν εναντίον τους αγωγή και κατά τη συζήτησή της στις 11-3-1997 οι αναιρεσείοντες αναγνώρισαν το δικαίωμα συννομής τούτων (αναιρεσιβλήτων).

Στις 17-4-1998 απεβίωσε η μητέρα των αναιρεσιβλήτων και του πρώτου αναιρεσείοντος, συννομέας κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου, και το ποσοστό της κληρονομήθηκε από αυτούς. ΄Ετσι ο καθένας από τους αναιρεσίβλητους και τον αναιρεσείοντα κατέστη συννομέας του επίδικου αγροτεμαχίου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Τον Ιούλιο του 2000 οι αναιρεσείοντες, χωρίς να ενημερώσουν τους αναιρεσίβλητους, παραχώρησαν στην εταιρία κινητής τηλεφωνίας "PANAFON" το δικαίωμα εγκατάστασης τηλεφωνικής κεραίας, η οποία και εγκατέστησε αυτή. Με την πράξη τους αυτή οι αναιρεσείοντες απέβαλαν τους αναιρεσίβλητους από τη συννομή τους στο επίδικο.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία αποδεικνύονται τ΄ ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, όπως προαναφέρθηκε. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ΄ αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη συννομή των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου καθώς και οι ενέργειες των αναιρεσειόντων με τις οποίες αυτοί τους απέβαλαν από αυτή. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αιτιάται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια και αντίφαση αιτιολογιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση των ....κ.λ.π. για αναίρεση της 542/2004 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ