Legislator Case Law & Legislation
2008/2022 AI generated

2008/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2008/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2008/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθμ. .../2-9-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α., .../3-8-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ε. Μ., .../31-8-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Π. Λ., 7055/31-8-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress dismissal of civil servant contract staff electronic data processing redundancy rights and obligations of staff
AI generated
331/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
447/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1637/2012
Το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ.
551/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
829/2012
Οι αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003,αφού, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλων σπουδών. Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής. Δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενος στο μισθό (επίδομα πληροφορικής) που θα κατέβαλε σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με τους αναιρεσίβλητους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2008 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2008/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) … και 17) …, κατοίκων ..., εκ των οποίων οι με α/α αναιρεσίβλητων 2,4,5,7,8,9,10,11,12,13 και 15, παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις, οι δε με α/α 1ος,3ος,6ος,14ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 889/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7284/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-11-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης, ανέγνωσε την από 6-11-2020 έκθεσή της κωλυομένης αρεοπαγίτου Βασιλικής Αλεβιζοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 KΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθμ. .../2-9-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ. Α., .../3-8-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ε. Μ., .../31-8-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Π. Λ., 7055/31-8-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ζ.

Α., .../31-8-2021 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Α. Α. και .../27-8-2021 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λαμίας Μ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της από 1-11-2011 με αριθ. καταθ. 137/2011 αίτησης αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7284/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον του Αρείου Πάγου απευθυνομένης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, τρίτη, έκτο, δεκάτη τέταρτη (όπως τα στοιχεία αυτής παραδεκτώς διορθώθηκαν), δεκάτη έκτη και δέκατο τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, με κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά αναφερόμενη σημερινή δικάσιμο, μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 17-11-2020, κατά την οποία οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι ήταν απόντες, όπως προκύπτει από την επισυναπτόμενη στις ως άνω εκθέσεις επιδόσεως από 2-12-2020 βεβαίωση αναβολής της γραμματέα του Τμήματος τούτου. 'Όμως, οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 KΠολΔ.

Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 KΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "[...] Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 | Α'), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: (α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές (β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.

Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται με τις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση (γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".

Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, εκτός από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, και ορισμένα άλλα επιδόματα ή παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής, που είχε χορηγηθεί στο παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".

Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: [...] (η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (01.04.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...].

Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (01.01.1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, όπως παλαιότερα χρησιμοποιούσαν τη γραφομηχανή ή την αριθμομηχανή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.

Ειδικότερα, η σύγχρονη τεχνολογία, εκτός των άλλων αλλαγών που έχει επιφέρει στις ανθρώπινες δραστηριότητες και σχέσεις, έχει αντικαταστήσει ή διαφοροποιήσει ή και εμπλουτίσει τα μέσα της εκτέλεσης ενός καθήκοντος ή της παροχής μιας υπηρεσίας - εργασίας. Έτσι, ο Η/Υ έχει αντικαταστήσει την γραφομηχανή, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) εξυπηρετεί την αλληλογραφία παράλληλα με το ταχυδρομείο, οι φωνητικές συζητήσεις μπορεί να γίνονται μέσω τηλεφωνικής γραμμής ή του διαδικτύου, οι συνεδριάσεις διοικητικών συμβουλίων με βιντεοδιάσκεψη ή τηλεδιάσκεψη κ.λ.π.

Η αλλαγή απλώς του μέσου με το οποίο εκτελείται ένα ανατεθέν και συμφωνηθέν καθήκον ή παρέχεται μία ανατεθείσα και συμφωνηθείσα υπηρεσία - εργασία δεν συνεπάγεται αλλαγή της φύσης του καθήκοντος ή της υπηρεσίας - εργασίας και σε κάθε περίπτωση δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και ως εκ τούτου δεν γεννά αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η παραπάνω δε διάκριση, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενη προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίον θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα(Ολ. 5/2021, ΑΠ 474/2022) Περαιτέρω, από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1α Π.Δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α 51), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 79 παρ. 5 εδ.

δ' Ν. 1566/1985, ορίζεται ότι οι διοικητικές υπηρεσίες του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου διαρθρώνονται σε Γενικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η Διεύθυνση Πληροφορικής, Γραμματείες και Αυτοτελή Γραφεία, από δε το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ. ορίζονται τα εξής σχετικώς με την Διεύθυνση Πληροφορικής: "1.

Η Διεύθυνση Πληροφορικής συγκροτείται από τα Τμήματα: α. Οργάνωσης και Μεθόδων, β. Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων και γ. Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης. 2. Οι Αρμοδιότητες των Τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής είναι: α. Τμήμα Οργάνωσης και Μεθόδων. Αναλύει και μελετά τις οργανωτικές διαδικασίες των διοικητικών υπηρεσιών καθώς και των λοιπών μονάδων του Ιδρύματος, με σκοπό τον επανασχεδιασμό τους, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ανακατανομή των ρόλων των θέσεων εργασίας.

Εξετάζει τις δυσλειτουργίες στη διεκπεραίωση του έργου των διοικητικών υπηρεσιών και διαμορφώνει προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Μετράει τον φόρτο εργασίας των Τμημάτων και καθορίζει πρότυπη σύνθεση προσωπικού κατά Τμήμα, για την αξιοποίηση του προσωπικού και την ικανοποίηση των αναγκών του Ιδρύματος κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Καταστρώνει προγράμματα αξιοποίησης και ανάπτυξης του διοικητικού προσωπικού του Ιδρύματος και συνεργάζεται με τη Διεύθυνση Διοικητικού του Ιδρύματος για την κατάρτιση προγραμμάτων εκπαίδευσης, εξάσκηση και γενικότερη προετοιμασία του στελεχιακού ιδιαίτερα διοικητικού προσωπικού για την ανάληψη νέων καθηκόντων υψηλότερων προδιαγραφών.

Διεξάγει οργανωτικές μελέτες επί θεμάτων που προσδιορίζει η Πρυτανεία και ο Προϊστάμενος Γραμματείας, β. Το Τμήμα Ανάλυσης και Σχεδιασμού Συστημάτων: Παρακολουθεί τις τεχνολογίες οργάνωσης γραφείου και προτείνει νέες εφαρμογές με την υιοθέτηση των τεχνολογιών αυτών. Αναλύει και σχεδιάζει τις διαδικασίες λειτουργίας των Διοικητικών Υπηρεσιών του Ιδρύματος, με σκοπό την ανάπτυξη των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων.

Μεριμνά για την τήρηση των βαθμών ασφαλείας των αρχείων πληροφοριών ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότης τους, σύμφωνα με την πολιτική του Ιδρύματος. Παρακολουθεί τις δυσλειτουργίες των πληροφοριακών συστημάτων και φροντίζει για την άρση αυτών. Συνεργάζεται με το Τμήμα οργάνωσης και μεθόδων για την επανεξέταση των διαδικασιών και της μηχανογραφικής τους υποστήριξης.

Μεριμνά για την σύνταξη προδιαγραφών εξοπλισμού Πληροφορικής για τις υπάρχουσες ή νέες ανάγκες των διοικητικών υπηρεσιών του Ιδρύματος, καθώς επίσης και για τη σύνταξη των συμβάσεων προμήθειας και συντήρησης του σχετικού εξοπλισμού πληροφορικής. Φροντίζει σε συνεργασία με τις λοιπές υπηρεσίες για την ύπαρξη των απαραιτήτων βάσεων πληροφοριών και παρέχει εξυπηρέτηση σε θέματα Στατιστικής Τεκμηρίωσης (στοιχεία ως προς τους φοιτητές, το προσωπικό, τα οικονομικά μεγέθη, τον εξοπλισμό, τα ερευνητικά Προγράμματα κ.λ.π.).

γ. Το Τμήμα Ανάπτυξης και Συντήρησης Πληροφοριακών Συστημάτων Διοίκησης: Εξασφαλίζει την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανογραφικών συστημάτων (κεντρικών και περιφερειακών). Μεριμνά για την ασφαλή τήρηση των αρχείων πληροφοριών και των προγραμμάτων, ώστε να επιταχύνεται η απρόσκοπτη λειτουργία των Υπηρεσιών του Ιδρύματος.

Παρέχει στα στελέχη των διοικητικών υπηρεσιών κάθε δυνατή βοήθεια στην προσπάθειά τους να εφαρμόσουν τοπικές εφαρμογές στους περιφερειακούς προσωπικούς Η/Υ (PC) (όπως επεξεργασία κειμένων, οργάνωση αρχείων, επεξεργασία πινάκων κλπ.) και εξασφαλίζει την συμβατότητα των εφαρμογών αυτών με τα κεντρικά πληροφοριακά συστήματα.

Ευθύνεται για την έγκαιρη προμήθεια των αναλωσίμων μηχανογραφικών υλικών της διεύθυνσης, σύμφωνα με τις διαδικασίες προμηθειών του Ιδρύματος. Διασφαλίζει την συντήρηση του εξοπλισμού με βάση τις υπάρχουσες συμβάσεις". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος. Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το νικήσαντα διάδικο, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ` εαυτής προσόντα διατακτικού, κατά το άρθρο 578 του ίδιου κώδικα, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 777/2022, 22/2020, 1265/2019, 533/2017, 41/2016).

Τέτοιο έννομο συμφέρον, όμως, δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο έπρεπε ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τούτο δε διότι, για τον εναγόμενο η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης είναι επωφελέστερη από την απόρριψη αυτής για τυπικό λόγο, δηλ.

ως αόριστης ή απαράδεκτης (ΑΠ 319/2022, 22/2020, 2315/2009). Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ.), συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ή του σχετικού λόγου αυτής, ως απαράδεκτων (ΑΠ 397/2020, 533/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.

α KΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήταν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήταν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 475/2022, 1387/2019, 381/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 31-12-2007 και αριθ. κατάθ. 3096/31-12-2007 αγωγή οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι εργάζονται στο ήδη αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις ειδικότερα σ' αυτή (αγωγή) αναφερόμενες ειδικότητες διοικητικής φύσεως, απασχολούμενοι σε αντίστοιχες θέσεις, που προβλέπονταν οργανικά.

Ότι, προκειμένου να διεκπεραιώσουν την ανατιθέμενη σ' αυτούς εργασία, ασκούν τα καθήκοντα του κλάδου προγραμματιστών Η/Υ και χειριστών Η/Υ , και συγκεκριμένα απασχολούνται με την επεξεργασία στοιχείων και καταχώριση εγγραφών σχετικά με το αντικείμενο της εργασίας τους στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς ωστόσο, να κατέχουν σχετικές οργανικές θέσεις πληροφορικής.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν την επιδίκαση επιδόματος πληροφορικής κύρια με βάση τη σύμβαση και την αρχή της ισότητας, και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή κατά την κύρια βάση της με την υπ` αριθ. 889/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Κατά της εν λόγω αποφάσεως οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 29-9-2008 και αριθ.

κατάθ. 3421/2008 έφεση, η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την κύρια βάση και στη συνέχεια εξετάστηκε η μη πρωτοδίκως ερευνηθείσα επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά.

Με τους μοναδικούς δύο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, α) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, απορρίπτοντας την κύρια βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην σύμβαση και την αρχή της ισότητας και β) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 κάνοντας δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Εν προκειμένω: Α) ως προς τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα, με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, ο υπόψη αναιρετικός λόγος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον για την θεμελίωσή του δεν εκτίθεται σε τί συνίσταται η βλάβη την οποία υφίσταται το αναιρεσείον από την προαναφερθείσα απορριπτική διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει ν` απορριφθεί, ως απαράδεκτος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, κατά τα προαναφερθέντα, η ένδικη αγωγή, κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο και αίτημα αυτής, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Β) ως προς το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, αφού δίκασε την έφεση και δέχθηκε, ορθώς, ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρθηκαν διότι οι ενάγοντες μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 παρ.11 του Ν.2470/1997 και 7 παρ. 8 του Ν.3205/2003, διότι δεν προσλήφθηκαν σε οργανικές νομοθετημένες θέσεις του κλάδου πληροφορικής, με πλήρες ωράριο εργασίας σε υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και με τα προσόντα που ορίζονται στα οικεία προεδρικά διατάγματα, οπότε δεν διαπιστωνόταν στην περίπτωσή τους παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας έναντι του νόμου, στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου, απέρριψε την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής, με την οποία επιδιωκόταν η ικανοποίηση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, ακολούθως, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού δέχθηκε τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες (πλην των 5ης και 14ου - μη διαδίκων στην παρούσα δίκη) εργάζονται στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως διοικητικοί υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανήκοντες στην κατηγορία προσωπικού ΠΕ, αμειβόμενοι κατά τις διατάξεις των Ν. 2470/1997 και 3205/2003 περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων και απασχολούμενοι οι 2η, 3η, 4η, 15η και 17η ως προσωπικό Διοικητικού - Λογιστικού (οικονομολόγοι και λογιστές), ο 19ος ως μηχανικός πληροφορικής - προγραμματιστής Η/Υ και οι λοιποί ως Μηχανικοί διαφόρων ειδικοτήτων.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2007, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών, ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων. Από την εργασία αυτή των εναγόντων, στους οποίους το εναγόμενο ανέθεσε αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 να καταβάλλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Επομένως, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των εναγόντων και υποχρεούται κατ' άρθρο 904 ΑΚ να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά, ως προς τα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι: 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες του σ' αυτό με τις ειδικότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν, διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα γι' αυτές ως διοικητικοί υπάλληλοι, κ.λ.π., 2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, όπου δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τα αναφερόμενα σ' αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) χρονικά διαστήματα, 3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσιβλήτων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και 4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 Ν. 2470/1997, καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με την χρήση Η/Υ δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι δεν θα κατέβαλλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι, ενόψει του ότι δεν αρκεί πλέον για τη χορήγησή του απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ' αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι αυστηρές προϋποθέσεις, που έθεσε η παρ. 11 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, όπως και η κατοχή οργανικής θέσεως του κλάδου.

Η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων απλή και σε κάθε περίπτωση η εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ κατά την εκτέλεση της εργασίας τους με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ήτοι ως διοικητικών ή οικονομικών ή άλλης φύσεως υπαλλήλων, μη εργαζομένων σε ειδικές θέσεις πληροφορικής με την πλήρη απασχόληση σε ειδικές θέσεις πληροφορικής για τις οποίες απαιτούνται ως υπάλληλοι να έχουν ειδικά προσόντα και να έχουν προσληφθεί σε συγκεκριμένες θέσεις, είναι διαφορετική από την περίπτωση των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε θέσεις πληροφορικής και συνεπώς η απλή ή σε κάθε περίπτωση εν τοις πράγμασι χρήση Η/Υ, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας, κατά την εκτέλεση της εργασίας τους, ενόψει μάλιστα και της τεχνολογικής εξέλιξης, που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων για την οποίαν το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί και υπηρετούσαν νομίμως, σε άλλες θέσεις, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις ειδικές θέσεις των προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος εις βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, συνιστάμενος στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο επίδομα πληροφορικής, που θα κατέβαλλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα, τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρείχαν την εργασία, δηλαδή τους αναιρεσιβλήτους.

Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 KΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον το αναιρεσείον επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι το εναγόμενο ανέθεσε στους ενάγοντες ως διοικητικούς υπαλλήλους αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αυτό (εναγόμενο) από την εργασία τους αυτή ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 να καταβάλλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων, βάσει του άρθρου 17 του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις που προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής στους δικαιούχους των άρθρων 8 παρ. 11 ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 Ν. 3205/2003 και με κακή εφαρμογή τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Kατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ` ο μέρος έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί των δικαστικών εξόδων, αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της επικουρικής βάσεως της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσιβλήτων.

Τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 άρθρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και 4 παρ.2 και 20 παρ. 1 του Ν. 4831/2021, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του KΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι, όμως, και επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος ( Ολ.

Α.Π. 11/2007 ). Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 22/2006, Α.Π. 1406/2009, Α.Π. 143/2008, Α.Π. 648/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα την 16-11-2020, δηλαδή πριν από την αρχικά αναφερόμενη δικάσιμο, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που τους κατέβαλε, σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, μετ` αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.

Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του KΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 340 του Α.Κ.) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε αυτόν ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο ο αναιρεσίβλητος κατέχει νόμιμα τα καταβληθέντα, με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο ( Ολ.

Α.Π. 37/2005 ). Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους υπαλλήλους του τα επιδικασθέντα με την απόφαση αυτή χρηματικά ποσά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει, από το με αρ.

πρωτ. 40796/2020 έγγραφο της Αν. Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου και την επιβεβαιωμένη μισθοδοτική κατάσταση, που συνέταξε ο Εκκαθαριστής Αποδοχών του αναιρεσείοντος, καταβλήθηκαν τον Δεκέμβριο του έτους 2012 στους αναιρεσίβλητους, για επιδικασθέν κεφάλαιο και για δεδουλευμένους τόκους από την επίδοση της αγωγής, μετ` αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ( Ι.Κ.Α., Τ.Σ.ΜΕ.ΔΕ., ΜΤΠΥ ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών τα ακόλουθα χρηματικά ποσά :

Στους 1η, 2η, 3η, 13η, 14η, 15η και 16η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1582,71) στην καθεμία, στην 5η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εβδομήντα ευρώ και πενήντα λεπτών (1870,50), στην 4η, 6ο, 8η, 9η και 10η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα οχτώ ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (1768,22), στην 7η των αναιρεσιβλήτων το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1582,71), στον 11ο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1874,71), στην 12η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (1856,62) και στον 17ο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εξήντα οχτώ ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (1868,65).

Οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η παρ. 5 του άρθρου 20 του Ν. 3801/2009 " Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης " ( ΦΕΚ Α` 163/4.9.2009 ), που ορίζει: "5.

Το επίδομα πληροφορικής, το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 ( ΦΕΚ 40 Α` ) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 ( ΦΕΚ 297 Α`) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται. Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών... ".

Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ` ουσίαν, δεδομένου ότι η παραπάνω διάταξη αναφέρεται σε παροχές (επίδομα πληροφορικής) που καταβλήθηκαν από 01-01-1997 έως τη δημοσίευση του Ν. 3801/2009 (04-09-2009) και, στην προκειμένη περίπτωση, οι επίδικες απαιτήσεις καταβλήθηκαν μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, με βάση την ως άνω επιβεβαιωμένη από 30-3-2012 μισθοδοτική κατάσταση του Εκκαθαριστή Αποδοχών του αναιρεσείοντος.

Επομένως, τα καταβληθέντα ως άνω χρηματικά ποσά πρέπει ο κάθε αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 7284/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθ` ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό, ως προς την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής.

Κρατεί και Δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 29-9-2008 και αριθ. κατάθ. 3421/2008 έφεση των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ. Δέχεται την υποβληθείσα με τις από 16-11-2020 κατατεθείσες προτάσεις, αίτηση του αναιρεσείοντος, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στο αναιρεσείον τα κάτωθι χρηματικά ποσά και ειδικότερα : Τους 1η, 2η, 3η, 13η, 14η, 15η και 16η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1582,71) η καθεμία, την 5η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εβδομήντα ευρώ και πενήντα λεπτών (1870,50), την 4η, 6ο, 8η, 9η και 10η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων επτακοσίων εξήντα οχτώ ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (1768,22), την 7η των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1582,71), τον 11ο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (1874,71), την 12ο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων πενήντα έξι ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (1856,62) και τον 17ο των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των χιλίων οχτακοσίων εξήντα οχτώ ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (1868,65), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ