Supreme Court acquits defendant on minor VAT fraud under lenient law while remanding main case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for VAT fraud. The defendant argued that the statute of limitations had expired and that a newer, more lenient law rendered the specific acts non-prosecutable. The court accepted these arguments for the minor €437 fraud but rejected them for the larger sum, ordering acquittal on the latter charge while remanding the entire case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 Penal Code; Art. 510 Penal Code; Art. 518 Penal Code: When a newer law renders a criminal act non-prosecutable or applies more leniently, the Supreme Court must acquit the defendant on that specific charge even if the original conviction stands, while remanding the case for retrial on remaining charges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2008 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2008/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρούσια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 725/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Σεπτεμβρίου 2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1227/2019.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί αθώα η αναιρεσείουσα για την επιμέρους πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση, που αφορά μη απόδοση στο Δημόσιο του αναλογούντος κατά τη διαχειριστική περίοδο 1-1-2011 έως 31-3-2011 φόρου προστιθέμενης αξίας, ανερχόμενου σε τρίμηνη βάση, στα 437 ευρώ και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 2-9-2019 [αριθμ.εκθ.95/2019] αίτηση της Α. Λ. του Κ. για αναίρεση της υπ'αριθμ.725/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρο 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 Π.Κ , με την οποία ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο και ο μεταγενέστερος της τελέσεως της πράξεως νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. γ', 514 εδ. δ' περ. β' και 518 παρ.1 ΚΠΔ, συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος , τότε ο Άρειος Πάγος , εφόσον η αίτηση αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο [αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη] [ΑΠ 240/2017,ΑΠ 1559/2016].
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του Ν.2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.1 περ.θ' Ν 2948/2001 [ που καθόρισε τα ποσοτικά όρια του παραπάνω νόμου από δραχμές σε ευρώ από 1-1-2002], " αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του Φόρου Προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος:
α] με φυλάκιση τουλάχιστον ενός [1] έτους , εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου[1.000.000] δραχμών [ήδη 3000 ευρώ], β] με φυλάκιση τουλάχιστον ενός [1] έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς , ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων [75.000] ευρώ".
Τα παραπάνω όρια, των 3000 ευρώ και των 75.000 ευρώ, καθορίστηκαν με το άρθρο 21 παρ.1 περ.θ'του Ν.2948/2001, από 1- 1-2002.γ] "με κάθειρξη" εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες [75.000] ευρώ. Με το άρθρο 18 τυποποιείται ως έγκλημα φοροδιαφυγής η μη απόδοση ή η ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο ΦΠΑ και άλλων παρακρατούμενων φόρων ή εισφορών και ορίζονται οι περιπτώσεις που το αδίκημα αυτό προσλαμβάνει πλημμεληματικό ή κακουργηματικό χαρακτήρα.
Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται δεν υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης αιτιολογίας διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη και προκύπτει απ' αυτή όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου είτε άμεσου είτε έμεσου [ΑΠ 1167/18, ΑΠ 1201/17 ΑΠ 545/17 ΑΠ 75/15 ΑΠ 590/14 ΑΠ 871/13].
Στη συνέχεια, οι ανωτέρω διατάξεις αντικαταστάθηκαν διαδοχικά με τα άρθρα 16 παρ.1 Ν 3888/2010 και 3 παρ.2 δ',ε' Ν.3943/2011 , οι οποίες καθιέρωσαν το αξιόποινο του ανωτέρω αδικήματος της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ από το πρώτο ευρώ και σχετικά με την ποινή για την πράξη αυτή περιέχουν διακρίσεις ανάλογα με το ύφος του προς απόδοση ποσού , οπότε το άρθρο 18 παρ.1 του Ν.2523/1997 διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών , δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται:
α] με φυλάκιση , εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου , τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ, β] με φυλάκιση τουλάχιστον ενός [1] έτους , εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων [3000] ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε [75.000] ευρώ και γ] με κάθειρξη , εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες [75.000] ευρώ...".
Ήδη, δια του άρθρου 8 του Ν.4337/2015 [ΦΕΚ A 129/17-1Q-2015], η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [δηλ. από τις 17-10-2015], οι παραπάνω διατάξεις αντικαταστάθηκαν με τις σχετικές ρυθμίσεις του άρθρου 66 που προστέθηκε στο Ν.4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας κλπ", με το οποίο προβλέπονται τα εξής: "Ι.Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:
α]...., β] προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών , δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή , καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, γ]....2..... 3.Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο[2] ετών:
α]...., ή β] αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα] τις πενήντα χιλιάδες [50.000] ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ] τις εκατό χιλιάδες [100.000] ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.4] Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες [100.000] ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες [150.000] ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς".
Ακόμη, με το νέο άρθρο 70 παρ.2 του παραπάνω Ν.4174/2013 , που επίσης προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν.4337/2015, ορίζεται, ότι "αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων για εγκλήματα των άρθρων 17,18 και 19 του Ν.2523/1997 που εκδόθηκαν για ποσά μικρότερα από τα οριζόμενα στο άρθρο 66 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν εκτελούνται.
Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς μηνυτήριες αναφορές για εγκλήματα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο δεν εισάγονται για συζήτηση και οι σχετικές δικογραφίες τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα" .Κατά δε το άρθρο 71 παρ.1 επίσης του ίδιου νόμου που ομοίως προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν.4337/2015, "Τα άρθρα 17,18,19,20 και 21 του Ν.2523/1997 όπως ισχύουν , καταργούνται. 'Οπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του Ν.2523/1997[άρθρα 17 έως 21] εννοούνται στο εξής οι αντίστοιχες των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου [άρθρα 66-70].Από τις ανωτέρω διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει, σε σχέση με το αδίκημα της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ κλπ, ότι ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος , με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, αν το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ κλπ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις πενήντα χιλιάδες [50.000] ευρώ και σε βαθμό κακουργήματος, με κάθειρξη, αν το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ κλπ υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες [100.000] ευρώ , όταν δε το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ κλπ δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες[50.000] ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος , αλλά είναι μικρότερο αυτού , δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη.
Οι προπαρατεθείσες νέες διατάξεις είναι επιεικέστερες κατά τούτο [για οφειλόμενα ποσά κλπ μικρότερα των 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος] από τις προηγούμενες , αφού για τη στοιχειοθέτηση του παραπάνω εγκλήματος δεν αρκεί πλέον η μη απόδοση του ΦΠΑ κλπ αλλ' απαιτείται προσθέτως το προς απόδοση ποσό αυτού να υπερβαίνει [για θεμελίωση του εγκλήματος σε βαθμό πλημμελήματος ] τουλάχιστον το ποσό των 50.000 ευρώ και, επομένως, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ., εφαρμόζονται και στις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από τις 17-10- 2015 οπότε άρχισε η ισχύς του ανωτέρω νόμου.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη , κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' λόγο αναιρέσεως , όταν αναφέρονται σ'αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος , οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων στο σύνολο τους και όχι μόνο μερικών από αυτά, επιλεκτικά ή αποσπασματικά.
Εξάλλου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ η εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, ελλείψεις, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος, ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης [ΟλΑΠ2/2011].
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 725/2019 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής:
"H κατηγορούμενη στην … στις 25.3.2011 και στις 26.4.2011 με περισσότερες πράξεις διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με πρόθεση κατελήφθη να μην έχει υποβάλλει δήλωση εντός των νομίμων προθεσμιών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και συγκεκριμένα ως ασκούσα ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών "υπηρεσίες διαμεταφοράς και έδρα στη θέση "σταθμός ...", κατελήφθη να μην έχει υποβάλλει στης Δ.Ο.Υ. ... δήλωση ΦΠΑ και να μην έχει καταβάλει τα ποσά των 52.773,93 Ευρώ και 437 ευρώ που είχε παρακρατήσει κατά τις χρονικές περιόδους από την 1.1.2010 έως 31/12/2010 και από την1/1/2011 έως τις 31/3/2011 για ν' αποδώσει στο Δημόσιο αν και είχε υποχρέωση κατά την διάταξη του άρθρου 31 ν. 1642/8 να υποβάλλει τις ως άνω δηλώσεις, εν τούτοις δεν υπέβαλε καθόλου αυτές. Οι παραπάνω φορολογικές εγγραφές οριστικοποιήθηκαν την 24/2/2014, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής, ήτοι μετά, παρέλευση 60 ημερών από την επίδοση στην κατηγορούμενη των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ μαζί με τη συνημμένη σχετική έκθεση έλεγχου. Στην ως άνω πράξη της (μη απόδοσης ΦΠΑ κατ' εξακολούθηση) η κατηγορουμένη προέβη με σκοπό ν' αποφύγει τη πληρωμή των ως άνω φόρων.
Συνεπώς η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, ωστόσο πρέπει να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 δ του ΠΚ καθόσον προσπάθησε ν' άρει τις συνέπειες της πράξης της έχοντας υπαχθεί για την οφειλή, της αυτή σε ρύθμιση αυτής την οποία τηρεί και η οποία όμως δεν αναιρεί την ύπαρξη του αδικήματος της φοροδιαφυγής όπως άλλωστε αναγνωρίστηκε το ως άνω ελαφρυντικό και πρωτοδίκως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσης.
Στην συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη. την …, στις 25-02- 2011 και στις 26-4-2011, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα, με πρόθεση κατελήφθη να μη έχει υποβάλλει δηλώσεις εντός των νομίμων προθεσμιών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) μολονότι τα προς απόδοση ποσά που είχε υποχρέωση να αποδώσει ήταν ανώτερα των 3.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, με την ιδιότητα της ασκούσης ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών "υπηρεσίες διαμεταφοράς" και έδρα στη θέση "..." ..., κατελήφθη να μην έχει υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. ... δήλωση φόρου προστιθέμενης αξίας και να μην έχει καταβάλει τα ποσά των 52.773,93 ευρώ και 437 ευρώ που είχε παρακρατήσει κατά τις χρονικές περιόδους από τις 01.01.2010 έως τις 31.12.2010 και από τις 01.01.2011 έως τις 31.03.2011, για να αποδώσει στο Δημόσιο, αν και είχε υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 31 Ν. 1642/86 να υποβάλει τις ανωτέρω δηλώσεις μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, εντούτοις δεν υπέβαλε καθόλου αυτές. Η παραπάνω φορολογική εγγραφή οριστικοποιήθηκε την 24-01-2012.
Με τις παραδοχές αυτές , η ως άνω απόφαση δεν περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο κατέληξε, για την αναιρεσείουσα, σε καταδικαστική κρίση.
Συγκεκριμένα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης στο αιτιολογικό αυτής, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη δεν κατέβαλε 1] το ποσό των 52.773,93, που αφορούσε ΦΠΑ της διαχειριστικής περιόδου από 1-1-2010 ως 31-12-2010 και 2) το ποσό των 437 ευρώ που αφορούσε ΦΠΑ του πρώτου τριμήνου, ήτοι από 1-1-2011 έως 31-3-2011 της διαχειριστικής περιόδου 1-1-2011 έως 31-12-2011, καθόσον δεν υπέβαλε καθόλου δηλώσεις ΦΠΑ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ..., οι δε ως άνω φορολογικές εγγραφές οριστικοποιήθηκαν στις 24-1-2014.
Αντιθέτως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης διαλαμβάνεται ότι οι εν λόγω φορολογικές εγγραφές οριστικοποιήθηκαν στις 24-1-2012. Όμως, ούτε στο αιτιολογικό ούτε στο διατακτικό αναφέρεται ο χρόνος επίδοσης εκάστης των πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ, και ειδικότερα αυτής που αφορά το προαναφερθέν υπό στοιχ. 1 ποσό των 52.773,93 ευρώ, η οποία και ενδιαφέρει εν προκειμένω σύμφωνα με τα παρακάτω αναφερόμενα ως προς την υπό στοιχ. 2 εγγραφή, ποσού 437 ευρώ, ώστε, αφού υπολογισθεί η προθεσμία των εξήντα (60) ημερών, από την επίδοση να προκύψει με ασφάλεια η ημερομηνία οριστικοποίησης της, ήτοι 24-1-2014 ή 24-1-2012, ή άλλη, τούτο δε έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον από την εκάστοτε ημερομηνία οριστικοποίησης, αρχίζει ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Ε' προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και κατά παραδοχή τους και αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ακολούθως η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
Περαιτέρω, αναφορικά με την δεύτερη επί μέρους πράξη του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, κατά τα άνω , η αναιρεσείουσα, η οποία αφορά τη μη απόδοση στο Δημόσιο του αναλογούντος κατά τη διαχειριστική περίοδο 1/1/2011 έως 31/3/2011 φόρου προστιθέμενης αξίας, ανερχόμενου σε τρίμηνη βάση, στα 437 ευρώ, καταλαμβάνεται από τον επιεικέστερο νόμο 4337/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από 17- 10-2015 , με το οποίο τροποποιήθηκε το όριο στου αξιοποίνου για τη μη απόδοση ΦΠΑ και καθίστανται πλέον ανέγκλητες οι εν λόγω πράξεις που αφορούν σε μη απόδοση ΦΠΑ , μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος. Επομένως, η ως άνω δεύτερη πράξη , για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση για το προς απόδοση ποσό ΦΠΑ των 437 ευρώ, κατέστη ανέγκλητη. Κατόπιν τούτων κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 και 98 Π Κ και 66 του Ν 4174/2013, καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για το αδίκημα της φοροδιαφυγής για το πιο πάνω ποσό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης και μετά ταύτα πρέπει κατ' άρθρο 518 ΚΠΔ να κηρυχθεί η αναιρεσείουσα αθώα της εν λόγω πράξεως κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 725/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη Α. Λ. του Κ., κάτοικο ..., για την επιμέρους πράξη της αποδιδόμενης σ' αυτήν φοροδιαφυγής κατ' εξακολοΰθηση, που αφορά τη, με την ιδιότητα της ασκούσας ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών "υπηρεσίες διαμεταφοράς" και έδρα στη θέση "..." ..., μη απόδοση στο Δημόσιο του αναλογούντος κατά τη διαχειριστική περίοδο 1/1/2011 έως 31/3/2011 φόρου προστιθέμενης αξίας, ανερχομένου σε τρίμηνη βάση, στα 437 ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ