2008/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2008/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 1623/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 2008 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2008/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1623/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 292/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνη η εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτήν περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ. Α.Π. 40/1996, Α.Π. 1206/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 292/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε έφεση κατά της 1623/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης ειρηνοδικειακής απόφασης αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση.
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 1623/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).
Προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ.
Α.Π. 13/2003). Εξ άλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 4024/2011, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η κοινή υπουργική απόφαση οικ.2/17132/0022/2012 (ΦΕΚ Β’ 498), κατά την παρ. 1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε’ βαθμού, στους δικηγόρους σε εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ’ βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β’ βαθμού.
Η εφαρμογή της εν λόγω κοινής υπουργικής απόφασης επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Επί πλέον είχε προβλεφθεί η καταβολή σε όλους αυτούς χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Όμως η παροχή του χρονοεπιδόματος καταργήθηκε από την 1-1-2013 με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ.9 ν. 4093/2012. Περαιτέρω κατά το άρθρο 22 παρ. 3 ν. 4024/2011, που κατά τα προεκτεθέντα ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται "οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα".
Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17127/0022/2012 (ΦΕΚ Β’ 498), η οποία κατά την παρ. 1 αυτής αφορούσε σε "όλους, όσοι, μετά από πρόσληψη, απόσπαση ή μετάταξη, κατέχουν, με δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου σχέση, οργανική θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθώς και όσους απασχολούνται ως δικηγόροι με σχέση έμμισθης εντολής", στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και στους υπόλοιπους φορείς του δημόσιου τομέα που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 2 της ίδιας κοινής υπουργικής απόφασης "Στο προσωπικό της παρ. 1 καταβάλλεται ως βασικός μισθός, ο μισθός του Α’ βαθμού". Και περαιτέρω κατά την παρ. 3 αυτής το προσωπικό της παρ. 1, πλην των δικηγόρων, εξελίσσεται αυτοδίκαια σε 18 ΜΚ και με κάθε αλλαγή κλιμακίου λαμβάνει προσαύξηση 2% επί του βασικού μισθού, ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ 2/71801/0022/2012 (ΦΕΚ Β’ 2827), ειδικά για τους δικηγόρους, οι οποίοι δεν εξελίσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, προβλέπεται η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού, που χορηγείται αυτοδικαίως ανά διετία από την ημερομηνία εγγραφής τους στα μητρώα του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
Με βάση τα προεκτεθέντα διαπιστώνεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση στη μισθολογική μεταχείριση αφενός των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση πάγιας έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στους οποίους, εφόσον είναι διαβαθμισμένοι στον Άρειο Πάγο, καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Β’ βαθμού και αφετέρου των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με όμοια σχέση στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και στους λοιπούς ανάλογους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Α’ βαθμού.
Και η διαφοροποίηση αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι το χρονοεπίδομα, που αρχικά είχε προβλεφθεί και για τις δύο κατηγορίες δικηγόρων, καταργήθηκε στη συνέχεια μόνο για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ διατηρήθηκε για τους δικηγόρους των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών κ.λπ.
Περαιτέρω όμως διαπιστώνεται ότι η ως άνω διαφοροποίηση υπήρξε απολύτως συνειδητή, διότι έγινε με δύο κοινές υπουργικές αποφάσεις, αυτοτελείς μεν αλλά εκδοθείσες την ίδια ημέρα από τους ίδιους υπουργούς (στην περίπτωση των δικηγόρων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνέπραξε επί πλέον και ο υπουργός Δικαιοσύνης) και δημοσιευθείσες στο ίδιο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.
Και ακόμη διαπιστώνεται ότι για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προβλέπεται μισθολογική εξέλιξη ανάλογη προς τη διαβάθμισή τους από δικηγόρο στο πρωτοδικείο σε δικηγόρο στο εφετείο και κατόπιν στον Άρειο Πάγο, ενώ για τους δικηγόρους των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών κ.λπ.
δεν προβλέπεται κάποια εξέλιξη, σε αντίθεση προς το λοιπό επιστημονικό προσωπικό των αρχών αυτών, του οποίου οι αποδοχές καθορίζονται με την ίδια κοινή υπουργική απόφαση και στο ίδιο ύψος και για το οποίο προβλέπεται εξέλιξη σε 18 μισθολογικά κλιμάκια με αντίστοιχη προσαύξηση των αποδοχών του κατά 2%.
Ως εκ τούτου η παρατηρούμενη διαφοροποίηση δεν έγινε αυθαίρετα αλλά επιβλήθηκε από τη διαφορετικότητα των δύο κατηγοριών δικηγόρων. Είναι εμφανές δηλαδή ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, έλαβε υπόψη τη νομική φύση και την αποστολή των εν λόγω αρχών ή επιτροπών και θέλησε να τις ξεχωρίσει από τις αποδοχές των δικηγόρων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως έπραξε και για τις αποδοχές του λοιπού επιστημονικού προσωπικού των αρχών αυτών, τις οποίες ξεχώρισε από εκείνες που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης για το εν γένει επιστημονικό προσωπικό του δημόσιου τομέα.
Κατά τη διαμόρφωση της βούλησης αυτής οι αρμόδιοι υπουργοί, ενεργώντας κατά νομοθετική εξουσιοδότηση και ευρισκόμενοι μέσα στα όριά της (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 4024/ 2011), έλαβαν υπόψη την υποχρέωση που είχαν από το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) και τον οργανικό νόμο εκάστης ανεξάρτητης διοικητικής αρχής κ.λπ. να καθορίσουν τις αποδοχές με τρόπο που να συνάδει αφενός προς τη λειτουργική ανεξαρτησία της αρχής ή επιτροπής και αφετέρου προς το ιδιαίτερο νομοθετικό καθεστώς που διέπει από άποψη ουσιαστικών προσόντων, επιλογής και υπηρεσιακής κατάστασης το προσωπικό της.
Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να τεθεί βασίμως ζήτημα άνισης μεταχείρισης των δικηγόρων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ή των εν συνεχεία εξομοιωθέντων με αυτούς δικηγόρων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα) σε σύγκριση με τους δικηγόρους των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών κ.λπ., διότι πρόκειται για απασχολούμενους λειτουργούς διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού ως προς τους οποίους η επίμαχη διάκριση έγινε από λόγους δημόσιου συμφέροντος (πρβλ.
Ολ. Σ.τ.Ε. 3405/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 27-8-2013 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων, δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, εξέθεσε ότι έχει προσληφθεί νομίμως και παρέχει τις δικηγορικές του υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων σε συνδυασμό με το ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως για τους δικηγόρους του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αφενός μεν καταβάλλει σ’ αυτόν το βασικό μισθό του Β’ βαθμού και αφετέρου αρνείται από την 1-11-2011 να του καταβάλει το χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας, το οποίο του κατέβαλλε μέχρι τότε.
Ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας αφού γίνεται σε βάρος του δυσμενής μισθολογική διάκριση σε σχέση με τους δικηγόρους των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα, στους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις που επίσης αναφέρθηκαν προηγουμένως, καταβάλλεται ο βασικός μισθός του Α’ βαθμού και χρονοεπίδομα 2% επ’ αυτού για κάθε δύο έτη δικηγορίας.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.310,54 ευρώ για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-11-2011 μέχρι 31-8-2013, κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας, επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και πιο επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι μη νόμιμη και ειδικότερα δεν βρίσκει έρεισμα στις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις, διότι σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως οι δικηγόροι των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών και των λοιπών ανάλογων φορέων του δημόσιου τομέα συνιστούν κατηγορία απασχολούμενων λειτουργών διαφορετική από αυτή των δικηγόρων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και μάλιστα ανεξάρτητα από αυτό καθ’ εαυτό το αντικείμενο της απασχόλησης ενός εκάστου και τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή διεξάγεται.
Επί πλέον η αγωγή δεν είναι νόμιμη ούτε κατά την πρώτη επικουρική βάση της από την αδικοπραξία διότι τα όργανα του εναγομένου, μη καταβάλλοντας στον ενάγοντα τα ζητούμενα υπέρτερα των καταβαλλομένων ποσά, δεν ενήργησαν παρά το νόμο, ούτε κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διότι ο εναγόμενος, μη καταβάλλοντας τα ποσά αυτά στον ενάγοντα, δεν κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως όλοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, όπως αυτοί εκτιμώνται από το παρόν δικαστήριο, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως μη νόμιμη.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-2-2016 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 1623/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί τη 292/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 1623/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ