2008/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνον αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη, για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.
Legislator headnote
AI generated2008/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2008 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2008/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαθανασίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Φ. του Ν., 2. Μ. Χ. του Π., χήρας Ν. Φ., κατοίκων ... αμφότεροι κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Μ.-Ζ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Παναγιώτη Καρυτινό και Παναγιώτη Μάζη και κατέθεσε προτάσεις και 4. Π. Κ. του Ν., κατοίκου…, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Μάζη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3347/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον άλλο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνον αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Πότε υπάρχει μεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόμο και εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη, για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη, με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της συμβάσεως και είναι δυνατό, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, διότι με αυτή ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ' αυτόν δυνατότητας συνάψεως της συμβάσεως που τον ενδιαφέρει.
Έτσι, ως ενέργειες του μεσίτη, κατά την ανωτέρω έννοια, που να αποτελούν υπόδειξη ευκαιρίας, μπορεί να θεωρηθούν και οι πληροφορίες που προέρχονται από το μεσίτη, αρκεί αυτές να υπήρξαν η κυρία αιτία της σύναψης της σύμβασης. Η εντολή προς το μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στις δύο.
Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας. Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της συμβάσεως με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, κύριες προϋποθέσεις για να απαιτήσει ο μεσίτης την υποσχεσθείσα αμοιβή του, είναι: α) υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας συμβάσεως και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της συμβάσεως όχι όμως και συμφωνία των οικονομικών όρων αυτής, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσεως των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της συμβάσεως με τους όρους που καθορίστηκαν, όπως με την επιτυχία ορισμένου τιμήματος.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' εκτίμηση, των μετ' επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων, αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη Μ. Χ. χα Ν. Φ.
και η δεύτερη εναγομένη Β. Φ. του Ν. ( α' και β' των αναιρεσίβλητων), είχαν στην συγκυριότητά τους σε ποσοστό 1/4 εξ η πρώτη και 3/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, ένα διαμέρισμα εμβαδού 142 τμ. που βρίσκεται στο δεύτερο όροφο της επί της συμβολής των οδών ... και ... στην περιοχή της ... κείμενης πολυκατοικίας, το οποίο ενδιαφέρονταν να πωλήσουν.
Προς τούτο δημοσίευσαν σχετική αγγελία στην εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ", διότι δεν επιθυμούσαν την ανάθεση της πώλησης σε μεσίτη και την πληρωμή σχετικής αμοιβής. Εξ αιτίας της ως άνω αγγελίας, όπως συνηθίζεται στις μεσιτικές συναλλαγές, διάφοροι μεσίτες προσέγγισαν τις πωλήτριες τηλεφωνικώς, προκειμένου να επιδείξουν το διαμέρισμα σε υποψηφίους αγοραστές και να μεσολαβήσουν για την πώληση του, μεταξύ των οποίων ήταν ο ενάγων και η Χ.-Ε.
Π.. Ο ενάγων τυγχάνει νόμιμα διορισμένος μεσίτης αστικών συμβάσεων, δραστηριοποιείται στην Αττική κυρίως στα νότια προάστια και διατηρεί για το σκοπό αυτό γραφείο επί της οδού ... στη .... Επικοινώνησε τηλεφωνικά στις 17-62009 στο αναγραφόμενο στην αγγελία τηλέφωνο με αριθμό ..., με την πρώτη εναγομένη η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό της δεύτερης, για να της γνωστοποιήσει ότι θα υποδείξει το διαμέρισμα σε ενδιαφερομένους αγοραστές και αυτή συμφώνησε, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα καταβληθεί από την πλευρά της μεσιτική αμοιβή.
Ο ενάγων καταχώρησε την ως άνω προφορική εντολή στο τηρούμενο από αυτόν βιβλίο και προέβη στη δημοσίευση αγγελιών για το παραπάνω διαμέρισμα στην εφημερίδα "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ". Με τον ίδιο τρόπο και με τους ίδιους όρους, δημοσίευσε αγγελίες για το ίδιο διαμέρισμα και η μεσίτρια Χ.-Ε. Π., που διατηρεί μεσιτικό γραφείο με την επωνυμία "ΙΜΜΟΒΙLIUΜ" επί της οδού ...
αρ…. στη .... Την ίδια χρονική περίοδο ο τέταρτος εναγόμενος Π. Κ. δικηγόρος Αθηνών (δ' αναιρεσίβλητος), ενδιαφερόταν να αγοράσει στην περιοχή αυτή στην οποία διαμένει, διαμέρισμα για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης κόρης του (γ' αναιρεσίβλητης). Για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στους ανωτέρω μεσίτες προς υπόδειξη πωλούμενων διαμερισμάτων.
Στις 25-6-2009, μετά από προηγηθείσα στις 24-6-2009 τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα συναντήθηκαν οι ως άνω εναγόμενοι (γ' και δ') καθώς και η σύζυγος του τετάρτου με τον συνεργάτη του ενάγοντος Ι. Γ., προκειμένου να τους επιδείξει διαμέρισμα στην οδό ... αρ…., το οποίο και τους επέδειξε και συγχρόνως τους ενημέρωσε ότι πωλείται το επίδικο διαμέρισμα στην όμορη πολυκατοικία επί της ίδιας οδού ..., την οποία τους επέδειξε, για το οποίο ενδιαφέρθηκαν, πλην όμως δεν τους επιδείχθηκε το διαμέρισμα εσωτερικά, αλλά πληροφορήθηκαν το επώνυμο των πωλητριών.
Συγχρόνως ο τέταρτος εναγόμενος υπέγραψε έγγραφη εντολή προς τον ενάγοντα, στην οποία αναγράφονται τα δύο διαμερίσματα, προκειμένου με την μεσολάβησή του να διαπραγματευθεί με τους ιδιοκτήτες προς αγορά κάποιου από αυτά και ο ενάγων καταχώρησε στο βιβλίο του την εντολή για το διαμέρισμα της οδού ... το οποίο τους είχε επιδείξει.
Στην ίδια εντολή συμφωνήθηκε η αμοιβή του να ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος πώλησης, πλέον ΦΠΑ. Στις 27-6-2009 η τρίτη εναγόμενη υπέγραψε προς την μεσίτρια Χ.-Ε. Π. σχετική εντολή για την υπόδειξη των αναφερομένων σ' αυτήν διαμερισμάτων, μεταξύ των οποίων και το επίδικο επί της οδού ..., το οποίο επειδή βρίσκεται πλησίον και της οδού ..., στην σχετική εντολή αναγράφεται ως διεύθυνση ...
και ..., εμβαδού 155 τμ, επρόκειτο όμως για το ίδιο διαμέρισμα του 2ου ορόφου συνιδιοκτησίας των παραπάνω πωλητριών, με τίμημα 1.000.000 ευρώ. Η ως άνω μεσίτρια μπορούσε και τους επέδειξε την ίδια ημέρα το διαμέρισμα και αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι πωλητές και αγοραστές, ήταν παλαιόθεν γνωστοί. Εν συνεχεία, η ίδια μεσίτρια διαπραγματεύτηκε την τιμή πώλησης, η οποία τελικά ορίστηκε στο ποσό των 800.000 ευρώ.
Δυνάμει δε του με αριθμό ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιά Σοφίας Λυμπεροπούλου, συντελέστηκε η αγοραπωλησία του ως άνω ακινήτου με αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα 700.000 ευρώ. Ο τέταρτος των εναγομένων κατέβαλε στην μεσίτρια Χ.-Ε. Π. ως αμοιβή της για την υπόδειξη και μεσολάβησή της στην κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης, το ποσό των 16.660 ευρώ (14.000 αμοιβή 2% επί των 700.000 ευρώ πλέον 19% ΦΠΑ 2.660 ευρώ).".
Με βάση τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε στο σύνολό της, την αγωγή του αναιρεσείοντος ενάγοντος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα: α) όσον αφορά τις αξιώσεις του σε βάρος της πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων (πωλητριών) διότι αυτές δεν είχαν υποσχεθεί αμοιβή σ' αυτόν, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως, απορρίπτοντας στη συνέχεια την κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος.
και β) όσον αφορά τις απαιτήσεις του σε βάρος των τρίτης και τέταρτο των αναιρεσίβλητων (αγοραστών) διότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας του ενάγοντος, η οποία εξαντλήθηκε στην απλή επίδειξη εξωτερικά της πολυκατοικίας στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα και στην πληροφορία του ονόματος των ιδιοκτητών, της οποίας όμως δεν έγινε χρήση από τους αγοραστές, προς ιδίαν συναλλαγή με τους πωλητές και της καταρτίσεως της συμβάσεως αγοραπωλησίας, για την οποία του δόθηκε μεσιτική εντολή από τον τέταρτο εναγόμενο.
Αιτία για την αγοραπωλησία αυτή ήταν η υπόδειξη ευκαιρίας και η μεσολάβηση της μεσίτριας Χ.Π., η οποία προέβη στην επίδειξη του διαμερίσματος και στις διαπραγματεύσεις, για την μείωση του τιμήματος και η οποία έλαβε από τους αγοραστές και συμφωνηθείσα αμοιβή, αφού, όταν υπάρχουν παράλληλες συμβάσεις μεσιτείας, αμοιβή δικαιούται μόνον ο μεσίτης, του οποίου η μεσιτική δραστηριότητα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη σύναψη της σύμβασης.
Στη συνέχεια, αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, των τρίτης και τέταρτου (αντιστοίχως εναγομένων), εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχτεί τα αντίθετα και απέρριψε, όπως προαναφέρθηκε και για τους εναγομένους αυτούς την αγωγή. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 703 ΑΚ και δεν τις παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου διότι, με σαφείς πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, δέχτηκε ότι ο ενάγων-αναιρεσείων ότι δεν δικαιούται αμοιβή:
α) εκ μέρους των πρώτης και δεύτερης των αναιρεσίβλητων (πωλητριών του διαμερίσματος), διότι με αυτές δεν είχε συμφωνηθεί η καταβολή αυτής και β) εκ μέρους των τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων (αγοραστών του διαμερίσματος), διότι, από τις ανέλεγκτες πιο πάνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ενάγων, δεν δικαιούται την αιτούμενη μεσιτική αμοιβή, αφού 1) συμφωνήθηκε να του καταβληθεί η αμοιβή, μόνο αν, με τη μεσολάβησή του, και όχι με την απλή υπόδειξή του, καταρτιζόταν η σκοπούμενη σύμβαση και 2) ο τελευταίος σε καμιά πράξη διαμεσολάβησης (όπως να φέρει σε επαφή τους ενδιαφερόμενους και να διαπραγματευθεί το τίμημα) προέβη, αντίθετα στις ενέργειες αυτές προέβη τρίτος μεσίτης στον οποίο και καταβλήθηκε η αμοιβή.
Επομένως, οι 1ος και 2ος, κατά το πρώτο σκέλος του, 3ος κατά το τρίτο σκέλος του, λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο 2ος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Τούτο διότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της. Επομένως, δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ του αιτιολογικού και διατακτικού, εκτός εάν η αντίφαση, όπως με τον πιο πάνω λόγο αιτιάται ο αναιρεσείων, έχει τη μορφή των ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε, όμως, ο λόγος αυτός στηρίζεται στο αρ. 19 του ίδιου πιο πάνω άρθρου.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
2. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του.
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Με τον 3ο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, και 5ο λόγους της κρινόμενης αίτησης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για πλημμέλειες από τον αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στις οποίες φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο, αφού αντίθετα προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δέχτηκε αφενός ότι η σκοπούμενη αγοραπωλησία καταρτίσθηκε με τη διαμεσολάβηση άλλου μεσίτη και όχι του ίδιου, αφετέρου δε ότι δεν είχε συμφωνηθεί με τις πωλήτριες να του καταβληθεί αμοιβή στην περίπτωση πωλήσεως του διαμερίσματος.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού οι αποδιδόμενες αιτιάσεις (διδ. κοιν. πείρας) αφορούν τη βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν αντικείμενο αποδείξεως και την υπαγωγή αυτών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και όχι στην ερμηνεία και εφαρμογή αόριστης νομικής έννοιας, την οποία, άλλωστε, δεν προσδιορίζει ο αναιρεσείων. 3.
Με τον 4ο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ότι αν και η έγγραφη εντολή προς τη μεσίτρια Χ. Π. αφορούσε την πώληση άλλου ακινήτου, εν τούτοις το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι η εντολή αυτή αφορούσε το ακίνητο για το οποίο είχε λάβει αυτός την εντολή.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως αλυσιτελής. Ειδικότερα, στην απορριπτική για την αγωγή κρίση του το δικαστήριο κατέληξε, όπως προαναφέρθηκε, δεχθέν ότι ο ενάγων δεν προέβη σε πράξεις διαμεσολάβησης, για την πώληση, όπως είχε συμφωνηθεί και όχι διότι εντολή είχε δοθεί σε άλλο πρόσωπο. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση.
Τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2014 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 3337/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2014. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2014
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ