Legislator Case Law & Legislation
2008/2009 AI generated

2008/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2008/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1992 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Ξ, και με την από 2-4-1992 κύρια παρέμβαση των Ψ6 και Ψ7, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13.503/1993 μη οριστική, 8928/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1292/2006 μη οριστική, 3048/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

2008/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση, από 20-3-2008, αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της 3048/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης λόγω της ερημοδικίας της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2008 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2008/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, καθολικής διαδόχου του θανόντος και αρχικού εναγόμενου Θ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Κουτράκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5, 6. Ψ6 και 7. Ψ7, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τζαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-1992 αγωγή των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Ξ, και με την από 2-4-1992 κύρια παρέμβαση των Ψ6 και Ψ7, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13.503/1993 μη οριστική, 8928/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1292/2006 μη οριστική, 3048/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-5-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περαιώνουν όλη τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 3 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3 του ν. 2915/2001 και ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Και αυτό γιατί οι λόγοι της έφεσης, μολονότι στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και της βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και, συνακόλουθα, απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί της παραδοχής τους.

Με τα δεδομένα αυτά, εάν η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνεται η τελευταία από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν λόγους αναίρεσης, παραδεκτά προβαλλομένους (ΟλΑΠ 16/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση, από 20-3-2008, αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της 3048/2007 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης λόγω της ερημοδικίας της.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη με αριθμό έκθ. κατάθ. 4169/2-11-2006 κλήση των αντιδίκων της προς περαιτέρω συζήτηση της έφεσής της κατά της 8928/2005 απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης, μετά την έκδοση της 1292/2006 με οριστικής απόφασής του, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εν λόγω έφεσης λόγω μη κλήτευσης των απολειπόμενων κυρίως παρεμβαινόντων Ψ6 και Ψ7, γιατί "δεν είναι ένδικο μέσο η από τα άρθρα 254 και 524 Κ.Πολ.Δ προαπαιτούμενη κλήση προς επανάληψη της συζήτησης που την διέταξε με "μη οριστική απόφαση δικστηρίου" βάσει των διατάξεων αυτών και την οποία (κλήση) συντάσσει, καταθέτει και δρομολογεί δικονομικά ο κατά το άρθρο 108 Κ.Πολ.Δ επιμελέστερος των διαδίκων σε εκτέλεση μη οριστικής απόφασης", αλλά, αντίθετα, απέρριψε την εν λόγω έφεσή της ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας της.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, καθώς και ο πατέρας του πέμπτου απ' αυτούς Ξ, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, ο οποίος υπεισήλθε στη δικονομική του θέση, άσκησαν εναντίον του Θ, ο οποίος, επίσης, πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους αυτού συγγενείς ..., σύζυγό του και Χ, κόρη του, οι οποίες υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση, την από 26-2-1992 (με αριθμό εκθ.

κατάθ. 7990/ΤΠ 1236/10-3-1992) διεκδικητική ακινήτου αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι έκτος και έβδομη, επίσης, από τους αναιρεσιβλήτους άσκησαν την από 2-4-1992 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 11.563/ΤΠ 1763/7-4-1992) κύρια παρέμβασή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα και να υποχρεωθεί ο καθ' ου να τους το αποδώσει.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 13.503/1993 προδικαστική του μεν απόφαση, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την κύρια παρέμβαση, γιατί με αυτή επέρχεται διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης, η οποία δεν είναι επιτρεπτή, διέταξε αποδείξεις σε βάρος των κυρίως διαδίκων, καθώς και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ακολούθως δε, με την 8928/2005 οριστική του απόφαση δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η Χ άσκησε κατά της παραπάνω απόφασης την από 20-6-2005 (με αριθ. Έκθ. κατάθ. 2618/21-6-2005) έφεσή της, ενώ η ..., με τη με αριθμό 2736/27-6-2005 έκθεση παραίτησης από ένδικα μέσα, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., παραιτήθηκε ρητά από την άσκηση ένδικων μέσων κατά της προμνημονευόμενης οριστικής απόφασης.

Στην έφεση αυτή εκδόθηκε η 1292/2006 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της, λόγω της μη κλήτευσης των κυρίως παρεμβαινόντων, οι οποίοι, όμως, μετά την έκδοση της 13503/1993 απορριπτικής σε βάρος τους πρωτόδικης απόφασης άσκησαν σε σχέση με το ιδανικό τους μερίδιο στο επίδικο ακίνητο (1/10 εξ αδιαίρετου ο καθένας απ' αυτούς αντίστοιχα), εναντίον του ίδιου εναγομένου Θ) τη με αριθμό έκθ.

κατάθ. 9844/22-3-1994 διεκδικητική αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν ρητά από την κύρια παρέμβασή τους, η οποία εκκρεμεί, αφού εκδόθηκε η 17.497/1995 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, που ανέβαλε την οριστική της κρίση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην παρούσα δίκη.

Οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, με την από 31-10-2006 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 4169/2-11-2006) κλήση τους, την οποία έστρεψαν κατά της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και των κυρίως παρεμβαινόντων, ζήτησαν τον ορισμό νέας δικασίμου για τη συζήτηση της έφεσης, η οποία ορίστηκε για τις 4-5-2007. Κατά τη δικάσιμο αυτή δεν εμφανίστηκε η εκκαλούσα, η οποία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αντιδίκων της και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 3048/2007 απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη.

Εν των μεταξύ όμως η ίδια είχε ασκήσει κατά της παραπάνω 1296/2006 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 13-7-2006 αίτηση αναίρεσης, - οι λόγοι της οποίας μάλιστα διηγηματικά αναφέρονται και στο δικόγραφο της ήδη κρινόμενης αίτησης αναίρεσης-, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με τη 1593/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως στρεφόμενη κατά απόφασης μη οριστικής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1 εδάφ.

β' του Κ.Πολ.Δ. Νόμιμα, επομένως και παραδεκτά, σύμφωνα και με τα όσα ήδη εκτέθηκαν, επισπεύθηκε η συζήτηση της εκκρεμούς έφεσης της αναιρεσείουσας από τους αντιδίκους της με την προμνημονευόμενη κλήση τους και, συνακόλουθα, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 309 εδάφ. ά και β' του Κ.Πολ.Δ, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Όσες δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.

Κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, οριστική είναι η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει ολικά ή μερικά την αίτηση παροχής έννομης προστασίας. Για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως οριστικής ή μη πρέπει να γίνεται αναδρομή στο διατακτικό της, δεν αποκλείεται όμως και στο αιτιολογικό της αν δεν αποδίδεται στο διατακτικό, αρκεί οι σχετικές περί αυτής διατάξεις να περιλαμβάνονται στο αιτιολογικό κατά τρόπο ρητό και σαφή.

Μη οριστική είναι η απόφαση που επιφυλάσσεται να αποφανθεί για την ουσία ανεξάρτητα από την παραδοχή της συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων του νόμω βασίμου της αγωγής Δεν αποκλείεται πάντως η απόφαση να είναι εν μέρει οριστική, όπως λ.χ. όταν δέχεται ή απορρίπτει μία ή περισσότερες από τις σωρευόμενες βάσεις της αγωγής ή δέχεται ή απορρίπτει ένα από τα περισσότερα αιτήματα της ίδιας ή παράλληλα διατάζει αποδείξεις.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν προσβληθεί με έφεση η οριστική απόφαση θεωρείται ότι έχουν προσβληθεί μαζί και οι μη οριστικές που είχαν προηγουμένως εκδοθεί και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους. Οι εν λόγω αποφάσεις θεωρούνται ότι έχουν συνεκκληθεί κατά τις μη οριστικές διατάξεις τους, εφόσον σ' αυτές στηρίχθηκε η οριστική απόφαση, ενώ ως προς τις οριστικές διατάξεις τους τότε μόνο συνεκκαλούνται αν η έφεση ρητά απευθύνεται και κατ' αυτών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 15 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ότι "...Στην παρούσα κρινόμενη υπόθεση, η εκκαλούσα ..., η οποία συνέχισε εκουσίως τη δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως κληρονόμος του αρχικού εναγομένου που απεβίωσε, άσκησε την κρινόμενη με αριθμό καταθέσεως 2618/21-6-2005 έφεση κατά της 8928/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μαζί με την οποία θεωρείται ότι συνεκκαλείται και η 13503/1993 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία...", παρά το νόμο ανακάλεσε τη 13503/1993 εν μέρει οριστική απόφασή του ως προς την οριστική διάταξή της περί απόρριψης της κύριας παρέμβασης των έκτων και έβδομης από τους αναιρεσιβλήτους (δεύτερο και τρίτη, αντίστοιχα, από τους καθ' ων η κλήση) και παρά το νόμο ανακάλεσε επίσης την εν λόγω απόφαση και ως προς τη μη οριστική διάταξή της που διέταξε αποδείξεις, έτσι ώστε η με αριθμό 1/1994 εισηγητική έκθεση που περιλαμβάνει την υπερδεκαετή διεξαγωγή των αποδείξεων να καταστεί μετέωρη μετά την ανάκληση της απόφασης που τη διέταξε.

Με την παραπάνω όμως παραδοχή του το Εφετείο δεν ανακάλεσε τη 13503/1993 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την οριστική διάταξη της περί απόρριψης της κύριας παρέμβασης των έκτου και έβδομης από τους αναιρεσιβλήτους, αλλά, παράλληλα με την προσβαλλόμενη με την έφεση 8928/2005 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, θεώρησε, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 513 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, συνεκκαλούμενη και την προμνημονευόμενη 13503/1993 απόφασή του μόνον ως προς τη μη οριστική διάταξή της με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις σε βάρος των διαδίκων.

Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως ανυποστήρικτη και, επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη ειπωθεί, ενσωματώθηκε σ' αυτή η πρωτόδικη 8928/2005 οριστική απόφαση, καθώς και η εν μέρει οριστική 13503/1993 πρωτόδικη επίσης, απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά, ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από την νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 861/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην πρωτόδικη απόφαση ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία ενσωματώνεται, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή και, ειδικότερα, να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο είναι αστικό και όχι αγροτικό, κείμενο στη θέση "..." αν και "αποδεδειγμένα αυτό ανήκει στην αγροτική περιοχή ..., τα χωράφια και οι αγροί της οποίας συνορεύουν με το χωριό, έτσι ώστε να επέρχεται σύγχυση ως προς το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο ταυτίζεται με το επίδικο πράγμα", στέρησε την απόφασή του από την νόμιμη βάση της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η φερόμενη ως εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 1094, 1041 και 1045 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ως προς το είδος του ακινήτου (αστικού) και ως προς την τοποθεσία όπου αυτό βρίσκεται ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, το από το οποίο πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και, ειδικότερα, ως προς το είδος αυτού (αστικού ή αγροτικού), ως προς την τοποθεσία όπου βρίσκεται και ως προς την εφαρμογή του τουρκικού τίτλου, έτσι ώστε δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την ταυτότητά του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν, ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής προτάθηκε παραδεκτά από τον αρχικό εναγόμενο, -στη δικονομική θέση του οποίου λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθε, όπως ήδη είχε εκτεθεί, η αναιρεσείουσα κόρη του, - με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης της αγωγής ή με εκείνες της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

Ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περίπτ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμος τις ενστάσεις του αρχικού εναγομένου περί κτήσης ίδιας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία και επί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων του, λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικό μέσα των αναιρεσιβλήτων, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο ποιο είναι τα ανεπίτρεπτα κατά νόμο συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ο λόγος για τον οποίο αυτά δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 - 340 και 346 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 498/1978).

Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο πέμπτος, επομένως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πρωτόδικη απόφαση ως πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης στην οποία ενσωματώνεται, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα, ειδικότερα, κατονομαζόμενα σ' αυτόν αποδεικτικά μέσα, δηλαδή την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης ...

και το επικυρωμένο αντίγραφο από το Α' βιβλίο Πρόχειρου Φορολογικού (Μουσφετέ) του έτους 1907, το οποίο προσκομίστηκε σε επίσημη μετάφραση από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα και στο οποίο αναγράφονται οι συνοικίες του ... (..., ..., ... και ...), χωρίς να αναφέρεται στο ίδιο η τοποθεσία "...", όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, αφού αυτή είναι αγροτική περιοχή, καθώς και η τοποθεσία, "..." όπου, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο, αφού η τελευταία δεν είναι τοποθεσία ή τοπωνύμιο, αλλά σοκάκι (οδός - δρόμος) με τον οποίο συνορεύει άλλο μικρό, αστικό ακίνητο των ίδιων - αναιρεσιβλήτων -, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε στο Δικαστήριο της ουσίας τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, ούτε, επίσης, προσδιορίζεται όσον αφορά ιδίως την κατάθεσης της μάρτυρα ανταπόδειξης στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της 3048/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ