Legislator Case Law & Legislation
2007/2022 AI generated

2007/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2007/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2007/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2007 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2007/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Άγγελου Στεργιόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης βιοτεχνικής εταιρίας ξύλου με την επωνυμία "...", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Τελώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 217/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 198/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πάτρας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).

Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1184/2015).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1314/2022, 367/2019).

Στη προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο μοναδικούς εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: Α) παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13-12-1928 ΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 2655/1953, δεχόμενη ότι ο ίδιος απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης-αναιρεσιβλήτου, ως εργάτης και όχι ως υπάλληλος, σε αντίθεση με την ορθή κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο εκτιμώντας ορθά το αποδεικτικό υλικό, που αυτός προσεκόμισε ενώπιόν του, έκρινε ότι είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, όπως προέκυπτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των πρώην συναδέλφων του....

Ούτως ορθώς η εκκαλουμένη έκρινε βάσιμο τον ισχυρισμό μου καθότι αυτός προέκυψε αβίαστα από την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι εν λόγω ισχυρισμοί της αντιδίκου όπως αναφέρονται στο εφετήριο της περί δήθεν αναπόδεικτων ισχυρισμών μου τους οποίους δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο σχετικά με το ότι έφερα την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη είναι παντελώς έωλοι και νόμω και ουσία αβάσιμοι.

Επίσης ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί συγγνωστής της πλάνης περί της ιδιότητάς μου ως υπαλλήλου στον υπολογισμό της καταβληθείσας αποζημίωσης μου είναι επίσης αβάσιμος και ορθά τον απέρριψε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη η αναιρεσίβλητη προέβη στην απόλυση μου με την αποζημίωση του εργάτη καταχρηστικά αφού γνώριζε ότι εγώ διεκδικώ την καταβολή των νομίμων αποδοχών μου τις οποίες η αναιρεσίβλητη αρνούνταν να καταβάλλει.

Ούτω ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις ενέργειες της γεγονός που διαπίστωσε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο σκεπτικό της. Β) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281, 669 ΑΚ, καθώς και το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 3198/1955, όσον αφορά το ζήτημα της ακυρότητας της από 27-12-2012 καταγγελίας της εργασιακής μου σύμβασης, καθόσον η διεκδίκηση από εμένα των νομίμων δικαιωμάτων μου......αποτέλεσε και το λόγο της απολύσεώς μου, κατά τη δήλωση της αναιρεσιβλήτου, η οποία διαρκώς με απειλούσε και εγώ υποχωρούσα υπό τον φόβο ενδεχόμενης απολύσεώς μου.....με αποτέλεσμα απάνθρωπα και εκδικητικά η αναιρεσίβλητη να προβεί σε οριστική λύση της συναφθείσας συμβάσεως εργασίας, η οποία μου κοινοποιήθηκε την 27-12-2012, δίχως να λάβω το εκ του νόμου προβλεπόμενο ποσό αποζημιώσεως.

Περαιτέρω δε η καταγγελία αυτή είναι άκυρη ως καταχρηστική, επειδή παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητος και τούτο διότι η αναιρεσίβλητη αντί της απολύσεως διέθετε ηπιότερα μέσα, όπως η απασχόλησή μου σε άλλη θέση, η μείωση των αποδοχών μου, με αποτέλεσμα να μου οφείλει μισθούς υπερημερίας ποσού 30.720 ευρώ.

Επίσης εσφαλμένα έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη ότι για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μου η αναιρεσίβλητη μου όφειλε ως νόμιμη αποζημίωσή το ποσό των 5.336,35 ευρώ, που μου κατέβαλε, αντί του ορθού των 19.200 ευρώ.

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία έκανε δεκτή τυπικά και στην ουσία της την έφεση της εναγομένης. Όμως στους λόγους αυτούς δεν καθορίζεται σε ποιό ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, έστω και συνοπτικά, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκτίθενται στο αναιρετήριο ποιές επί πλέον παραδοχές έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση σε σχέση με τα ουσιώδη ως άνω ζητήματα 1) της ιδιότητος του αναιρεσείοντος, ως εργάτη ή υπαλλήλου και 2) της ακυρότητος της καταγγελίας της ατομικής του συμβάσεως εργασίας, ούτε εκτίθενται οι αντιφάσεις του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με τα ανωτέρω ζητήματα.

Ο αναιρεσείων αρκείται α) σε γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως και β) στην ανάλυση των επικαλουμένων διατάξεων και στην αναφορά του συμπεράσματος του Εφετείου, επικαλούμενος ότι αυτό είναι εσφαλμένο σε σχέση με το ορθό, κατά την άποψή του, συμπέρασμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Έτσι διατυπούμενοι οι ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, υπό την επίφαση δε της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 191 του KΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 198/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ