Legislator Case Law & Legislation
2007/2017 AI generated

2007/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2007/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2007 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
2007/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2007 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2007 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2007/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος) με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών" που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θωμά Καζάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόκτιστο Πιπερόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 2046/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-12-2012 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 28-9-2015 κλήση του μετά τη ματαίωση αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο της 22-9-2015.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 1-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης που καθιερώνονται από το άρθρο 106 του ίδιου κώδικα, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν. Επομένως αν το εφετείο προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης ως βασίμου και στη συνέχεια δικάσει κατ’ ουσίαν την αγωγή και απορρίψει ή κάνει δεκτά αιτήματά της που δεν προσβλήθηκαν με την έφεση και συνακόλουθα δεν μεταβιβάσθηκαν στο εφετείο, τότε η απόφασή του προσβάλλεται με το λόγο αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ., δηλαδή για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 319/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 14-6-2010 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής: Ότι με συμβάσεις έργου που καταρτίσθηκαν εγγράφως μεταξύ αυτού και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, απασχολήθηκε από αυτό ως βιβλιοθηκονόμος και ειδικότερα: α) με την από 17-12-2007 σύμβαση απασχολήθηκε από 31-10-2007 έως 31-8-2008 με μηναία αμοιβή 1.092 ευρώ, β) με την από 1-7-2008 σύμβαση απασχολήθηκε από 1-9-2008 έως 30-11-2008 με μηνιαία αμοιβή 1.092 ευρώ, γ) με την από 23-10-2008 σύμβαση απασχολήθηκε από 1-12-2008 έως 30-11-2008 με μηνιαία αμοιβή 1.428 ευρώ, δ) με την από 25-2-2009 σύμβαση απασχολήθηκε από 1-1-2009 έως 31-5-2009 με μηνιαία αμοιβή 1.345 ευρώ και ε) με την από 30-10-2009 σύμβαση απασχολήθηκε από 31-8-2009 έως 31-3-2010 με μηνιαία αμοιβή 1.219 ευρώ. Ότι και κατά το διάστημα μεταξύ της τέταρτης και πέμπτης σύμβασης, ήτοι από 1-6-2009 έως 30-8-2009, εξακολούθησε να απασχολείται από το εναγόμενο στα ίδια καθήκοντα. Ότι στις 31-3-2010 το εναγόμενο του δήλωσε δια των αρμοδίων οργάνων του ότι δεν θα συνεχίσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις στην πραγματικότητα ήταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του σε τόπο και χρόνο που οριζόταν από το εναγόμενο και υπό τις δεσμευτικές οδηγίες των αρμοδίων οργάνων του τελευταίου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ο δε χαρακτηρισμός τους από το εναγόμενο ως συμβάσεων έργου έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920. Ζήτησε δε: α) Να αναγνωρισθεί ότι συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την αρχική του πρόσληψη στις 31-10-2007, άλλως και όλως επικουρικά από την ημερομηνία εκάστης ανανέωσης των συμβάσεών του. β) Να αναγνωρισθεί ότι η λύση των συμβάσεών του, που έλαβε χώρα στις 31-3-2010, συνιστά καταγγελία αυτών, η οποία είναι άκυρη και ως εκ τούτου θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη. γ) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με απαγγελία κατ’ αυτού χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του προς το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί. δ) Άλλως και όλως επικουρικώς για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχε την εργασία του στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απλής δηλαδή σχέσης εργασίας, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31-3-2010 καταγγελίας της σύμβασής του από το εναγόμενο. ε) Άλλως και όλως επικουρικώς να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 2.844,33 ευρώ ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. στ) Άλλως και όλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι το καθεστώς υπό το οποίο παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο είναι εκείνο της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. ζ) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 4.035 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς του διαστήματος από 31-5-2009 έως 30-8-2009, άλλως ως αδικαιολόγητο πλουτισμό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. η) Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 6.499,50 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επιδόματα αδείας των ετών 2007 έως και 2010 νομιμοτόκως από το τέλος κάθε έτους που αυτά κατέστησαν απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις και τα αιτήματά της. Μετά από έφεση του ενάγοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς τα αιτήματα που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία στ, ζ (κατά την επικουρική βάση του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) και η (εκτός από τα επί μέρους αιτήματα για καταβολή αναλογίας επιδόματος εορτών Πάσχα 2007, για καταβολή αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2010 και για τοκοδοσία από χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής), στη συνέχεια δε αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά τα αιτήματα αυτά, αναγνώρισε ότι ο ενάγων παρείχε την εργασία του στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κατά τα χρονικά διαστήματα από 31-10-2007 έως 31-8-2008, από 1-9-2008 έως 31-11-2008, από 1 έως 31-12-2008, από 1-1-2009 έως 31-5-2009 και από 31-8-2009 έως 31-3-2010 και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.498,54 ευρώ με νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής. Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, ενώ ο ενάγων με την έφεσή του δεν είχε παραπονεθεί ειδικώς για την απόρριψη των επικουρικών βάσεων της αγωγής του, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ερεύνησε τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε μερικώς ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της από 18-4-2011 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι με αυτήν ο τελευταίος παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής του και ζητούσε να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολό της, οι δε περιεχόμενες στο εφετήριο ειδικότερες αιτιάσεις του κατά της εκκαλούμενης απόφασης ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου δεν δέχθηκε ότι η σχέση που τον συνέδεε με το εναγόμενο ήταν σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφορούσαν όχι μόνο την κύρια αλλά και τις επικουρικές βάσεις της αγωγής.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξεως (Ολ. Α.Π. 15/2000). Τέτοιος ισχυρισμός που λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη, είναι και ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, ο οποίος πρέπει να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 97/2016). Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή. Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 14 περ. β και αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα: 1) ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε το αίτημα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου να υποχρεωθεί αυτό (το ήδη αναιρεσείον) να του καταβάλει τα ποσά: α) των 4.035 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς του διαστήματος από 31-5-2009 έως 30-8-2009 με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και β) των 6.499,50 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επιδόματα αδείας των ετών 2007 έως και 2010 ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι στο δικόγραφο αυτής δεν εξετίθεντο τα στοιχεία τα οποία με βάση τους εφαρμοστέους κανόνες (ήτοι τις διατάξεις του άρθρου μόνου της 2/7093/0022 κοινής υπουργικής απόφασης, των άρθρων 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 12 και 15 ν. 3205/2003 και 6 παρ. 1 και 3 ν. 3670/2008) θεμελίωναν το αγωγικό αυτό δικαίωμα (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης) και 2) ότι κατά παράβαση των ίδιων πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων δέχθηκε ότι κατά το τρίμηνο από 1-6-2009 έως και 31-8-2009, κατά το οποίο ο ενάγων απασχολήθηκε με απλή σχέση εργασίας, το εναγόμενο θα κατέβαλε σ’ αυτόν ή σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σχέση εργασίας το ποσό των 1.344,54 ευρώ το μήνα, το οποίο υπολόγισε με αναγωγή σε μηνιαία βάση της συμφωνηθείσης αμοιβής του κατά το πρώτο πεντάμηνο του έτους αυτού και όχι με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και κατά τα δύο σκέλη του προεχόντως ως απαράδεκτος διότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει πρωτοδίκως ή κατ’ έφεση τον ισχυρισμό επί του οποίου ερείδεται, ήτοι τον ισχυρισμό για αοριστία της αγωγής ως προς τον υπολογισμό των ανωτέρω ζητούμενων από τον ενάγοντα χρηματικών ποσών και γενικότερα οποιαδήποτε αιτίαση για τον υπολογισμό αυτό. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και από τις από 24-10-2010 και από 25-5-2012 έγγραφες προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του πρωτοδικείου και του εφετείου αντίστοιχα προκύπτει ότι αυτό δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό, τον είχε δε προβάλει μόνο με την από 29-11-2010 προσθήκη των εγγράφων προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς όμως να τον επαναφέρει ενώπιον του εφετείου.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, καθώς και το υποβληθέν από το αναιρεσείον αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, το οποίο προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, να καταδικασθεί δε το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, τα οποία έχουν εφαρμογή εν προκειμένω διότι το αναιρεσείον είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και απολαμβάνει των προνομίων και ατελειών του Ελληνικού Δημοσίου (28 παρ. 4 ν. 2579/1998).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2012 αίτηση για αναίρεση της 2046/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και το υποβληθέν από το αναιρεσείον αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ