Legislator Case Law & Legislation
2007/2014 AI generated

2007/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2007/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2007 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2007/2014

Legislator headnote

AI generated

2007/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2007 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2007/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2007 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2007/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. (Ε.) Π. (P.), του Δήμου (D.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χορόζογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομορρύθμου Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Κ. και Σια ΟΕ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5161/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17807/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2013 αίτησή της και τους από 21-5-2014 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 21-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 5-9-2014 έκθεσή του επί των προσθέτων λόγων αυτής, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψή τους.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Κατά το άρθρο 569§2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνον με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της αίτησης και επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568§3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υπόθεσης και την σύνταξη έκθεσης από τον οριζόμενο εισηγητή Αρεοπαγίτη, προκύπτει ότι ως ημέρα συζήτησης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος, κατά το άρθρο 568§2 αρχική δικάσιμος, και όχι η μεταγενεστέρως προσδιορισθείσα εξ αναβολής ή λόγω ματαίωσης (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 781/2014, 629/2013, 1131/2012, 114/2012). Επομένως, οι από 21-5-2014 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 17807/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς με αριθ. 74/2014 πράξη κατάθεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 29-7-2014, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού για την συζήτηση της από 21-10-2013 αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης αρχική δικάσιμο της 1-4-2014, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 16-9-2014, αλλά μετά απ' αυτήν (αρχική δικάσιμο), ασκήθηκαν εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Β. Ι. Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ. 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 937/2013, 623/2013, 1192/2012, 220/2012, 1629/2009). Έτσι, δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών, μεταξύ άλλων, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή/και αντιφατικών αιτιολογιών (ΑΠ 937/2013, 1777/2012, 1192/2012, 757/2011), όταν αποδίδεται δηλ. αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, από την διάταξη δε αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, ΑΠ 346/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (με στοιχ.

ΙΙΑ) κατά της 17807/2012 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της η ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της τώρα αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο αξιώσεις από την παροχή της εργασίας της σ' αυτήν, φερόμενο από τον αριθ.1 του άρθ.560 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας την αγωγή της ως προς την κύρια βάση της "λόγω μη σύνδεσης των διαδίκων με έγκυρη σύμβαση εργασίας, επειδή είναι αλλοδαπή, λόγω έλλειψης άδειας παραμονής και εργασίας", εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.86 ν.3386/2005 (που απαγορεύει την πρόσληψη και απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία κλπ.), διότι "τα εκτιθέμενα (στην αναιρεσιβαλλομένη) περιστατικά δεν κάλυπταν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας, της μη σύνδεσης" της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης με έγκυρη σύμβαση εργασίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης παρά την αναφορά του στον αριθ.1 του άρθ.560 ΚΠολΔ, στηρίζεται, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης δεν εμπίπτει στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων.

ΙΙ.(Α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 560 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, όμοια με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31|2009, 7|2006, 4/2005, ΑΠ 1639/2012). (Β) Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 48 της κυρωθείσας με το ν.945/1979 ΣυνΕΟΚ "1. Η Ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητος εξασφαλίζεται το αργότερο κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. 2.Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των Κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.3.Με την επιφύλαξη των περιορισμών που δικαιολογούνται για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους: α) να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας β) να διακινούνται ελεύθερα για το σκοπό αυτό εντός της επικρατείας των Κρατών μελών γ) να διαμένουν σε ένα από τα Κράτη μέλη με το σκοπό να ασκούν εκεί ορισμένη εργασία σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν την απασχόληση των εργαζομένων υπηκόων αυτού του Κράτους μέλους δ) να παραμένουν στην επικράτεια ενός Κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας, κατά τους όρους που θα αποτελέσουν αντικείμενο κανονισμών εφαρμογής που θα εκδώσει η Επιτροπή. 4.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται προκειμένου περί απασχολήσεως στη δημόσια διοίκηση", κατά δε το άρθ. 49 "Αμέσως μόλις αρχίσει να ισχύει ή παρούσα συνθήκη, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 189 Β και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, λαμβάνει, με οδηγίες η κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί προοδευτικά, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 48, ιδίως: α) με την εξασφάλιση στενής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών υπηρεσιών απασχολήσεως, β) με την βάσει σχεδίου προοδευτική κατάργηση των διοικητικών διαδικασιών και μεθόδων, όπως και των προθεσμιών που προβλέπονται για την πρόσληψη σε διαθέσιμη απασχόληση, οι οποίες απορρέουν είτε από τις εθνικές νομοθεσίες είτε από προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ των Κρατών μελών, και των οποίων η διατήρηση θα αποτελούσε εμπόδιο στην ελευθέρωση της διακινήσεως των εργαζομένων, γ) με την βάσει σχεδίου προοδευτική κατάργηση όλων των προθεσμιών και άλλων περιορισμών, που προβλέπονται είτε από τις εθνικές νομοθεσίες είτε από προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ των Κρατών μελών, οι οποίες επιβάλλουν στους εργαζομένους των άλλων κρατών μελών όρους διαφορετικούς από εκείνους που ισχύουν για τους ημεδαπούς εργαζομένους, όσον αφορά την ελεύθερη επιλογή εργασίας, δ) με την δημιουργία μηχανισμών καταλλήλων να φέρουν σε επαφή την προσφορά και τη ζήτηση εργασίας και να διευκολύνουν την εξισορρόπησή τους με όρους που να αποτρέπουν σοβαρούς κινδύνους για το βιοτικό επίπεδο και το επίπεδο απασχολήσεως στις διάφορες περιφέρειες και βιομηχανίες". Περαιτέρω, με το ΠΔ 106/2007 για την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως οι αναφερόμενες στην συνέχεια συναφείς διατάξεις του ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, ορίζονται τα εξής : "Άρθρο 5 §1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν τα ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία ισχύουν για τους εθνικούς συνοριακούς ελέγχους, επιτρέπεται η είσοδος στην ελληνική επικράτεια: (α) σε κάθε πολίτη της Ένωσης, ο οποίος φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο, χωρίς να απαιτείται καμία θεώρηση εισόδου ή άλλη ισοδύναμη διατύπωση και (β) στα μέλη οικογένειας που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, εφόσον φέρουν ισχύον διαβατήριο. Στα πρόσωπα αυτά επιβάλλεται μόνο θεώρηση εισόδου, όταν απαιτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 539/2001, όπως ισχύει, ή ενδεχομένως σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Στα πρόσωπα αυτά παρέχεται κάθε διευκόλυνση, προκειμένου να αποκτήσουν τις απαιτούμενες θεωρήσεις. Οι θεωρήσεις αυτές εκδίδονται, ατελώς, το συντομότερο δυνατόν, και βάσει ταχείας διαδικασίας. §2. Η κατοχή ισχύοντος δελτίου διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης, απαλλάσσει τα πρόσωπα της περίπτωσης (β) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου από την υποχρέωση θεώρησης εισόδου. §3.Δεν επιτίθεται σφραγίδα εισόδου ή εξόδου στο διαβατήριο των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του παρόντος, μελών της οικογένειας πολίτη της Ένωσης που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, εφόσον προσκομίζουν δελτίο διαμονής μέλους οικογένειας πολίτη της Ένωσης. §4. Όταν ο πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογένειας του, που είναι υπήκοος τρίτης χώρας, δεν διαθέτει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή, ανάλογα με την περίπτωση, την αναγκαία θεώρηση, οι ελληνικές αστυνομικές αρχές, πριν λάβουν εις βάρος του το μέτρο της απέλασης, του παρέχουν κάθε εύλογη δυνατότητα είτε για την απόκτηση και την προσκόμιση ή την αποστολή των προαναφερομένων στοιχείων, το αργότερο εντός μηνός από την είσοδο του στην ελληνική επικράτεια, δυνάμει του παρόντος, είτε για να αποδείξει, με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο, ότι καλύπτεται από το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Άρθρο 6 §1. Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειας τους, που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης, έχουν δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση εφόσον κατέχουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο. §2.Τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας, έχουν δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση, εφόσον είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου ή θεώρησης, όπου απαιτείται και συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν τον πολίτη της Ένωσης. §3. Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειας τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, έχουν το δικαίωμα διαμονής που προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις, ενόσω δεν αποτελούν υπέρμετρο βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Ελλάδος. Άρθρο 7 §1. Οι πολίτες της Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, εφόσον: (α) είναι μισθωτοί ή ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, ή (β) διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη των οικογενειών τους, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 8 του παρόντος, ούτως ώστε να μην επιβαρύνουν κατά τη διάρκεια της περιόδου διαμονής τους το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Χώρας, καθώς και πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας... Άρθρο 8 §1. Πολίτες της Ένωσης που πρόκειται να διαμείνουν στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία άφιξης τους, υποχρεούνται πριν τη λήξη του τριμήνου να εμφανίζονται αυτοπροσώπως, στις αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, για καταγραφή. Οι ανωτέρω υπηρεσίες ενεργούν σχετική εγγραφή και χορηγούν άμεσα βεβαίωση για την πράξη τους, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση εγγραφής τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος". Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας επί αγωγής της τώρα αναιρεσείουσας κατ' αυτής με αντικείμενο αξιώσεις της από μεταξύ τους σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κλπ., με την προσβαλλομένη 17807/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη εταιρεία το έτος 2007 διατηρούσε πρατήριο διανομής υγρών καυσίμων στο 24ο km της ΕΟ Θεσσαλονίκης-Μουδανιών, που αποτελούσε μέρος των επιχειρήσεων της οικογένειας Κ. Κ., για τις ανάγκες λειτουργίας των οποίων απασχολούνται περίπου 70 εργαζόμενοι, πολλοί δε εξ αυτών είναι αλλοδαποί και όλοι έχουν προσληφθεί νόμιμα, ότι ύστερ' από αίτηση της ενάγουσας ο εκπρόσωπος της εναγομένης την 9-12-2007, λόγω της σχετικής αύξησης πελατών ως εκ των εορτών, υποσχέθηκε να την προσλάβει ως υπάλληλο του πρατηρίου, πράγματι δε την 10-12-2007, αφού η ενάγουσα προσκόμισε φωτοτυπία του διαβατηρίου της και βεβαίωσης του Δήμου Αγ. Αθανασίου Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία 2002 στο όνομα του πατέρα της, από την οποία προέκυπτε ότι κατατέθηκαν τα νόμιμα δικαιολογητικά έγγραφα για την έκδοση άδειας παραμονής της ίδιας και του αδελφού της λόγω οικογενειακής συνένωσης, συμφωνήθηκε ν' απασχοληθεί (η ενάγουσα) στο πρατήριο υγρών καυσίμων ως υπάλληλος, δοκιμαστικά στη αρχή, από Δευτέρα έως Σάββατο με καθημερινό ωράριο εργασίας από 08.00'-14.00' και αμοιβή 3 ευρώ την ώρα, ότι στο αρμόδιο Τμήμα Αλλοδαπών Ανατολικής Θεσσαλονίκης, όπου μετέβησαν η σύζυγος του εκπροσώπου της εναγομένης και η ενάγουσα για να δώσει τις τυχόν απαιτούμενες πληροφορίες, προκειμένου η εναγομένη να προχωρήσει στη νόμιμη πρόσληψη της ενάγουσας, πληροφορήθηκαν ότι λόγω έλλειψης αδείας παραμονής και εργασίας δεν ήταν δυνατή η νόμιμη πρόσληψή της, ότι κατόπιν αυτών την 21-12-2007 η ενάγουσα ενημερώθηκε οριστικά ότι τελικά η εναγομένη δεν μπορούσε να την προσλάβει νόμιμα και δεν θα παρείχε την εργασία της σ' αυτήν, ότι για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης δοκιμαστικά, χωρίς νόμιμη πρόσληψη, καθόσον δεν διέθετε άδεια παραμονής, δηλ. για το διάστημα από 10-15/12/2007 (Δευτέρα-Σάββατο), με ημερήσιο ωράριο εργασίας από 08.00' έως 14.00', έλαβε το ποσό των 150€ και επομένως δικαιούται την διαφορά μεταξύ του ποσού που η εναγομένη θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο που θα προσλάμβανε και θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και του καταβληθέντος ως άνω ποσού, καθώς και τις επ' αυτού νόμιμες προσαυξήσεις, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτιθέμενα, και συνολικά το ποσό των 55,11€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της "λόγω μη σύνδεσης των διαδίκων με έγκυρη σύμβαση εργασίας", δέχθηκε αυτήν ενμέρει ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα ενάγουσα το ως άνω ποσό. Με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης (με στοιχ.

ΙΙΒ) από τον αριθ.1 του άρθ.560 ΚΠολΔ προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.48 και 49 ν.945/1979 (ΣυνθΕΟΚ-Σύμβαση προσχώρησης της Ελλάδος στην ΕΟΚ) και 5, 6, 7 και 8 του ΠΔ 106/2007, για την ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην Ελλάδα των πολιτών της ΕΕ, αφού η αναιρεσείουσα είναι "Βουλγάρα υπήκοος, Ευρωπαία πολίτης από 1-1-2007 (χρόνος που η Βουλγαρία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης)", σύμφωνα με τις οποίες το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί στην συνέχεια ότι ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας που συνέδεε αυτήν, αλλοδαπή μεν αλλά ευρωπαία πολίτη, με την εναγομένη. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενό της, δεν περιέχονται συναφείς παραδοχές, περί της ιδιότητας δηλ. της αναιρεσείουσας ως υπηκόου Βουλγαρίας κλπ., που καθιστούν εφαρμοστέες τις ως άνω διατάξεις. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-102013 αίτηση και τους επ' αυτής από 21-5-2014 πρόσθετους λόγους της Ε. Π. για αναίρεση της 17807/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ