2007/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2007/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462.463,465,473,474,482,484 ΚΠΔ, η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2007 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2007/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοϊνη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 25/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 392/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή με αριθμό 204/18-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Ι. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 25/2008 βούλευμά του απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία της την από 21-2-2007 υπ' αριθμ. 84/2007 έφεση του Χ κατά του υπ' αριθμ. 248/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο είχε αυτός παραπεμφθεί στο ακροατήριο του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως συμπλοκής, βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης , οπλοφορίας και οπλοχρησίας.
- 313, 310 παρ.3,1 ΠΚ , 1 παρ.2, 10 παρ. 1,3 , 14 ν.2168/93-Το άνω βούλευμα ( του συμβουλίου εφετών Αθηνών) επιδόθηκε στον ρηθέντα κατηγορούμενο στον μεν ίδιο και με θυροκόλληση στις 6.2.2008 (βλ. το από ... αποδεικτικό της επιμελήτριας ...), στον δε αντίκλητο αυτού Αχιλλέα Κυριακού στις 23-1-2008 (βλ. το από ..... της επιμελήτριας ...). Να σημειωθεί εδώ ότι ο άνω κατηγορούμενος με την από 21-2-2007 έφεσή του όρισε ως αντικλήτους τους Αλέξιο Αθανασόπουλο και Ζήση Κωνσταντίνου , τον δε ανωτέρω είχε ορίσει ως αντίκλητο με την προγενέστερη της εφέσεως απολογία του και με το από 13-4-2006 προγενέστερο της εφέσεως υπόμνημά του. Επομένως δεν έχει χωρήσει νόμιμη επίδοση αυτού, αφού ενόψει της προηγηθείσης θυροκολλήσεως, έδει να γίνει επίδοση στον νόμιμα διορισμένο νέο αντίκλητο , ήτοι σ' έναν από τους ρηθέντες δύο , πράγμα που δεν έγινε.
Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε στις 19/2/2008 ενώπιον του γραμματέα Εφετείου Αθηνών με πληρεξούσιο, και με βάση την από 15/2/2008 εξουσιόδοτησή του, στην οποία βεβαιούται το γνήσιο της υπογραφής του από τον δικηγόρο Αθηνών Χρήστο Διαμαντή , την υπ' αριθμ. 31 έκθεση αναίρεσης προβάλλων ως λόγους αναίρεσης:
α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αα) σε σχέση με το αίτημα αυτού περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του στο Συμβούλιο Εφετών (το οποίο είχε υποβάλει πράγματι με την έφεσή του). Ειδικώτερα: Το συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε με καθολική αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ' αυτού πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, και η οποία έγινε και δική του αιτιολογία, το αίτημα αυτού περί αυτοπρόσωπης εμφάνισής του σ' αυτό με την αιτιολογία ότι " ο εκκαλών με την αιτιολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αυτή κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης, τα υπομνήματα του και την κρινομένη έφεσή του , έχει διεξοδικά και αναλυτικά αναπτύξει τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του". Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται και προβάλλει ότι η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι μπορεί να υποβάλλει στοιχεία στο αρμόδιο συμβούλιο τα οποία δεν είχε μέχρι τότε υποβάλλει προς υπεράσπισή του, τα οποία είτε υπήρχαν είτε προέκυψαν μετά, πράγμα που δικαιούται να το πράξει με την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του συμβουλίου. Επίσης διότι το συμβούλιο δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία απέρριψε την αίτησή του, το οποίο μάλιστα αγνοούσε τι θα ανέπτυσσε ή προσκόμιζε σ' αυτό ο αναιρεσείων . Τέλος, διότι η αιτιολογία είναι αόριστη και τυπική.
ββ)Περιέχει αντιγραφή του κατηγορητηρίου, αλλά και του πρωτοδίκου βουλεύματος, και συνεπώς δεν έχει δική του κρίση. γγ) Δεν έλαβε υπόψη, δεν εκτίμησε την υπ' αριθμ. 634/28-3-2005 ιατροδικαστική έκθεση της ..., διότι δεν την αναφέρει ειδικά στην αρχή του αιτιολογικού , όπου αναφέρει ότι " από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων , τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του εκκαλούντος και των συγκατηγορουμένων του, προέκυψαν τα ακόλουθα ". Επομένως αφού δεν την αναφέρει ειδικά, διότι αποτελεί αυτοτελές ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (178 ΚΠΔ), δεν την εκτίμησε.
β) Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 310 παρ. 3 ΠΚ, αφού δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που να καλύπτουν όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία αυτού του εγκλήματος , ειδικώτερα δε τον αντικειμενικό σύνδεσμο μεταξύ απλής και της βαρείας που επακολούθησε. Επίσης δεν αναφέρει τι ακριβώς δέχεται για το υποκειμενικό στοιχείο ως προς το επελθόν βαρύτερο αποτέλεσμα και σε ποία περιστατικά στηρίζεται τούτο. Τέλος διότι δε χωρεί τέλεση συμπλοκής και βαρείας σωματικής βλάβης.
Ενόψει των ανωτέρω, και των άρθρων 462.463,465,473,474,482,484 ΚΠΔ, η υπό κρίση αναίρεση είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙ) Το συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, και με επιτρεπτή ( βλ. ΑΠ 540/2006, ΑΠ 501/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 2464/2005, ΑΠ 1071/2005, κ.α.) υιοθέτηση της πρότασης του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε , μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δή "από την αυτεπάγγελτη προανάκριση και την κυρία ανάκριση και την προηγηθείσα αυτής προανάκριση που διενεργήθηκαν και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, σε συνδυασμό με την απολογία του εκκαλούντος και των συγκατηγορουμένων του, προέκυψαν τα ακόλουθα:
Την 11-3-2005 και περί ώρα 23.00, οι Α, Β, Γ και Δ, μαζί με τους Ε και ΣΤ, καθώς και πέντε γυναίκες, μεταξύ των οποίων και η Ζ, μετέβησαν στο επί της .... κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "....", Η παρέα κάθισε στο τραπέζι που απείχε 10 μέτρα περίπου από την πίστα και από την αρχή- άρχισαν να δημιουργούνται παρεξηγήσεις μεταξύ των μελών της παρέας και υπαλλήλων του καταστήματος.
Ως λόγοι, της καταστάσεως αυτής αναφέρεται, το γεγονός ότι. η παρέα είχε εγκατασταθεί σε τραπέζι 16 ατόμων ενώ ήταν για έντεκα και ακόμη διότι οι πρώτοι χρησιμοποίησαν βιντεοκάμερα για να βιντεοσκοπήσουν το πρόγραμμα. Οι τέσσερις πρώτοι εκ των ανωτέρω, κατανάλωσαν περί τις τρεις φιάλες αλκοολούχου ποτού και περιήλθαν σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να παρενοχλούν τους λοιπούς θαμώνες του κέντρου, πετώντας νερά και σπάζοντας ποτήρια.
Οι υπάλληλοι του κέντρου τους παρακάλεσαν να επανέλθουν στην τάξη. Περί ώρα. 02.00, οι ίδιοι (τέσσερις πρώτοι των ανωτέρω), ανέβηκαν στην πίστα του κέντρου για να χορέψουν, πλην όμως κατά τη διάρκεια του χορού τους δεν άφηναν άλλους θαμώνες να πράξουν το ίδιο και ακόμη ενοχλούσαν την τραγουδίστρια (.....) και μάλιστα ο ένας εξ αυτών πήρε από τα χέρια της το μικρόφωνο και άρχισε να "ουρλιάζει".
Περί ώρα 02.30 τελείωσε το χορευτικό πρόγραμμα, οι παραπάνω όμως παρέμεναν στην πίστα και οι υπάλληλοι τους υπέδειξαν να κατέβουν, όπως και έπραξαν, πλην όμως συνέχισαν να χορεύουν στο διάδρομο, πλησίον του τραπεζιού τους, παρενοχλώντας και πάλι τους λοιπούς πελάτες. Προ αυτής της καταστάσεως οι υπάλληλοι του κέντρου τους ζήτησαν να πληρώσουν το λογαριασμό τους και.
να αποχωρήσουν. Ο Ε πήγε στην κουζίνα για να πληρώσει το λογαριασμό και ο ΣΤ παρέμεινε με τις γυναίκες της παρέας μέχρι να μαζέψουν τα προσωπικά τους αντικείμενα και ακολούθως να τις συνοδεύσει στην έξοδο. Ο Α δεν ήθελε να εγκαταλείψει το κέντρο και κατόπιν αυτού οδηγήθηκε βιαίως από άνδρες της ασφάλειας εκτός αυτού και διαπληκτίσθηκε με το Η στον προαύλιο χώρο.
Όταν οι Β, Γ και Δ αντελήφθησαν τη συμπλοκή, έσπευσαν και αυτοί στην έξοδο και συνεπλάκησαν με τους υπαλλήλους του κέντρου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εκκαλών. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από δύο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος με μαχαίρι μήκους 10 εκ. περίπου που έφερε παρανόμως, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και δεν ήταν για επαγγελματική χρήση (δηλώνει σερβιτόρος στο ως άνω κέντρο), κατάφερε κτύπημα στο δεξιό ημιθωράκιο του Δ.
Μετά ταύτα ο παθών μεταφέρθηκε στο ΛΑΪΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 27-3-2005. Στο δελτίο εξόδου του νοσοκομείου αναφέρονται τα εξής: "Εισήχθη στη γενική εφημερία 12-3-2005 φέρον τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο στο δεξιό ημιθωράκιο στο ύψος του 4ου - 5ου μεσοπλεύριου διαστήματος στην πρόσθια μασχαλιαία γραμμή, το οποίο προκάλεσε αιμο - πνευμονοθώρακα, ο οποίος παροχετεύθηκε.
Παρατεινόμενο εμπύρετο από λοίμωξη του πνευμονικού παρεγχύματος στην περιοχή του τραύματος και υπεζωκοτική συλλογή παροχετευθείσα...". Τον παθόντα επισκέφθηκε στο νοσοκομείο η ιατροδικαστής ..... και στην από ...... ιατροδικαστική έκθεση αναφέρει ότι: "...Εκ της βαρείας ταύτης σωματικής βλάβης διό νύσσονος- τέμνοντος οργάνου προκληθείσης ο ανωτέρω θέλει νοσήσει και απόσχει των ασχολιών του επί ένα (1) έως ενάμιση (1,1/2) μήνα, από τον τραυματισμό του, εκτός επιπλοκής τινός ή υστερογενούς βλάβης" (βλ.
τα έγγραφα).
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, αφού διαπίστωσε ότι ο παθών προσέτρεξε για να βοηθήσει το φίλο Α, ο οποίος είχε συμπλακεί, κατά τα προαναφερθέντα, με το παραπάνω μαχαίρι, κάνοντας χρήση αυτού και με άμεσο δόλο που κατευθύνθηκε στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα, του προκάλεσε αυτήν, συμμετείχε δε και αυτός στην προπεριγραφείσα συμπλοκή.
Ο παθών νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο επί δεκαπενθήμερο και από τα τραύματα διέτρεξε άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του και ειδικότερα ακόμη από το κτύπημα που δέχθηκε στο ημιθωράκιο, το οποίο είναι ευπαθές σημείο του ανθρωπίνου σώματος και ακόμη στερήθηκε της χρήσης του σώμα του για μεγάλο χρονικό διάστημα και να προξενηθεί κίνδυνος για τη ζωή του. Η σωματική βλάβη εξάλλου είναι επικίνδυνη, εξ αιτίας των παραπάνω μέσου - όπλου που χρησιμοποιήθηκε και του σημείου του σώματος που επλήγη, κατά τα προεκτεθέντα. Από το τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για την ζωή του παθόντος, αφού, πέραν των προεκτεθέντων, ο ίδιος αναφέρει καταθέτοντας ενόρκως στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ότι: "...Οι θεράποντες γιατροί μου ανέφεραν ότι η μαχαιριά που δέχθηκα έπληξε τον πνεύμονα μου και ότι αν ήταν λίγο πιο βαθύ το τραύμα, υπήρχε περίπτωση να χάσω και τη ζωή μου..." (βλ. την από 15-3-2005 ένορκη κατάθεση αυτού).
Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι αυτός που κατάφερε το κτύπημα στον παθόντα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εκκαλούντα δεν βρίσκει έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό. Ο παθών δεν είχε κανένα λόγο να κατονομάσει αυτόν ως δράστη της εις βάρος τελεσθείσης εγκληματικής επίθεσης, τον οποίο αναγνώρισε αρχικά από φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν από αστυνομικούς και αργότερα κατά τη διαδικασία αναγνώρισης (βλ, σχετικές καταθέσεις και έκθεση αναγνώρισης του δράστη)".
Έτσι απέρριψε την ασκηθείσα έφεση και επικύρωσε το πρωτοβάθμιο βούλευμα.
Επίσης το αυτό συμβούλιο με το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχθηκε ότι "Ο εκκαλών εξάλλου με την κρινόμενη έφεση του ζήτησε, εκτός των άλλων, να διενεργηθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση, με σκοπό την ορθή και κατά το δυνατόν πληρέστερη διερεύνηση της υποθέσεως, καθώς και εξακρίβωση της αλήθειας και ακόμη να κληθεί, κατ' άρθρο 308 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δικ., είτε ο ίδιος είτε οι συνήγοροι του ενώπιον του Συμβουλίου Σας. Ως προς το πρώτο αίτημα, πρέπει αυτό να απορριφθεί, η κυρία ανάκριση δεν χρήζει συμπλήρωσης, διότι πέραν των λοιπών ανακριτικών ενεργειών, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία καθ' όλα τα προαναφερθέντα στάδια (βλ. σχετικά έγγραφα, εισαγγελικές παραγγελίες κλπ) και κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης, είχε και έκανε χρήση όλων των δικονομικών του δικαιωμάτων και ανέπτυξε διεξοδικά τους ισχυρισμούς του (βλ. απολογία, υπομνήματα κλπ) .
Ως προς το δεύτερο αίτημα του εκκαλούντα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. α έως ε του Κ.Ποιν.Δικ., το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία και τους εισαγγελέα για να δώσουν διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης.
Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται στο βούλευμα. Πάντοτε όμως όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει και τους υπολοίπους.
Το ανωτέρω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη και επί πλέον κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος, είναι προφανές ότι αποβλέπει στη διεξοδική διατύπωση των απόψεων τους για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης.
Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις καταθέσεις τους, είτε στις απολογίες τους, είτε στα υπομνήματα τους, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνιση τους και συνακόλουθα να απορρίψει την αντίστοιχη αίτηση του διαδίκου (ΑΠ 187/95 Ποιν.Χρ.
ΜΕ/472, ΑΠ 1104/95 Ποιν.Χρ.ΜΣΤ/244). Ο εκκαλών με την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αυτή κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης, τα υπομνήματα του και την κρινόμενη έφεση του, έχει διεξοδικά και αναλυτικά αναπτύξει τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του και πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί και το αίτημα του αυτό".
ΙΙΙ) Επειδή το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ., 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν εκτίθεται σ' αυτό με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αναίρεση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποχρώσες (επαρκείς ) ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο- βλ. ΑΠ 9/2001 ΟΛ, ΑΠ 1698/2007, ΑΠ 1668/2007, ΑΠ 1573/2007, κ.ά.-Δεδομένου ότι ο 'Αρειος Πάγος δεν είναι δικαστήριο ουσίας, δεν προβαίνει σε έλεγχο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων αλλά ελέγχει την νομική ορθότητα των δεκτών γενομένων από το συμβούλιο της ουσίας πραγματικών περιστατικών (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ. ΚΠΔ τομ.β σελ. 195 ). Έτσι δεν απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η α' ή β' κλπ. παραδοχή του βουλεύματος - βλ. ΑΠ 567/2006, ΑΠ 561/2006, κ.α. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η αναφορά αυτών κατά το είδος τους (μάρτυρες , έγγραφα κλπ.) , αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα, ανενδοιάστως ότι ελήφθησαν - εκτιμήθησαν όλα ( βλ. ΑΠ 2/2003 ΟΛ, ΑΠ 65/2007, ΑΠ. 48/2007, ΑΠ1959/2006, ΑΠ 1999/2006, κ.ά.).
Και ναι μεν απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη , να εκτιμώνται δηλ. όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αυτό δεν απαιτείται να αναφέρεται ρητά και δη στην αρχή του σκεπτικού αλλά μπορεί να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού ( πρβλ.ΑΠ 1795/2001, ΑΠ 529/2000, ΑΠ 907/2003,ΑΠ 907/2003, ΑΠ 624/2003, ΑΠ 1661/2001, ΑΠ 358/2000 κ.α.).
Εξ άλλου τα υπομνήματα των διαδίκων και δη του κατηγορουμένου δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο ιδιαίτερο αλλά ενδεχομένως να υπάγονται στην έννοια των εγγράφων- βλ. ΑΠ 752/2000. Έτσι δεν απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία αυτών ότι εκτιμήθησαν. Τα υπομνήματα δεν είναι τίποτα άλλο παρά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από πλευράς του διαδίκου. Σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά ερευνάται εάν αυτά αναφέρονται με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά και σε σχέση με την υπό κρίση αξιόποινη πράξη . Επομένως εάν πληρούται η απαίτηση αυτή, είναι αδιάφορα αν αυτά ταυτίζονται με το κατηγορητήριο ή με αυτά που δέχεται το πρωτοβάθμιο συμβούλιο , αφού πράγματι αυτά προκύπτουν και απεδείχθησαν και μάλιστα μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού - πρβλ. ΑΠ 719/2006, ΑΠ 380/2006 κ.ά.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 ΚΠΔ " το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιον του .....για να δώσουν κάθε διευκρίνιση... Τότε μόνο είναι δυνατό να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση , όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ηθικά στο βούλευμα". Παγίως από την νομολογία και δη του Αρείου Πάγου έχει κριθεί ότι τέτοιοι λόγοι είναι όταν κατά την κρίση του συμβουλίου ο αιτών διάδικος έχει ήδη αναπτύξει επαρκώς -λεπτομερώς τις απόψεις του με υπόμνημα , με την έφεσή του, με την απολογία κλπ.-βλ. μεταξύ άλλων ΑΠ 925/2001, ΑΠ 582/2001, ΑΠ 456/2001,ΑΠ 1868/2000, ΑΠ 1151/2000, ΑΠ 628/2006, ΑΠ 540/2006, ΑΠ 658/2006, ΑΠ 967/2002, ΑΠ 292/2003, ΑΠ 2182/2004 κ.α.- βλ. περιπτωσιολογία στον ΚΠοινΔ Α. Κονταξή (2006) σελ. 1997 ΕΠ - Έτσι κρίνει και αυτός ούτος ο Αρειος Πάγος επί υποβολής αντίστοιχης αίτησης σ' αυτόν - βλ. ΑΠ 1762/2006, ΑΠ 2203/2006, ΑΠ 1477/2005 στο τέλος , ΑΠ 2275/2002, ΑΠ 353/2004 κ.α.- πράγμα που δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 Συντ. ούτε στις διατάξεις της ΕυρΣΔΑ ( βλ. ΑΠ 2182/2004). Έτσι δεν απαιτείται να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά και υπό την έννοια να προκύπτει τι έχει αναπτύξει ο αιτών ώστε να μην χρειάζεται η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του. - πρβλ. ΑΠ 1506/2002.
Δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης στο συμβούλιο με μία απλή αίτηση δεν αναγνωρίζεται ούτε από τον ΚΠΔ, ούτε από το Σύνταγμα ( άρθρα 20, 4 ) ή την ΕυρΣΔΑ (άρθρο 6) -πρβλ. ΑΠ 85/2006 ΠΧΡ.2006 σελ. 704, ΑΠ 816/98, ΑΠ 1664/84.
Άλλο το δικαίωμα της υπερασπίσεως και άλλο το δικαίωμα της άνω αιτήσεως. Το δικαίωμα της υπερασπίσεως δεν θίγεται με την μη αναγνώριση ή με την απόρριψη κατά τα ανωτέρω του δικαιώματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης , αφού ο κατηγορούμενος δεν στερείται του δικαιώματος υποβολή υπομνήματος - εγγράφων στο συμβούλιο προς υπεράσπισή του . Η υποβολή Υπερασπιστικών ισχυρισμών - εγγράφων δεν συνδέεται αναπόσπαστα με αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο συμβούλιο.
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 310 παρ.3 ΠΚ " Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών " - ήτοι αν ο υπαίτιος επιδίωκε την βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, η οποία και επήλθε (άρθρο 310 παρ. 1 ΠΚ). Το άνω αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει ( ή ως αποτέλεσμα άλλης ελαφρότερης σωματικής βλάβης και αυτής της επικίνδυνης που προηγήθηκε ) - από την πράξη του δράστη ( βλ. Μπέκα - Η προστασία της ζωής και υγείας στον Ποινικό Κώδικα- (2004) σελ. 356, Ανδρουλάκη - Ειδικό Ποινικό - σελ. 144, Συμεωνίδου -Καστανίδου , εγκλήματα κατά προσωπικών αγαθών (2006) σελ.140 ).
Το έγκλημα της παραγρ. 3 του άρθρου 310 ΠΚ δεν συνιστά έγκλημα εκ του αποτελέσματος ( όπως αυτό της παραγρ. 1 του αυτού άρθρου) αφού έχουμε δόλο για το (βαρύτερο) αποτέλεσμα αυτό, ή άλλως αφού εδώ έχουμε ένα και μόνον αποτέλεσμα και δη εκ δόλου. Στην παραγρ.3 του άρθρου 310 ΠΚ ο δράστης πρέπει να επιδιώκει το αποτέλεσμα, δηλ τη βαρεία σωματική βλάβη (βλ. ΑΠ 216/87 ΠΧρ.ΛΖ 399). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε των ενδεικτικώς μνημονευομένων στην παρ. 2 του άρθρου περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης , υποκειμενικά δε σκοπός επελεύσεως αυτού, δηλ. άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος , όταν ενυπάρχει στα στοιχεία πραγμάτωσης του εγκλήματος αυτού, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας ( ΑΠ 1489/98 ΠΧρ.ΜΘ 833 , ΑΠ 1172/89 ΠΧρ.Μ 457, ΑΠ 363/2001 Ποινικός Λόγος σελ. 504, ΑΠ 1208/87, ΑΠ 80/85 κ.α.).
Η έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης ορίζεται στην παραγρ. 2 του άρθρου 310 ΠΚ , είναι συνεπώς έννοια νομική. Επειδή, στην περίπτωση της συμπλοκής η οποία για να υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 313 ΠΚ απαιτείται να επέλθει συνεπεία αυτής βαρεία σωματική βλάβη (ή θάνατος), όταν αποδειχθεί ότι ένας των συμμετασχόντων σ' αυτή ( συμπλοκή ) είναι υπαίτιος της βαρείας σωματικής βλάβης , αυτός ευθύνεται κατά συρροή και για το έγκλημα αυτό, αφού τούτο δεν περιλαμβάνεται στην αντικειμενική υπόσταση της συμπλοκής (βλ. Μπουρόπουλο Ερμ.ΠΚ τομ. βλ σελ. 522 Νο 6 , Γαφο- Ειδικό Ποινικό τεύχος Δ 124, Σταμάτη - Γενικαί Αρχαί .....σελ. 312, 187, Κωσταρά, Ειδικό Ποινικό (2008) σελ. 776, Συμβωνίδου-Καστανίδου οπ σελ'. 161, Μαργαρίτη ΟΠ σελ. 626 , Τούση - Γεωργίου ΠΚ (1967) σελ. 814 Νο13, πρβλ. ΑΠ 2242/2004 ΠΧρ.2005 σελ. 763, ΑΠ 1425/84 ΠΧρ 1985 σελ.406), και αναλόγως εάν αυτό οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια (βλ. Μαργαρίτη - Σωματικές βλάβες- β'εκδ.(2000) σελ. 618-9, Γαφ.ΟΠ σελ.121).
Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρει με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την κατηγορία και ειδικώτερα με την πράξη του άρθρου με 310 παρ. 3 ΠΚ (στην οποία περιορίζεται στο σημείο αυτό η αίτηση αναίρεσης), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και τους λόγους - σκέψεις που οδηγούν στην ύπαρξη των αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος (πρβλ.ΑΠ 730/78, ΑΠ 1370/84, ΑΠ 80/85).
Ειδικώτερα δε, εκτός του ότι ο δόλος σκοπού του αναιρεσείοντος προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το έγκλημα της βαρείας σωματικής βλάβης της παραγρ. 3 του άρθρου 310 ΠΚ- το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά δέχεται και ότι ο αναιρεσείων ενήργησε " με άμεσο δόλο που κατευθύνθηκε στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα , του προκάλεσε αυτήν ", την οποία και αναφέρει (πρβλ. και το πρωτόδικο βούλευμα : "επιδιώκοντας να παραχθεί αιτιωδώς , από την ενέργειά του αυτή, βαριά σωματική πάθηση ")και " από την οποία στερήθηκε της χρήσης του σώματος του για μεγάλο χρονικό διάστημα ". Δεν απαιτείται να αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα σε ποιο ή ποια ειδικά αποδεικτικά στοιχεία στηρίζεται η άνω παραδοχή.
Η αναφορά στην έννοια της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν δημιουργεί καμία αντίφαση , αφού γίνεται δεκτό ότι επήλθε και δη αμέσως βαριά σωματική βλάβη , την οποία και σκοπούσε ο αναιρεσείων.
Αναφορά εξ άλλου ειδικώς του λεγομένου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου δεν απαιτείτο στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού γίνεται δεκτόν ότι η βαριά σωματική βλάβη επήλθε αμέσως από την πράξη του αναιρεσείοντος. Ορθά δε επίσης δέχθηκε αληθή συρροή μεταξύ συμπλοκής και βαριάς σωματικής βλάβης ( 313,310 παρ. 3 ΠΚ). Έτσι είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στ' ανωτέρω σημεία και στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει αντιγραφή του κατηγορητηρίου - πρωτοδίκου βουλεύματος.
Επίσης είναι αβάσιμοι και οι άλλοι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στην έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη της αιτήσεως του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο συμβούλιο εφετών.
( - Στο σημείο αυτό θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην αίτηση αναίρεσης δεν αναφέρεται πότε και που υποβλήθηκε η αίτηση αυτή -), όπως και στο ότι δεν έλαβε υπόψη το συμβούλιο εφετών την υπ' αριθμ. 634/28.3.2005 ιατροδικαστική έκθεση της ....., αφού ρητά στο 3° φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος γίνεται μνεία της έκθεσης αυτής την οποία και έλαβε υπόψη και της οποίας αναφέρει το περιεχόμενο το οποίο και υιοθετεί.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αναίρεση
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω όπως απορριφθεί η υπ' αριθμ. 31/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του υπ' αριθμ. 25/2008 βουλεύματος του συμβουλίου εφετών Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του. Αθήνα 23-3-2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 308 παρ.1α ΠΚ όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το επόμενο άρθρο 309, με τον τίτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη", αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρ. 310 παρ.2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Ακολούθως το άρθρο 310 με τον τίτλο "βαριά σωματική βλάβη" ορίζει 1) στην παρ.1 αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και 2) στην παρ.2 ότι βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και 3) στην παρ.3 ότι, αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών.
Τέλος κατά το άρθρο 311, που έχει τον τίτλο "θανατηφόρα βλάβη" αν η σωματική βλάβη είχε επακόλουθο το θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος επιβάλλεται κάθειρξη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης (άρθρ. 308 ΠΚ), αλλά και της επικίνδυνης (άρθρ. 309 ΠΚ), και το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρ. 29 ΠΚ), είτε με σκοπό την επέλευση αυτού (άρθρ. 310 παρ.3 ΠΚ).
Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης απαιτείται αντικειμενικά μεν συνδρομή οποιασδήποτε των ως άνω ενδεικτικά μνημονευομένων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης, υποκειμενικά δε σκοπός επέλευσης αυτού, δηλαδή άμεσος δόλος σκοπού.
Εξάλλου έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, υπάρχει όταν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων για την συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε για τη συνδρομή των περιστατικών αυτών και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για την πράξη για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη.
Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ίδιου βουλεύματος και το Συμβούλιο αποδέχεται τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν, με την προϋπόθεση ότι εκτίθενται στην πρόταση με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από τη ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνάγονται αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί που στηρίζουν την εισαγγελική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών.
Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.β' του ΚΠοινΔ συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Συμβούλιο προσδίδει στην ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά αυτή έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά της τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, αλλά τα υπάγει σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο βούλευμα έχουν εμφιλοχωρήσει, κατά την έκθεση και ανάπτυξη των πραγματικών περιστατικών, ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο με αριθ. 25/2008 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών , δέχτηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων σ' αυτό αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικ : "Την 11-3-2005 και περί ώρα 23.00, οι Α, Β, Γ και Δ, μαζί με τους Ε και ΣΤ, καθώς και πέντε γυναίκες, μεταξύ των οποίων και η Ζ, μετέβησαν στο επί της .....
κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία ".....". Η παρέα κάθισε στο τραπέζι που απείχε 10 μέτρα περίπου από την πίστα και από την αρχή άρχισαν να δημιουργούνται παρεξηγήσεις μεταξύ των μελών της παρέας και υπαλλήλων του καταστήματος. Ως λόγοι, της καταστάσεως αυτής αναφέρεται, το γεγονός ότι. η παρέα είχε εγκατασταθεί σε τραπέζι 16 ατόμων, ενώ ήταν για έντεκα και ακόμη διότι οι πρώτοι χρησιμοποίησαν βιντεοκάμερα για να βιντεοσκοπήσουν το πρόγραμμα.
Οι τέσσερις πρώτοι εκ των ανωτέρω, κατανάλωσαν περί τις τρεις φιάλες αλκοολούχου ποτού και περιήλθαν σε κατάσταση μέθης, με αποτέλεσμα να παρενοχλούν τους λοιπούς θαμώνες του κέντρου, πετώντας νερά και σπάζοντας ποτήρια. Οι υπάλληλοι του κέντρου τους παρακάλεσαν να επανέλθουν στην τάξη. Περί ώρα. 02.00, οι ίδιοι (τέσσερις πρώτοι των ανωτέρω), ανέβηκαν στην πίστα του κέντρου για να χορέψουν, πλην όμως κατά τη διάρκεια του χορού τους δεν άφηναν άλλους θαμώνες να πράξουν το ίδιο και ακόμη ενοχλούσαν την τραγουδίστρια (.....) και μάλιστα ο ένας εξ αυτών πήρε από τα χέρια της το μικρόφωνο και άρχισε να "ουρλιάζει".
Περί ώρα 02.30 τελείωσε το χορευτικό πρόγραμμα, οι παραπάνω όμως παρέμεναν στην πίστα και οι υπάλληλοι τους υπέδειξαν να κατέβουν, όπως και έπραξαν, πλην όμως συνέχισαν να χορεύουν στο διάδρομο, πλησίον του τραπεζιού τους, παρενοχλώντας και πάλι τους λοιπούς πελάτες. Προ αυτής της καταστάσεως οι υπάλληλοι του κέντρου τους ζήτησαν να πληρώσουν το λογαριασμό τους και.
να αποχωρήσουν. Ο Ε πήγε στην κουζίνα για να πληρώσει το λογαριασμό και ο ΣΤ παρέμεινε με τις γυναίκες της παρέας μέχρι να μαζέψουν τα προσωπικά τους αντικείμενα και ακολούθως να τις συνοδεύσει στην έξοδο. Ο Α δεν ήθελε να εγκαταλείψει το κέντρο και κατόπιν αυτού οδηγήθηκε βιαίως από άνδρες της ασφάλειας εκτός αυτού και διαπληκτίσθηκε με το Η στον προαύλιο χώρο.
Όταν οι Β, Γ και Δ αντελήφθησαν τη συμπλοκή, έσπευσαν και αυτοί στην έξοδο και συνεπλάκησαν με τους υπαλλήλους του κέντρου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εκκαλών. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από δύο, ο εκκαλών - κατηγορούμενος με μαχαίρι μήκους 10 εκ. περίπου που έφερε παρανόμως, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και δεν ήταν για επαγγελματική χρήση (δηλώνει σερβιτόρος στο ως άνω κέντρο), κατάφερε κτύπημα στο δεξιό ημιθωράκιο του Δ.
Μετά ταύτα ο παθών μεταφέρθηκε στο ΛΑΪΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 27-3-2005. Στο δελτίο εξόδου του νοσοκομείου αναφέρονται τα εξής: "Εισήχθη στη γενική εφημερία 12-3-2005 φέρον τραύμα από νύσσον και τέμνον όργανο στο δεξιό ημιθωράκιο, στο ύψος του 4ου - 5ου μεσοπλεύριου διαστήματος στην πρόσθια μασχαλιαία γραμμή, το οποίο προκάλεσε αιμοπνευμονο-θώρακα, ο οποίος παροχετεύθηκε.
Παρατεινόμενο εμπύρετο από λοίμωξη του πνευμονικού παρεγχύματος στην περιοχή του τραύματος και υπεζωκοτική συλλογή παροχετευθείσα...". Τον παθόντα επισκέφθηκε στο νοσοκομείο η ιατροδικαστής ..... και στην από ..... ιατροδικαστική έκθεση αναφέρει ότι: "...Εκ της βαρείας ταύτης σωματικής βλάβης διό νύσσονος- τέμνοντος οργάνου προκληθείσης ο ανωτέρω θέλει νοσήσει και απόσχει των ασχολιών του επί ένα (1) έως ενάμιση (1,1/2) μήνα, από τον τραυματισμό του, εκτός επιπλοκής τινός ή υστερογενούς βλάβης" (βλ.
τα έγγραφα). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, αφού διαπίστωσε ότι ο παθών προσέτρεξε για να βοηθήσει το φίλο Α, ο οποίος είχε συμπλακεί, κατά τα προαναφερθέντα, με το παραπάνω μαχαίρι, κάνοντας χρήση αυτού και με άμεσο δόλο που κατευθύνθηκε στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα, του προκάλεσε αυτήν, συμμετείχε δε και αυτός στην προπεριγραφείσα συμπλοκή.
Ο παθών νοσηλεύτηκε στο ως άνω νοσοκομείο επί δεκαπενθήμερο και από τα τραύματα διέτρεξε άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του και ειδικότερα ακόμη από το κτύπημα που δέχθηκε στο ημιθωράκιο, το οποίο είναι ευπαθές σημείο του ανθρωπίνου σώματος και ακόμη στερήθηκε της χρήσης του σώματός του για μεγάλο χρονικό διάστημα και να προξενηθεί κίνδυνος για τη ζωή του.
Η σωματική βλάβη εξάλλου είναι επικίνδυνη, εξ αιτίας των παραπάνω μέσου - όπλου που χρησιμοποιήθηκε και του σημείου του σώματος που επλήγη, κατά τα προεκτεθέντα. Από το τραύμα θα μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του παθόντος, αφού, πέραν των προεκτεθέντων, ο ίδιος αναφέρει καταθέτοντας ενόρκως στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης προανάκρισης ότι: "...Οι θεράποντες γιατροί μου ανέφεραν ότι η μαχαιριά που δέχθηκα έπληξε τον πνεύμονά μου και ότι αν ήταν λίγο πιο βαθύ το τραύμα, υπήρχε περίπτωση να χάσω και τη ζωή μου..." (βλ.
την από 15-3-2005 ένορκη κατάθεση αυτού). Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι αυτός που κατάφερε το κτύπημα στον παθόντα. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εκκαλούντα δεν βρίσκει έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό. Ο παθών δεν είχε κανένα λόγο να κατονομάσει αυτόν ως δράστη της εις βάρος τελεσθείσης εγκληματικής επίθεσης, τον οποίο αναγνώρισε αρχικά από φωτογραφίες που του επιδείχθηκαν από αστυνομικούς και αργότερα κατά τη διαδικασία αναγνώρισης (βλ.
σχετικές καταθέσεις και έκθεση αναγνώρισης του δράστη)". Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετείο διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την κατηγορία και ειδικότερα με την πράξη του άρθρου με 310 παρ. 3 ΠΚ (στην οποία περιορίζεται στο σημείο αυτό η αίτηση αναίρεσης, αφού δεν εκτίθενται συγκεκριμένες πλημμέλειες αναφορικά με τις λοιπές πράξεις), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά αυτά περιστατικά και τους λόγους - σκέψεις που οδηγούν στην ύπαρξη των αποχρωσών ενδείξεων ενοχής του αναιρεσείοντος, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου .
Ειδικότερα ο δόλος-σκοπός του αναιρεσείοντος προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, που στοιχειοθετούν το έγκλημα της βαρείας σωματικής βλάβης της παραγρ. 3 του άρθρου 310 ΠΚ. Το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητά δέχεται και ότι ο αναιρεσείων ενήργησε "με άμεσο δόλο που κατευθύνθηκε στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα, του προκάλεσε αυτήν", την οποία και αναφέρει (πρβλ.
και το πρωτόδικο βούλευμα : "επιδιώκοντας να παραχθεί αιτιωδώς από την ενέργειά του αυτή, βαριά σωματική πάθηση") και "από την οποία στερήθηκε της χρήσης του σώματός του για μεγάλο χρονικό διάστημα". Δεν απαιτείται να αναφέρει το προσβαλλόμενο βούλευμα σε ποιο ή ποια ειδικά αποδεικτικά στοιχεία στηρίζεται η άνω παραδοχή.
Αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι δεν συνεκτιμήθηκαν τα υπομνήματά του. Αυτά δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά δικόγραφο, στο οποίο γίνεται αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού από το διάδικο. Η αναφορά στην έννοια της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν δημιουργεί καμία αντίφαση, αφού γίνεται δεκτό ότι επήλθε και δη αμέσως βαριά σωματική βλάβη, την οποία και σκοπούσε ο αναιρεσείων.
Αναφορά εξ άλλου ειδικώς του λεγομένου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου δεν απαιτείτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού γίνεται δεκτό ότι η βαριά σωματική βλάβη επήλθε αμέσως από την πράξη του αναιρεσείοντος. Ορθά δε επίσης δέχθηκε αληθή συρροή μεταξύ συμπλοκής και βαριάς σωματικής βλάβης (313,310 παρ. 3 ΠΚ).
Έτσι είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στ' ανωτέρω σημεία και στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει αντιγραφή του κατηγορητηρίου - πρωτοδίκου βουλεύματος. Επίσης είναι αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν έλαβε υπόψη το Συμβούλιο Εφετών την υπ' αριθμ. ..... ιατροδικαστική έκθεση της ....., αφού από το σύνολο της αιτιολογίας καθίσταται αναμφίβολο ότι το Συμβούλιο, παρά τη μη αναφορά στην αρχή κατά τη μνεία των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος, τη συνεξετίμησε, με τη ρητή στο 3° φύλλο του προσβαλλόμενου βουλεύματος μνεία της έκθεσης αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 309 παρ. 2 εδ. α έως ε του ΚΠοινΔικ, το συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιόν του με την παρουσία και τους εισαγγελέα για να δώσουν διευκρίνιση. Μπορεί ακόμη να επιτρέψει στους συνηγόρους και την προφορική ανάπτυξη της υπόθεσης.
Το Συμβούλιο μπορεί να προβεί στις προηγούμενες ενέργειες και αυτεπαγγέλτως. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται στο βούλευμα. Πάντοτε όμως όταν διατάσσει την εμφάνιση ενός από τους διαδίκους, οφείλει να καλέσει και να ακούσει και τους υπολοίπους.
Το ανωτέρω δικαίωμα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης των διαδίκων στο Συμβούλιο για να αναπτύξουν τις απόψεις τους, που προβλέπεται από την ανωτέρω δικονομική διάταξη και επί πλέον κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 του ισχύοντος Συντάγματος, είναι προφανές ότι αποβλέπει στη διεξοδική διατύπωση των απόψεών τους για τα νομικά και πραγματικά ζητήματα της υπόθεσης.
Αν όμως οι απόψεις και οι ισχυρισμοί τους εκτίθενται διεξοδικά και αναλυτικά είτε στις καταθέσεις τους, είτε στις απολογίες τους, είτε στα υπομνήματα τους, τότε το Συμβούλιο μπορεί να κρίνει μη αναγκαία την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και συνακόλουθα να απορρίψει την αντίστοιχη αίτηση του διαδίκου. Στην προκείμενη περίπτωση ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του ζήτησε, εκτός των άλλων να διενεργηθεί συμπληρωματική κυρία ανάκριση για πληρέστερη διερεύνηση της υποθέσεως και ακόμη να κληθεί είτε ο ίδιος είτε οι συνήγοροί του ενώπιον του Συμβουλίου.
Ως προς το πρώτο αίτημα το Συμβούλιο αιτιολογημένα έκρινε ότι πρέπει αυτό να απορριφθεί, αφού δέχτηκε ότι η κυρία ανάκριση δεν χρήζει συμπλήρωσης, διότι πέραν των λοιπών ανακριτικών ενεργειών, ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία καθ' όλα τα ανακριτικά στάδια (βλ. σχετικά έγγραφα, εισαγγελικές παραγγελίες κλπ) και κατά το στάδιο της κυρίας ανάκρισης είχε και έκανε χρήση όλων των δικονομικών του δικαιωμάτων και ανέπτυξε διεξοδικά τους ισχυρισμούς του (βλ. απολογία, υπομνήματα κλπ). Ως προς το δεύτερο αίτημα το Συμβούλιο δέχτηκε ότι ο εκκαλών με την απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, αυτή κατά το στάδιο της αστυνομικής προανάκρισης, τα υπομνήματα του και την κρινόμενη έφεσή του, έχει διεξοδικά και αναλυτικά αναπτύξει τις απόψεις του και τους ισχυρισμούς του και πρέπει κατόπιν αυτών να απορριφθεί και το αίτημα του αυτό. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 25/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Αυγούστου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Σεπτεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ