Legislator Case Law & Legislation
2007/2007 AI generated

2007/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2007/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2007 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

2007/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2007 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2007 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2007/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα-Εισηγητή, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΝΣΑΚΤΙΟΝ Α.Ε, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Μιχαήλ Χιωτάκης.

Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Αυγερινός.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουνίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2604/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6967/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 23 Ιουλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Στις 11-2-2002 η εκκαλούσα εταιρεία κατέθεσε προς είσπραξη και στον υπ' αριθμ. .............. λογαριασμό της στο Υποκατάστημα Λ. Κηφισίας της εφεσίβλητης τράπεζας την υπ' αριθμ. ........ επιταγή, ποσού 60.000 Ευρώ, η οποία είχε εκδοθεί στην Ουτρέχτη στις 31-1-2002, εις διαταγήν της εκκαλούσας με πληρώτρια Τράπεζα την RABOBANK NEDERLAND. Η επιταγή αυτή αντιστοιχούσε στο τίμημα τηλεοράσεων και συσκευών DVD διαφόρων τύπων, καθώς και μίας κάμερας, που είχε πωλήσει η εκκαλούσα εταιρεία στην εδρεύουσα στην Ουγκάντα της Αφρικής εταιρεία με την επωνυμία "New Church in Uganda". Για την κατάθεση της ανωτέρω επιταγής συντάχθηκε το από ....... δελτίο καταθέσεως, στην οπίσθια σελίδα του οποίου αναγράφονται εκτός άλλων και τα εξής: "η πίστωση του λογαριασμού με το προϊόν των κατατιθεμένων επιταγών γίνεται οριστική μόνο μετά την είσπραξη των, η δε Τράπεζα δεν φέρει ευθύνη για την τυχόν εκπρόθεσμη εμφάνιση των επιταγών στις πληρώτριες Τράπεζες...". Το παραπάνω δελτίο καταθέσεως φέρει στο εμπρόσθιο μέρος τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του αρμοδίου οργάνου της εκκαλούσας εταιρείας, κάτω από τη φράση "αποδέχομαι ρητά και ανεπιφύλακτα τους όρους που αναγράφονται στο πίσω μέρος του καταθετηρίου". Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η πίστωση του λογαριασμού της τελευταίας θα γινόταν οριστική μόνο μετά την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να επιδιώξει την είσπραξη της επιταγής, αφού πρώτα διενεργούσε έλεγχο για την εγκυρότητα της και την ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε και ο μάρτυς αποδείξεως επιβεβαίωσε με την κατάθεση του το συγκεκριμένο αγωγικό ισχυρισμό. Άλλωστε ο σχετικός έλεγχος μπορούσε να γίνει μόνο από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία τηρείτο ο λογαριασμός του εκδότη, επί του οποίου και συρόταν η επιταγή και η οποία μπορούσε να διαπιστώσει αν ήταν παραποιημένη, πράγμα που επιβεβαίωσε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας εταιρείας ......... με το από 5-4-2002 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου, το οποίο κατέθεσε με αφορμή την ασκηθείσα εις βάρος του ποινική δίωξη για χρήση πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση. Ακολούθως, το σώμα αυτής (επιταγής) απεστάλη στην πληρώτρια τράπεζα μέσω της ανταποκρίτριας τράπεζας της εφεσίβλητης τράπεζας "BANQUE BRUXELLES LAMBERT S.A". Η τελευταία (ανταποκρίτρια τράπεζα) στις 13-2-2002 και ενόψει της επικείμενης εισπράξεως του ποσού της επιταγής, πίστωσε με επιφύλαξη τον τηρούμενο στο κατάστημα της στις Βρυξέλλες υπ' αριθμ. ........... λογαριασμό της εφεσίβλητης τράπεζας με το ποσό της πιο πάνω επιταγής και εκείνη με τη σειρά της πίστωσε το λογαριασμό της εκκαλούσας εταιρείας με το ίδιο ποσό. Η πίστωση όμως αυτή δεν ήταν οριστική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, αλλά προσωρινή, διότι τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της εισπράξεως της επιταγής, οπότε και θα γινόταν η οριστικοποίηση της. Μετά την κατά τα προεκτεθέντα προσωρινή πίστωση του λογαριασμού της, για την οποία και ενημερώθηκε από την εφεσίβλητη τράπεζα, η εκκαλούσα εταιρεία προχώρησε στην αποστολή των πωληθέντων εμπορευμάτων στην αγοράστρια εταιρεία "New Church in Uganda". Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη τράπεζα την διαβεβαίωσε ότι η επιταγή ήταν καθόλα έγκυρη και ότι είχε εγκριθεί η πληρωμή της, όπως υποστηρίζει η ίδια. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του από 5-4-2002 απολογητικού υπομνήματος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ..........., για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω και στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: "...Στη συνέχεια η τράπεζα μας διαβεβαίωσε περίπου ένα μήνα μετά την παράδοση από εμάς της επιταγής, ότι κατατέθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα τα χρήματα στο λογαριασμό της και ακολούθως πίστωσε τον δικό μας λογαριασμό με το αντίστοιχο σε Ευρώ ποσό. Θεωρώντας την εταιρεία μας πλήρως διασφαλισμένη ως προς την καταβολή του τιμήματος, αποστείλαμε στην αγοράστρια εταιρεία τα προϊόντα που μας είχε παραγγείλει. Την ίδια διαδικασία ακολουθούσαμε έκτοτε για όλες τις συναλλαγές μας με τους πελάτες μας από τη συγκεκριμένη χώρα...". Η επίμαχη επιταγή τελικά δεν πληρώθηκε, δεδομένου ότι ήταν πλαστή ως προς το ποσό αυτής (είχε εκδοθεί για ποσό 115 Ευρώ, το οποίο διορθώθηκε σε 60.000 Ευρώ). Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε η εφεσίβλητη τράπεζα από την ανταποκρίτρια της τράπεζα "BANQUE BRUXELLES LAMBERT S.A". με την από 2-4-2002 σχετική επιστολή της. Η εν λόγω τράπεζα χρέωσε με το ποσό των 60.000 Ευρώ τον προαναφερόμενο λογαριασμό της εφεσίβλητης τράπεζας, τον οποίο, όπως ειπώθηκε, είχε πιστώσει στις 13-2-2002 με επιφύλαξη. Την ίδια ημέρα (2-4-2002) η τελευταία προχώρησε σε ισόποση χρέωση του υπ' αριθμ. ........ λογαριασμού της εκκαλούσας εταιρείας, γεγονός, για το οποίο και την ενημέρωσε τηλεφωνικά αυθημερόν. Στοιχείο ενισχυτικό της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου σχετικά με την ενημέρωση της εκκαλούσας εταιρείας για την χρέωση του λογαριασμού της αποτελεί το γεγονός ότι την ίδια ημέρα (2-4-2002) διαμαρτυρήθηκε γι' αυτό με την από 2-4-2002 σχετική επιστολή της, η οποία και προσκομίζεται με επίκληση. Εξάλλου, η πληρώτρια τράπεζα RABOBANK NEDERLAND, με την από 13-5-2002 επιστολή της, γνωστοποίησε στην εφεσίβλητη τράπεζα ότι η επιταγή είχε εκδοθεί αρχικά για ποσό 115 Ευρώ, ενώ παράλληλα της επέστρεψε το πρωτότυπο αυτής. Με την από 20-5-2002 αναφορά της, η τελευταία ενημέρωσε για τα γεγονότα αυτά το Αστυνομικό Τμήμα Αμαρουσίου. Τέλος, το γεγονός της πλαστότητας της ανωτέρω επιταγής γνωστοποίησε, με την από 18-12-2002, στη Γενική Επιθεώρηση Τραπεζών της Τράπεζας της Ελλάδος. Ενόψει όλων αυτών, αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα εταιρεία ότι δεν ακολουθήθηκε η συμφωνηθείσα διαδικασία αποστολής του σώματος της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά απλώς διαβιβάστηκαν σ' αυτήν μόνο τα στοιχεία αυτής. Εξάλλου, η χρέωση του λογαριασμού της με το ποσό των 60.000 Ευρώ, δεν ήταν αυθαίρετη και παράνομη, όπως διατείνεται η ίδια, αλλά έγινε μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας των διαδίκων. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εκκαλούσα εταιρεία, κατά την κατάθεση της επιταγής της, η οποία, όπως δέχεται και η ίδια, οπισθογραφήθηκε προς είσπραξη λόγω, πληρεξουσιότητας και όχι προς προεξόφληση, αποδέχτηκε την προσωρινή πίστωση του λογαριασμού της, που θα καθίστατο οριστική μόνο μετά την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Περαιτέρω, όσον αφορά τον αγωγικό ισχυρισμό, κατά τον οποίο η εφεσίβλητη τράπεζα προχώρησε στη χρέωση του λογαριασμού της με το ποσό, με το οποίο τον είχε πιστώσει προσωρινά, χωρίς προηγουμένως να την προειδοποιήσει, προκειμένου να λάβει τα μέτρα της και να μεριμνήσει για την ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων, πέραν του ότι κατά τους όρους της σχετικής συμφωνίας κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, πρέπει να αναφερθεί, όπως άλλωστε έχει λεχθεί, ότι την ενημέρωσε τηλεφωνικά την ίδια ημέρα (2-4-2002). Τέλος, ως προς την επικαλούμενη καθυστέρηση διαπιστώσεως του γεγονότος ότι η επιταγή είχε πλαστογραφηθεί όσον αφορά το ποσό αυτής, πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό οφείλεται στην πληρώτρια τράπεζα και όχι στην εφεσίβλητη τράπεζα, η οποία σε κάθε περίπτωση εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και δεν ζημίωσε παράνομα την εκκαλούσα εταιρεία, όπως διατείνεται η ίδια. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη η υποχρέωση της εφεσίβλητης τράπεζας να της αποδώσει την αξία της προαναφερόμενης επιταγής, που κατέθεσε σε αυτήν, θα γεννάτο μόνο από την είσπραξή της, οπότε, με βάση τη συμφωνία τους, θα γινόταν οριστική η πίστωση του σχετικού λογαριασμού της, αφού αυτό συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν οι διάδικοι με τη συμφωνία τους αυτή, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη". Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 713 επ., 730 επ, 211 επ. ΑΚ ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων τούτων ή την υπαγωγή σ' αυτούς των διαπιστωθέντων γεγονότων και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο εδέχθη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.

Εν προκειμένω, το Εφετείο έκρινε ως ανωτέρω, αφού συνεξετίμησε μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα και ένορκη βεβαίωση. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επεκαλέσθησαν και προσεκόμισαν.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως βεβαιώνει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν". Επομένως έλαβε υπόψη και τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ήτοι το έγγραφο της BANQUE BRUXELLES LAMBERT SA και επιστολές διαμαρτυρίας, περιλαμβανόμενα στην ως άνω επιτρεπτή, κατά το είδος των εγγράφων αποδείξεων, αναφορά της αναιρεσιβαλλομένης. Δεν γεννάται άλλωστε εκ της αιτιολογίας της αποφάσεως αυτής αμφιβολία περί της εκτιμήσεως και των ανωτέρω εγγράφων. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως, είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προετάθησαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ως μη λαβόν υπόψη "πράγμα", αλλά δεν προσδιορίζει το μη ληφθέντα υπόψη αυτοτελή ισχυρισμό της. Επομένως, ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το οικείο μέρος του λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 9.12.2005 αίτηση της "ΤΡΑΝΣΑΚΤΙΟΝ ΑΕ" περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 6967/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ