Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to filing beyond the thirty-day appeal period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a final judgment rendered in absentia. The appellant filed the appeal on November 2, 2023, well after the thirty-day deadline established by law following the expiration of the fifteen-day period for challenging the default judgment. The court ruled that the appeal was procedurally inadmissible because it was submitted outside the statutory time limit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 503, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final default judgment is admissible only if filed within thirty days from the expiration of the fifteen-day period for challenging the default, and failure to meet this deadline renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 2006 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2006/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Π., (πρώην συζ. Θ. Α.), κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 963/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3322/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 26-9-2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 74/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 185/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 1-11-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 β`, 309 εδ. 1, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 557 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 περ. β' εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.
Αντιθέτως δηλαδή προς την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/1998) και, συνεπώς, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 981/2025, ΑΠ 371/2025, ΑΠ 1841/2023, ΑΠ 741/2023). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 981/2025, ΑΠ 1104/2020).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Επί εκδοθείσας ερήμην, τινός των διαδίκων μερών, εφετειακής απόφασης, αν η τελεσιδικία της επήλθε με την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας από την επίδοσή της, η ανωτέρω γνήσια προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από την επομένη της-επελθούσας με την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της ανακοπής από την επίδοσή της- τελεσιδικίας της (ΑΠ 981/2025, ΑΠ 371/2025, ΑΠ 1841/2023, ΑΠ 1200/2021).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της. Τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος είτε ύστερα από σχετική ένσταση του αναιρεσίβλητου, οπότε ο διάδικος αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, να καταθέσει τις προτάσεις του με τις οποίες προτείνει το, από την εκπρόθεσμη άσκηση, απαράδεκτο, τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, είτε και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, διότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1, δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα συνδρομής του εκπρόθεσμου της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 850/1981, ΟλΑΠ 412/1981, ΑΠ 694/2023, ΑΠ 153/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Επί της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 18-4-2003 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της, εκ μέρους της τελευταίας, από 29-1-2003 καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, την υποχρέωση της εναγομένης για αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και την αναγνώριση οφειλής της προς την ίδια μισθών υπερημερίας, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η με αριθμό 963/2004 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κατά της οριστικής αυτής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε η από 16-5-2007 έφεση της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3322/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την τελευταία, αφού έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσία η έφεση, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και η υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή μισθών υπερημερίας στην αντίδικό της, ποσού 16.199,45 ευρώ, νομιμοτόκως.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 26-9-2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 74/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη 3322/2008 απόφαση του Εφετείου στο σύνολό της και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια με την από 8-4-2014 κλήση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου και επί της ανωτέρω εφέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 185/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή της ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας της και ορίστηκε το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής.
Κατά της ανωτέρω ερήμην εφετειακής απόφασης η εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία άσκησε, αρχικά, την από 16-9-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 148/2019 που διέταξε την επανάληψη της συζήτησής της, προκειμένου να προσκομιστούν με επιμέλεια της αναιρεσείουσας τα αναφερόμενα έγγραφα προς απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης κατά το χρόνο της άσκησης (16-9-2016) της άνω αίτησης αναίρεσης.
Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 16-9-2020 κλήση της αναιρεσείουσας και με την αριθμό 1627/2023 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου η ανωτέρω αναίρεση θεωρήθηκε ως μηδέποτε ασκηθείσα, λόγω γενόμενης παραίτησης από το δικόγραφό της. Μετά ταύτα η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση, από 1-11-2023 αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης εφετειακής, με αριθμό 185/2016, απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε νόμιμα στην τελευταία στις 11-4-2022, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την με αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Σ., και σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από την ίδια με αριθμ. πρωτ. 556/2022 από 4-8-2022 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών, κατ'αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Έτσι κατέστη τελεσίδικη, κατ' άρθρο 553 παρ.1 περ.β' ΚΠολΔ, με την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας, στις 26-4-2022, και δεκτική, έκτοτε, προσβολής με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης. Από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας αυτής, δηλαδή στις 27-4-2022, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, άρχισε η γνήσια προθεσμία των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έληξε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, στις 26-5-2022 (ημέρα Πέμπτη).
Όπως, όμως, προκύπτει από την πράξη κατάθεσης, η ένδικη, από 1-11-2023 (με αριθμ. καταθ. 8965/888/2-11-2023), αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση στη γραμματεία του, εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, Εφετείου Αθηνών, στις 2-11-2023, δηλαδή μεταγενέστερα της λήξης της γνήσιας προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, των τριάντα (30) ημερών, από την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας, μετά την επίδοσή της.
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που έπρεπε να είχε κατατεθεί έως τις 26-5-2022, πλην όμως κατατέθηκε στις 2-11-2023, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει, ανεξαρτήτως του ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) προτείνεται από την αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες εμπροθέσμως την 23-9-2025, προτάσεις της, ο οποίος ερευνάται, άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2023 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", για αναίρεση της με αριθμό 185/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ