Legislator Case Law & Legislation
2006/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over machine injury due to worker's failure to use safety gear.

Case Number 2006/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment regarding an injury sustained from a defective machine. The court found the appellant liable for his own injury because he failed to use the provided safety hook despite clear instructions and his own experience. Consequently, the court ruled that the lower court's decision was legally sound and rejected the appellant's claims regarding procedural errors or lack of reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or if the judgment lacks legal basis and reasoning, but dismissal is upheld when the court correctly applied facts and safety regulations.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal worker injury liability safety equipment failure procedural error review judgment reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2006 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2006/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Ευαγγελοδήμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... και το διακριτικό τίτλο "....", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Πόντα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1555/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 608/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 3172/372/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 608/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005), ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 474/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αδικοπραξίας απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.

Κατά το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία. Κατά το άρθρο 926 εδ. α ΑΚ " αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφόσον τελέστηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί βάσει συμβάσεως (μίσθωσης εργασίας εντολής κλπ) είτε επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας και υπηρεσίας υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.

Περαιτέρω, από τα άρθρ. 914, 932 ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι' αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις.

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915.

Ειδικότερα, πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις ισχυόντων διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων (ΑΚ 662).

Τέτοια γενικά μέτρα ασφαλείας, που πρέπει να τηρούν όλοι οι εργοδότες, καθορίζονται με το ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων" (βλ. και ν. 3850/ 2010 "περί κώδικος νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων"), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες (πλην των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ.2 αυτού εξαιρέσεων) του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1 του ν. 1568/1985.

Ακόμη, με το π.δ. 17/1996 "περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ", το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές κλπ, άρθρο 1 παρ.3), ορίζεται στο άρθρο 7 (πρβλ.

και άρθρα 4 και 12 του π.δ. 377/1993, που πλέον καταργήθηκε με το άρθρο 20 του π.δ. 57/2010) ότι "ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων (άρθρο 7 παρ.1 και 5).

Επιπροσθέτως, ο εργοδότης οφείλει να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων, καθώς και να μεριμνά για την επιμόρφωση των εργαζομένων (άρθρο 7 παρ. 6). Μάλιστα, όταν ο εργοδότης αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, πρέπει αφενός να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητές του σε θέματα ασφάλειας και υγείας και αφετέρου να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνον οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες (άρθρο 7 παρ. 8 β', δ').

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 395/1994 για τις "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου 89/655/ΕΟΚ", ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση, να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς το σκοπό αυτό, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του (άρθρο 3 παρ.1).

Κατά δε την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποιήσεως του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας, καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφαλείας (άρθρο 3 παρ.2), ενώ, όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο (άρθρο 3 παρ. 3).

Επίσης, οι διατάξεις του άρθρου 4 του π.δ. 395/1994 ορίζουν ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας, ο οποίος, εάν τίθεται για πρώτη φορά στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση, πρέπει να ανταποκρίνεται στις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο εν λόγω π.δ., πρέπει δε να λαμβάνονται από τον εργοδότη τα αναγκαία μέτρα, ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται ανάλογα με την περίπτωση στις διατάξεις της νομοθεσίας καθ' όλη τη διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του και να επιτυγχάνεται ο επιβαλλόμενος βαθμός ασφάλειας.

Στο ίδιο ως άνω άρθρο ορίζονται και τα ακόλουθα: Οι έλεγχοι της παραγράφου 1 πραγματοποιούνται είτε από αναγνωρισμένους φορείς σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία είτε από τα αρμόδια πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη της εκτέλεσης μηχανολογικών εγκαταστάσεων σύμφωνα με το Ν. 6422/34 ""Περί ασκήσεως του επαγγέλματος του Μηχανολόγου, του Ηλεκτρολόγου και του Μηχανολόγου - Ηλεκτρολόγου Μηχανικού, ως και του Ναυπηγού" (412/Α) και με τα κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα διατάγματα και για τις περιπτώσεις των εγκαταστάσεων όπως στις διατάξεις αυτές καθορίζεται.

Ο εργοδότης μεριμνά ώστε στους εξοπλισμούς εργασίας τους υποκείμενους σε επιδράσεις που προξενούν φθορές ικανές να οδηγήσουν σε επικίνδυνες καταστάσεις, να διενεργούνται: α. Περιοδικοί έλεγχοι και, ενδεχομένως, περιοδικές δοκιμές, β.`Εκτακτοι έλεγχοι, κάθε φορά που σημειώνονται έκτακτα γεγονότα που ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην ασφάλεια του εξοπλισμού εργασίας, όπως μετατροπές, ατυχήματα, φυσικά φαινόμενα, μακρές περίοδοι αχρησίας, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας, καθώς και η έγκαιρη διάγνωση και αποκατάσταση των φθορών αυτών, οι δε έλεγχοι και οι δοκιμές της παραγράφου 4 πραγματοποιούνται, είτε από αναγνωρισμένους φορείς σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία είτε από τα αρμόδια πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη της λειτουργίας και συντήρησης των μηχανολογικών εγκαταστάσεων σύμφωνα με το Ν. 6422/34 και τα κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντα διατάγματα και για τις περιπτώσεις των εγκαταστάσεων όπως στις διατάξεις αυτές καθορίζεται.

Οι έλεγχοι και οι δοκιμές της παραγράφου 4 πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων. Τέλος, με το άρθρο 7 του ίδιου π.δ., ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων προλήψεως κινδύνων, ενημερώσεως και καταρτίσεως, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργανώσεως και της παροχής των αναγκαίων μέσων (άρθρο 7 παρ.1), οι δε εργαζόμενοι στους οποίους έχει ανατεθεί η χρησιμοποίηση εξοπλισμού πρέπει να εκπαιδεύονται επαρκώς στη σωστή χρήση του (άρθρο 7 παρ.3).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής: "Η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας και κατασκευής συστημάτων ηλεκτροστατικής βαφής, διατηρώντας προς τούτο εργοστάσιο στα ...

στη θέση .... Την 21.10.2011 η ανωτέρω εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, προσέλαβε τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα), προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν με την ειδικότητα του στραντζαδόρου. Με την ειδικότητα αυτή προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη έως την 20.11.2012, οπότε υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο αριστερό του χέρι, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, υπό τις ακόλουθες συνθήκες:

Την προαναφερθείσα ημερομηνία ο ενάγων εργαζόταν ως χειριστής τον μηχανήματος στραντζαρίσματος, το οποίο διαμορφώνει τα κομμάτια λαμαρίνας. Ειδικότερα, οι κινήσεις διαμόρφωσης της λαμαρίνας στο συγκεκριμένο μηχάνημα στραντζαρίσματος πραγματοποιούνται μέσω ειδικού εγκατεστημένου προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, στον οποίο μέσω οθόνης ο εκάστοτε χειριστής του μηχανήματος προεπιλέγει τα χαρακτηριστικά του προς διαμόρφωση αντικειμένου, δηλαδή το πάχος της λαμαρίνας, την σκληρότητα αυτής, τις γωνίες κάθε κομματιού λαμαρίνας προς επεξεργασία για κάθε τεμάχιο.

Ο εκάστοτε χειριστής του μηχανήματος λειτουργεί αυτό μέσω συστήματος έναρξης και παύσης της λειτουργίας του που ενεργοποιείται με ποδο- πετάλ, του οποίου το πάτημα δίνει εντολή στο μηχάνημα να κατέβει το αρσενικό καλούπι και να διαμορφώσει την λαμαρίνα. Μετά την εντολή αυτή το αρσενικό καλούπι κατέρχεται με μικρή ταχύτητα, σταματά πριν την επαφή του με τη λαμαρίνα για 12 δευτερόλεπτα και μετά ακουμπάει την επιφάνεια της λαμαρίνας και την πιέζει για να επιτευχθεί η προεπιλεγμένη από το πρόγραμμα διαμόρφωση της.

Οι προπεριγραφείσες φάσεις διαμόρφωσης της λαμαρίνας είναι σταδιακές και γίνονται με μικρή ταχύτητα λόγω του πάχους και της σκληρότητας του κάθε τεμαχίου λαμαρίνας. Όταν ολοκληρωθεί η διαμόρφωση της λαμαρίνας, το αρσενικό καλούπι επιστρέφει (αναβαίνει) με χαμηλή ταχύτητα στο αρχικό σημείο αναφοράς του.

Το αρσενικό καλούπι δεν κατεβαίνει αν δεν λάβει εντολή από το χειριστή του μηχανήματος. Στο εν λόγω μηχάνημα διαμόρφωσης λαμαρίνας (μηχάνημα στραντζαρίσματος) τοποθετούνται διαφόρων ειδών καλούπια (αρσενικό - θηλυκό) προς το σκοπό διαμόρφωσης φύλλων λαμαρίνας σε διάφορα σχήματα, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο εκάστοτε χειριστής έχει τη δυνατότητα, ανά πάσα στιγμή, να ακυρώσει την λειτουργία αυτού, μέσω του προαναφερθέντος ποδο-πετάλ.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαμόρφωσης ο χειριστής απομακρύνει τη διαμορφωμένη λαμαρίνα από το χώρο τροφοδοσίας. Η απομάκρυνση της λαμαρίνας από το χώρο τροφοδοσίας πραγματοποιείται με τη βοήθεια ενός γάντζου, ώστε να αποφεύγεται να πλησιάζουν τα χέρια του εκάστοτε χειριστή και να εισέρχονται στο μηχάνημα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, κατά την 20.11.2012 ο ενάγων εργαζόταν ως χειριστής του μηχανήματος στραντζαρίσματος προκειμένου να προβεί στη διαμόρφωση φύλλου λαμαρίνας. Κατά τη χρονική στιγμή που ο ενάγων είχε ολοκληρώσει τις προπεριγραφείσες δύο φάσεις διαμόρφωσης της λαμαρίνας από το προεπιλεγμένο πρόγραμμα και ενώ το αρσενικό καλούπι είχε επιστρέψει (ανέβει) με χαμηλή ταχύτητα στο αρχικό σημείο αναφοράς του και το μηχάνημα ήταν σε στάση, τοποθέτησε ο ενάγων το δάχτυλο του αριστερού του χεριού εντός αυτού (μηχανήματος), προκειμένου να απομακρύνει το κομμάτι της λαμαρίνας από το χώρο τροφοδοσίας, αγνοώντας το προειδοποιητικό σήμα ασφαλείας που υπάρχει στο εμπρόσθιο τμήμα του μηχανήματος, που υπενθυμίζει στο χειριστή αυτού να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά την λειτουργία του και να μην τοποθετεί σε αυτό τα χέρια του.

Κατά τη στιγμή, όμως, εκείνη έσπασε από τη βάση στήριξης το μπουλόνι που συγκρατεί το αριστερό υδραυλικό-έμβολο-άξονα της συγκράτησης του καλουπιού της στράντζας, με αποτέλεσμα να κατέλθει το καλούπι απότομα και να εγκλωβίσει την άκρη του αριστερού δείκτη του ενάγοντος. Μετά τον τραυματισμό του διακομίστηκε στο γενικό νοσοκομείο Αθηνών "Γ.

Γεννηματάς" στην κλινική πλαστικής χειρουργικής λόγω ακρωτηριασμού τραύματος ονυχοφόρου φάλαγγας αριστερού δείκτη, όπου πραγματοποιήθηκε ο απαραίτητος κλινικός εργαστηριακός έλεγχος, υποβλήθηκε σε τοπική αναισθησία σε διαμόρφωση κολοβώματος αριστερού δείκτη και εξήλθε του Νοσοκομείου την 21-11-2012 με σύσταση για αναρρωτική άδεια και επανεξέτασή του ...Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο τραυματισμός του οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης, η οποία δεν είχε επιμεληθεί, όπως όφειλε, για την ορθή συντήρηση του μηχανήματος, αναφέροντας ότι από 1,5 περίπου χρόνο είχε πέσει η στράντζα, ενώ ήταν σε θέση αναμονής (standby), ότι, επίσης, τον Οκτώβριο του έτους 2012 το μηχάνημα παρουσίασε πρόβλημα κατά την εκτέλεση της εργασίας, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον τεχνικό ασφαλείας της εναγομένης, ο οποίος με τη σειρά του κάλεσε τον τεχνικό της κατασκευάστριας εταιρείας "..." για να ελέγξει το μηχάνημα και διαπιστώνοντας ότι υπάρχει πρόβλημα σε μια πλακέτα δεν έγινε αποκατάσταση της βλάβης.

Επιπλέον ισχυρίζεται ότι περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2012 παρουσιάστηκε και πάλι πρόβλημα στο μηχάνημα, για το οποίο ενημέρωσε τον τεχνικό ασφαλείας της εναγόμενης, πλην όμως τόσο αυτός (τεχνικός ασφαλείας) όσο και η εναγομένη αδιαφόρησαν λόγω φόρτου εργασίας. Όσα ανωτέρω ισχυρίζεται ο ενάγων περί αμελούς συμπεριφοράς της εναγομένης ως προς τη συντήρηση του μηχανήματος κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον, όπως προκύπτει από το από 5-10-2010 Δελτίο αναφοράς service μηχανήματος της εταιρείας "...", την ανωτέρω ημεροχρονολογία (ήτοι πριν την πρόσληψη του ενάγοντος από την εναγομένη είχε κληθεί η ανωτέρω κατασκευάστρια εταιρεία να ελέγξει το ουγκεκριμένο μηχάνημα, όπου επισκευάστηκε ο Υ1 υδραυλικός άξονας και αντικαταστάθηκαν δυο μπουλόνια.

Επιπλέον, περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2012 κλήθηκε από την εναγομένη η κατασκευάστρια εταιρεία προκειμένου να ελέγξει το εν λόγω μηχάνημα. Κατά τον έλεγχο που διενήργησε τεχνικός της τελευταίας διαπιστώθηκε, ότι το μηχάνημα δεν κατεβαίνει από τη μικρή της Υ1 και για τον λόγο αυτό επισκευάστηκε, ενώ παραδόθηκε στην εναγομένη το από 10-9-2012 Δελτίο αναφοράς service μηχανήματος, στο οποίο αναγράφεται η διαπιστωθείσα βλάβη καθώς και η φάση "Μηχανή ΟΚ", το οποίο υπογράφηκε από τον ενάγοντα.

Περαιτέρω, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι είχε ενημερώσει την εναγομένη περί σοβαρού προβλήματος του εν λόγω μηχανήματος, η τελευταία τον πίεσε να συνεχίσει την εργασία του, αφού οποιαδήποτε βλάβη στους υδραυλικούς άξονες του μηχανήματος θα καθιστούσε τη λειτουργία αυτού αδύνατη, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν να ανέβει και να κατέβει το καλούπι διαμόρφωσης της λαμαρίνας ομοιόμορφα.

Αντίθετα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε, ότι όποτε το εν λόγω μηχάνημα παρουσίαζε βλάβη η εναγομένη καλούσε την κατασκευάστρια εταιρεία, η οποία ήταν και η μόνη αρμόδια για την επισκευή του και ουδείς άλλος νομιμοποιείτο να παρέμβει στην επισκευή ή βελτίωση αυτού πλην της ίδιας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κυρίως δε από το γεγονός ότι, όποτε το εν λόγω μηχάνημα παρουσίαζε βλάβη, η εναγομένη καλούσε την κατασκευάστρια εταιρεία η οποία το επισκεύαζε, σε συνδυασμό με την ύπαρξη στο εμπρόσθιο τμήμα του μηχανήματος προειδοποιητικών σημάτων ασφάλειας, που υπενθυμίζουν στο χειριστή αυτού να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός κατά τη λειτουργία του και να μην τοποθετεί εντός αυτού τα χέρια του, καθώς και το γεγονός ότι η εναγομένη διέθετε τεχνικό ασφαλείας, τον εξετασθέντα, στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα της μηχανολόγο παραγωγής, στον οποίο ο ενάγων απευθύνετο σε περίπτωση βλάβης του μηχανήματος, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε έλλειψη μέτρων ασφαλείας σε σχέση με τη λειτουργία αυτού.

Κατόπιν τούτων αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε έλλειψη μέτρων ασφαλείας από την πλευρά της εναγομένης αλλά ούτε σε αμέλειά της όπως αβάσιμος ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά σε πλημμελείς ενέργειες του ίδιου ενάγοντος, αφού δεν αποδείχτηκε κάποια πλημμελής προηγηθείσα συμπεριφορά της εναγομένης που οδήγησε αιτιωδώς στο ζημιογόνο ως άνω αποτέλεσμα.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του είναι ο εναγών, ο οποίος, παρά την πολυετή εμπειρία του στην ειδικότητα του στραντζαδόρου, εν γνώσει του αγνόησε τους κανόνες ασφαλείας, τις οδηγίες χρήσης του μηχανήματος στραντζαρίσματος καθώς και τα προειδοποιητικά σήματα ασφαλείας που υπάρχουν στο εμπρόσθιο τμήμα αυτού (μηχανήματος), που υπενθυμίζουν στο χειριστή του μηχανήματος να μην τοποθετεί τα χέρια και δάχτυλά του στην περιοχή διαμόρφωσης των λαμαρινών, και τοποθέτησε το δάχτυλο του αριστερού του χεριού στη περιοχή διαμόρφωσης λαμαρινών προκειμένου να αφαιρέσει κομμάτι αυτής, παρά το γεγονός ότι αυτός όφειλε να χρησιμοποιήσει κατά την απομάκρυνση του φύλλου ειδικό γάντζο, με αποτέλεσμα όταν έσπασε από τη βάση στήριξης το μπουλόνι που συγκρατούσε τον αριστερό υδραυλικό άξονα της συγκράτησης του καλουπιού της στράντζας, αυτό να κατέλθει απότομα και να εγκλωβίσει το δάχτυλό του (ενάγοντος).

Η ύπαρξη ειδικού γάντζου για την απομάκρυνση του φύλλου λαμαρίνας αποδεικνύεται από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα της εναγομένης τεχνικού ασφαλείας αυτής, απορριπτομένου ως αβασίμου του ισχυρισμού του ενάγοντος περί ανυπαρξίας αυτού. Επιπλέον, ο ίδιος ανωτέρω μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι ακριβώς δίπλα από τη μηχανή στραντζαρίσματος στην οποία εργαζόταν ο εναγών υπήρχε άλλη μια όμοια μηχανή νεότερης κατασκευής, την οποία δεν χρησιμοποιούσε κάποιος εργαζόμενος ...

και επομένως, εάν ήταν αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η μηχανή στην οποία εργαζόταν παρουσίαζε συνεχώς πρόβλημα και ότι η εναγομένη αδιαφορούσε για την επισκευή της, θα μπορούσε να εργασθεί στην τελευταία. Σύμφωνα λοιπόν με τα ως άνω αποδεχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος του εν λόγω ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του είναι ο ενάγων, ο οποίος ενήργησε εν γνώσει του κατά παράβαση των κανόνων ασφαλείας που ήσαν σε αυτόν γνωστοί και επιβεβλημένοι με βάση το εγχειρίδιο ασφαλείας και συντήρησης στραντζομηχανής καθώς και από την πολυετή εμπειρία του και ως εκ τούτου, δεν δικαιούται αυτός την αξιούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων την οποία (πρωτόδικη απόφαση) στη συνέχεια εξαφάνισε κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας την αντίθετη έφεση του αναιρεσείοντος (που έβαλε μόνο κατά του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης που τού επιδικάστηκε), ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932 ΑΚ και των πιο πάνω ειδικών διατάξεων, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και την αντίστοιχη έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαίτιας αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της κατ' αιτιώδη συνάφεια προς αυτήν επέλευση του επίδικου ατυχήματος καθώς και την απουσία αιτιώδους συνάφειας από παραλείψεις της αναιρεσίβλητης, για τις οποίες, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε ότι υπήρχαν.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των ειδικότερων διατάξεων, τις οποίες η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος τεχνίτης (με εμπειρία δεκαέξι ετών), τού είχε υποδειχθεί ότι δεν πρέπει να τοποθετεί το χέρι του στην επιφάνεια της στράντζας και τού είχε χορηγηθεί ο ειδικός γάντζος για την απομάκρυνση των επεξεργασμένων φύλλων λαμαρίνας, ώστε το χέρι του να μην πλησιάζει στο επικίνδυνο μέρος του μηχανήματος.

Δέχθηκε επιπλέον ότι το μηχάνημα υπέστη έλεγχο από εξουσιοδοτημένο τεχνικό της κατασκευάστριας εταιρείας (με τον οποίον ουδεμία σχέση πρόστησης τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, ώστε αυτή να ευθύνεται για οποιοδήποτε πταίσμα του), ότι υπήρχε κι άλλο μηχάνημα στο οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να εργαστεί, αν θεωρούσε το λειτουργούν μηχάνημα επικίνδυνο, ενώ απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του ότι είχε ειδοποιήσει τον υπεύθυνο ασφαλείας της επιχείρησης για τη δυσλειτουργία του μηχανήματος και αυτός αδιαφόρησε.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον επικουρικό λόγο της αναίρεσής του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης δεν στοιχειοθετούνται ούτε από την αποδιδόμενη στο δικαστήριο παράλειψη να ελέγξει εάν η επισκευή έγινε από πρόσωπο κατά νόμο εξουσιοδοτημένο προς τούτο, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ο έλεγχος, η συντήρηση και η επισκευή γινόταν από την κατασκευάστρια εταιρεία, ενώ ως προς τα προσόντα και τις ικανότητες του τεχνικού της να διενεργεί τις ανωτέρω εργασίες ουδεμία αμφισβήτηση διατυπώθηκε από τον αναιρεσείοντα, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας για να ερευνηθεί από το δικαστήριο.

Το δε ελάττωμα του μηχανήματος, το οποίο και συνδέεται αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη του αναιρεσείοντος, δεν αμφισβητήθηκε από την αναιρεσιβαλλομένη, η οποία περιορίστηκε (και ορθώς) να διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται υπαίτια πράξη ή παράλειψη της αναιρεσίβλητης που να συνδέεται αιτιωδώς με την ελαττωματική λειτουργία του μηχανήματος.

Επιπλέον η αναιρεσιβαλλομένη διαπίστωσε ότι η αναιρεσίβλητη τήρησε όλα τα μέτρα ασφαλείας και προστασίας του αναιρεσείοντος, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας σε αυτόν ειδικού γάντζου, τον οποίον ο αναιρεσείων, με δική του υπαιτιότητα δεν χρησιμοποίησε, εκθέτοντας ο ίδιος τη σωματική του ακεραιότητα σε κίνδυνο, καθώς τοποθέτησε το χέρι του στην επικίνδυνη περιοχή, παρά τις περί αντιθέτου σαφείς οδηγίες της αναιρεσίβλητης στις οποίες όφειλε να συμμορφωθεί, ειδικά αν συνεκτιμηθεί η πολυετής εμπειρία του στη συγκεκριμένη εργασία.

Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 191), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 3172/372/2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 608/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2022

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ