2006/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Των προσθέτως παρεμβαινουσών - καθ' ων η κλήση: 1) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Ο.Τ.Ο.Ε.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.)", νυν "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΣΕΤΑΠ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χαράλαμπο Πασά που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δήμα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated2006/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως παρεμβαινουσών ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2006 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2006/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας- καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: Ν. Λ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Λάμπρου Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Των προσθέτως παρεμβαινουσών - καθ' ων η κλήση: 1) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (Ο.Τ.Ο.Ε.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.)", νυν "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΣΕΤΑΠ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Χαράλαμπο Πασά που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Δήμα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των καθ' ων η κλήση: 1) Τριτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Γ.Σ.Ε.Ε.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σωματείου με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ (Ε.Κ.Α.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/10/2005 και 15/12/2005 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις ασκηθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου πρόσθετες παρεμβάσεις των καθ' ων η κλήση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1806/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2009/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσίβλητος με την από 5/6/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1718/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε εν μέρει την 635/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 292/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 910/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 22/7/2013 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 15/2/2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αγγελικής Αλειφεροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως παρεμβαινουσών ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-7-2013 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά τη έκδοση της 910/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 26-2-2013 λόγω μη κλητεύσεως, εκτός των άλλων, των προσθέτως υπέρ του αναιρεσίβλητου παρεμβάντων "ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΚΑ), και "ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΓΣΕΕ). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίστηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, οι ως άνω συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίοι όμως κλήθηκαν για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον αναιρεσίβλητο εκθέσεις επιδόσεως ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ρ.. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόµο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωµα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, µόνο όταν η πληµµέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωµα ή απαράδεκτο, που προέρχεται από παραβίαση δικονοµικών διατάξεων και όχι διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του άνω Κώδικα προβλεπόμενο λόγο (Ολ.
ΑΠ1/1999). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λεγόμενη έκτακτη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στη σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Και τούτο γιατί η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ρυθμίζεται ειδικά από τους ν. 2112/1920 και 3198/1955, οι οποίοι και ορίζουν περιοριστικά τους λόγους έκτακτης καταγγελίας, ώστε να μη υπάρχει πεδίο εφαρμογής για το άρθρο 672 ΑΚ (ΑΠ 541/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 "πάσα αξίωσης μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας".
Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη. 'Όταν δε παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα.
Στην προκείµενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτουν τα εξής: Επί των από 25-10-2005 και από 15-12-2005 δύο αγωγών του αναιρεσίβλητου, κατά της αναιρεσείουσας Α.Τ.Ε. και άλλων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 1806/2007 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, µε την οποία έγιναν δεκτές αυτές κατά την κύρια βάση τους.
Επί εφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, των τότε διαδίκων, µεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η 635/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (MΠρΑθ 1806/2007), απέρριψε τις αγωγές κατά την κύρια βάση τους, ως µη νόµιµες, χωρίς να ερευνήσει την επικουρική τους βάση.
Στη συνέχεια, επί αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της άνω εφετειακής αποφάσεως, εκδόθηκε η 1718/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, µε την οποία α) απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως, κατά το µέρος που έπληττε την τότε προσβαλλόµενη απόφαση για εσφαλµένη απόρριψη των αγωγών, κατά την κύρια βάση τους, ως μη νομίμων (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ β) έγινε δεκτή, κατά το λόγο ότι άφησε αδίκαστη αίτηση (άρθρ. 559 αρ. 9 ΚΠολΔ), και ειδικότερα ότι παρέλειψε να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις των αγωγών περί ακυρώσεως των αναφερόµενων σ' αυτές δύο αποφάσεων του Διοικητικού Συµβουλίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας (εναγομένης), λειτουργούντος ως πειθαρχικού συµβουλίου, µε τις οποίες επιβλήθηκαν στον αναιρεσίβλητο υπάλληλό της, οι αναφερόµενες πειθαρχικές ποινές, λόγω εκδόσεώς τους καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, προκειµένου να ερευνήσει τις αγωγές κατά τις ως άνω επικουρικές βάσεις τους. Στη συνέχεια, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόµενη από την εναγοµένη Τράπεζα απόφαση, µε την οποία έγιναν κατ' ουσίαν δεκτές οι πιο πάνω αγωγές, ως προς τις επικουρικές τους βάσεις και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των υπ' αριθ. 19/23-11-2004 και 26/22-11- 2005 αποφάσεων του Διοικητικού Συµβουλίου της εναγοµένης (ήδη αναιρεσείουσας), το οποίο, ενεργώντας ως πειθαρχικό συµβούλιο, είχε επιβάλλει με τις αποφάσεις του αυτές στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) τις πειθαρχικές ποινές της προσωρινής παύσεως έξι (6) µηνών και της οριστικής απόλυσης, αντίστοιχα.
Από την επισκόπηση, ειδικότερα, των άνω αγωγών προκύπτει, ότι µε αυτές ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) ζήτησε, για τους αναφερόµενους σ' αυτές λόγους, μόνο την ακύρωση (ορθότερα την αναγνώριση της ακυρότητας) των πιο πάνω πειθαρχικών αποφάσεων, χωρίς να επικαλεσθεί ακυρότητα καταγγελίας της εργασιακής του συµβάσεως µετά της εναγοµένης και ήδη αναιρεσείουσας Α.Τ.Ε.
και χωρίς να υποβάλει αίτηµα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας τέτοιας καταγγελίας, ούτε να προβάλει αξιώσεις κατ' αυτής λόγω ακυρότητας της καταγγελίας. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, α) ότι το Εφετείο εσφαλµένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και του άρθρου 672 ΑΚ, και β) εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή της περί ελλείψεως εννόµου συµφέροντος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της δεύτερης (από 15-12-2005) αγωγής του, για αναγνώριση της ακυρότητας της 26/22-11-2005 αποφάσεως του Δ.Σ.
αυτής, ως Πειθαρχικού Συμβουλίου, καθόσον η σύµβαση εργασίας του τελευταίου καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο µε το 270Β/8124/5-12-2005 έγγραφό της, που του επιδόθηκε αυθηµερόν, ως απόρροια της ανωτέρω (26/22-11-2005) αποφάσεως του Διοικ. Συµβουλίου της και ως εκ τούτου η εν λόγω εργασιακή σύµβαση λύθηκε νοµίµως, κατά το άρθρο 672 ΑΚ., εφόσον δε ο αναιρεσίβλητος δεν άσκησε την ανωτέρω αγωγή του εντός της αποκλειστικής προθεσµίας των τριών µηνών από της καταγγελίας, επήλθε έκπτωση από το αγωγικό δικαίωµά του και συνεπώς παρά το νόµο δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωµα ασκήσεως της αγωγής αυτής, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πληµµέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, που ενδιαφέρουν εδώ: "Η τρίτη εναγομένη Α.Τ.Ε. ισχυρίζεται ότι ο ενάγων στερείται εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της δεύτερης από 15/12/2005 αγωγής, µε την οποία ζητείται, επικουρικά, η αναγνώριση ως άκυρης της µε αρ. 26/22.11.2005 απόφασης του Διοικητικού Συµβουλίου της τρίτης εναγοµένης, το οποίο συνεδρίασε σε πρώτο και τελευταίο βαθµό ως Πειθαρχικό Συµβούλιο και µε την οποία επιβλήθηκε στον ενάγοντα η πειθαρχική ποινή οριστικής απόλυσης, η οποία (απόφαση) επιδόθηκε σ' αυτόν στις 5/12/2005 και αναγγέλθηκε εµπροθέσµως στον ΟΑΕΔ, οπότε επήλθαν τα έννοµα αποτελέσµατά της, ήτοι η λύση της εργασιακής σύµβασης του ενάγοντος και διαγράφτηκε από τα µητρώα υπαλλήλων της, διότι, (όπως ισχυρίζεται), η καταγγελία ως διαπλαστική απευθυντέα δικαιοπραξία από το χρονικό σηµείο της περιέλευσής της στον µισθωτό επιφέρει την λύση της µεταξύ των µερών σύµβασης εργασίας και συνεπώς η ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης επιδιώκεται χωρίς έννομο συμφέρον και είναι αλυσιτελής, αφού οποιαδήποτε ακύρωσή της (απόφασης) δεν επιδρά επί του κύρους της λύσεως της εργασιακής σύμβασης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι παρήλθε η οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 αποσβεστική τρίμηνη προθεσμία, χωρίς να έχει ασκηθεί από τον ενάγοντα αγωγή, που να προσβάλλει την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης ως άκυρη.
Ο ισχυρισμός αυτός που συνιστά ένσταση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού... η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι τους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που την συμπληρώνει, με την οποία επιβάλλεται πειθαρχική ποινή σ' αυτούς, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με την νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή παράλειψη συνιστά πειθαρχικό αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη της βαρύτητας του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Ανεξάρτητα, όμως και πέραν από τα ανωτέρω, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το επιδοθέν στον ενάγοντα, στις 5/12/2005, υπ' αρ. πρωτ... έγγραφο, του κοινοποιήθηκε η 435/2.12.2005 απόφαση του Διοικητή της τρίτης εναγομένης ΑΤΕ, με την οποία λύθηκε η υπαλληλική σχέση και η διαγραφή ταυ ενάγοντος από τα μητρώα των υπαλλήλων της από 22/11/2005, δηλαδή από την ημερομηνία, που εκδόθηκε η προδιαληφθείσα 26/22.11.2005 πειθαρχική απόφαση του Διοικητικού [Πειθαρχικού] Συμβουλίου περί επιβολής στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής οριστικής απόλυσης, δηλαδή δεν χώρησε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για σπουδαίο λόγο [άρθρο 672 ΑΚ], όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ΑΤΕ και δεν τυγχάνει εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 3198/1955, το οποίο καθιερώνει τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της σχετικής αγωγής αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, αλλά η λύση της εργασιακής σχέσεως επήλθε λόγω της επιβολής στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 127 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού της εναγομένης".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, εφόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και τούτο διότι µε τη δεύτερη από τις πιο πάνω αγωγές δεν ζητείται η αναγνώριση ακυρότητας καταγγελίας της συµβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ούτε προβάλλονται αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια ακυρότητα, αλλά με την αγωγή αυτή ζητείται µόνο η αναγνώριση της ακυρότητας της 26/22-11-2005 αποφάσεως του Δ.Σ.
της εναγοµένης και ήδη αναιρεσείουσας, µε την οποία επιβλήθηκε σ' αυτόν η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν 3198/1955 σε συνδ. με άρθρο 672 ΑΚ και αποδίδεται σ'αυτό η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα ασκήσεως της δεύτερης αγωγής (από 15-12-2005), ενόψει του ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, και τούτο διότι το καθιερούμενο με την τελευταία διάταξη απαράδεκτο είναι ουσιαστικό και όχι δικονομικό, ως τέτοιο δε δεν στοιχειοθετεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή αν και ο αναιρεσίβλητος δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκησή της, αφού η ακύρωση της πειθαρχικής απόφασης επιδιώκεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας αυτού λύθηκε με καταγγελία, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι χώρησε τέτοια καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν χώρησε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου για σπουδαίο λόγο (άρθρ. 672 ΑΚ), αλλά η λύση της εργασιακής του σχέσεως επήλθε λόγω επιβολής σ'αυτόν της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης, σύμφωνα με το άρθρο 127 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της αναιρεσείουσας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσεως, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 610/2007).
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 260/2011, ΑΠ 502/2007).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόµενη απόφαση στερείται νόµιµης βάσης, διότι έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολονίες, σε ζήτηµα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ως προς την ύπαρξη ή µη σπουδαίου λόγου για την εκ µέρους της καταγγελία της εργασιακής συµβάσεως του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι έγινε τέτοια καταγγελία, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης δεν χώρησε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσίβλητου για σπουδαίο λόγο (άρθρ. 672 ΑΚ), αλλά η λύση της εργασιακής σχέσεως επήλθε λόγω της επιβολής στον τελευταίο πειθαρχικής ποινής (οριστικής απόλυσης), κατ' εφαρµογή του άρθρου 127 παρ.1 περ.
ε' του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόµου, Οργανισµού της αναιρεσείουσας (ΦΕΚ Β', 389/2-4-1973). Από τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ.2 του Οργανισµού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ο οποίος, όπως σημειώθηκε, έχει ισχύ ουσιαστικού νόµου, προκύπτει ότι, ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συµβούλιο σε πρώτο και τελευταίο βαθµό για τους ανώτατους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας, µε βαθµό Υποδιευθυντή και Διευθυντή, λειτουργεί το Διοικητικό Συµβούλιο της Τράπεζας, που συντίθεται και λειτουργεί σύµφωνα µε τις διατάξεις του Οργανισµού της, ο οποίος ρυθµίζει τις σχέσεις αυτής µε το προσωπικό της.
Εξάλλου, οι αποφάσεις των αρµόδιων πειθαρχικών συµβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη απέναντι στους εργαζοµένους, η οποία πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύµβαση και τον κανονισµό που τη συµπληρώνει, υπόκεινται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά µε τη νοµιµότητά τους, αν δηλαδή εκδόθηκαν από αρµόδιο όργανο µε νόµιµη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόµενη διαδικασία (στα πλαίσια της οποίας ελέγχεται και η τήρηση των θεµελιωδών δικονοµικών αρχών και εγγυήσεων υπέρ της ισότητας, της απολογίας και της εν γένει υπερασπίσεως του εργαζοµένου), αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωµα σύµφωνα µε το νόµο, αν η επιβολή πειθαρχικής ποινής είναι δικαιολογηµένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη µε τη βαρύτητα του παραπτώµατος ή, αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 Α Κ.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ο προβλεπόµενος από αυτό λόγος αναίρεσης της αποφάσεως για έλλειψη νόµιµης βάσης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριµένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδροµής των νόµιµων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρµόστηκε ή περί της µη συνδροµής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρµονή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά µε το χαρακτηρισµό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννοµο συµφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόµενη πληµµέλεια δεν επιδρά κατά νόµο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Περαιτέρω, επί επάλληλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε µία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και µια δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς µε λόγο αναιρέσεως, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελείς (ΑΠ 1774/2011).
Στην προκείµενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφασή του, το Εφετείο, µε βάση τα ανελέγκτως γενόµενα από αυτό δεκτά πραγµατικά περιστατικά, σε σχέση µε την επικαλούµενη από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα ακυρότητα της 26/22-11-2005 αποφάσεως του Δ.Σ. της αναφεσείουσας - εναγοµένης, ως πειθαρχικού συµβουλίου, µε την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, έκρινε, κατά παραδοχή των σχετικών κεφαλαίων (λόγων ακυρότητας) της επικουρικής βάσης της από 15-12-2005 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ότι η ανωτέρω πειθαρχική απόφαση είναι άκυρη.
Την κρίση του αυτή στήριξε, στις εξής επάλληλες αιτιολογίες: α) ότι στο πρόσωπο του Δ. Μ., Διοικητή και Προέδρου του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας Α.Τ.Ε., λειτουρνούντος ως πειθαρχικού συµβουλίου, το οποίο κατά τη συνεδρίασή του της 12-1-2005, µε την 1 /12-1-2005 απόφασή του, µε πρόταση και εισήγηση του ιδίου (Δ. Μ.), άσκησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του αναιρεσιβλήτου, ανώτατου υπαλλήλου της Τράπεζας (Διευθυντή) και τον κάλεσε σε γραπτή απολογία για αδικήµατα, που του αποδόθηκαν ότι διέπραξε ως Προϊστάµενος της Διεύθυνσης Τραπεζικών Ε.
αυτής (σύµπραξη στην έγκριση υπέρογκων δανειοδοτήσεων εταιριών, ζηµιογόνων για την Τράπεζα, ελλείψει επαρκών διασφαλίσεων) και για τα οποία τελικώς τιµωρήθηκε ως άνω (µε την 26/22-11-2005 απόφαση), συνέτρεχαν εµπάθεια και λόγοι ιδιάζουσας εχθρότητας προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, λόγω µακροχρόνιας προσωπικής αντιπαράθεσης και συγκρούσεων, εξαιτίας αντίθετων πολιτικών θέσεων και αντιτιθέµενης συνδικαλιστικής δράσης, καθώς και συναφών δικαστικών αντιδικιών µεταξύ τους, που επέβαλλαν την εξαίρεσή του και τη µη συµµετοχή του στο Συµβούλιο εκείνο, κατ' επιταγή του άρθρου 88 παρ.3 περ.
α' του (έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόµου) Οργανισµού της αναιρεσείουσας, µε το οποίο ορίζεται, ότι ο υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει κώλυµα συµµετοχής σε συνεδρίαση συλλογικού οργάνου ή να απέχει της επιλύσεως ζητήµατος, εφόσον υφίστανται λόγοι ιδιάζουσας φιλίας ή εχθρότητας προς εκείνον που αφορά, η ενέργεια αυτού και β) ότι κατά τη συνεδρίαση της 22-11-2005 του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας, ως πειθαρχικού συµβουλίου, κατά την οποία εκδόθηκε η 26/22-11-2005 απόφαση αυτού, µε την οποία επιβλήθηκε στον αναιρεσίβλητο η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης, το εν λόγω Δ.Σ., απορρίπτοντας το υποβληθέν από τον τελευταίο αίτηµα περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως, προκειµένου να συµπαρασταθεί µετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Λάµπρου Μακρυγιάννη, ο οποίος αδυνατούσε για σηµαντικό λόγο να παρευρεθεί στη συνεδρίαση εκείνη του Δ.
Σ., στέρησε τον πειθαρχικώς εγκαλούµενο αναιρεσίβλητο από το κατοχυρούµενο από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 του Συντάγµατος και 6 παρ.3 εδ. γ' της Ε.Σ.Δ.Α. (που κυρώθηκε µε το Ν.Δ. 53/1974 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόµου, σύµφωνα µε το άρθρο 28 παρ.1 του Συν/τος) υπερασπιστικό δικαίωµα της προηγούµενης ακροάσεως που υφίσταται και επί των πειθαρχικών διαδικασιών.
Ενόψει τούτων, η αποδιδόµενη στην προσβαλλόµενη απόφαση, µε τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτηµα της µη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου κατά τη συνεδρίαση του Δ. Σ. της αναιρεσείουσας της 22-11-2005, οπότε αποφασίστηκε η οριστική απόλυσή του, είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την προσβαλλόµενη απόφαση, (µε την οποία, εκτός των άλλων, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της 26/22-11-2005 αποφάσεως του Δ.
Σ. της αναιρεσείουσας), µόνον ως προς την επάλληλη αιτιολογία της περί ακυρότητας λόγω της στερήσεως του δικαιώµατος ακροάσεως του αναιρεσιβλήτου κατά την πειθαρχική διαδικασία, κατά παράβαση της θεµελιώδους δικονοµικής αρχής της υπερασπίσεως, όχι δε και κατά την αιτιολονία αυτής περί µη νόµιμης συνθέσεως του Δ.
Σ. της αναιρεσείουσας, το οποίο άσκησε την πειθαρχική δίωξη, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω πειθαρχική απόφαση, παράβαση που επίσης συνεπάγεται την ακυρότητα της ίδιας αποφάσεως και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (προσβαλλόμενης απόφασης) στα πλαίσια του δικαστικού ελέγχου της νοµιµότητας των αποφάσεων των πειθαρχικών συµβουλίων, σύµφωνα µε τα εκτεθέντα, µε συνέπεια η προβαλλόµενη µε τον ανωτέρω λόγο πληµµέλεια (που αφορά τη µια µόνο από τις πιο πάνω δύο κύριες αιτιολογίες) να µην επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόµενης αποφάσεως.
Εποµένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο της παραποµπής δεν συµµορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται µόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά το άρθρο 580 παρ.4 του άνω Κώδικα, οι αποφάσεις της ολοµέλειας και των τµηµάτων του Αρείου Πάγου δεσµεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται µε τη ίδια υπόθεση ως προς τα νοµικά ζητήµατα που έλυσαν και, τέλος, µε το άρθρο 581 παρ.2 αυτού ορίζεται, ότι στο Δικαστήριο της παραποµπής η υπόθεση συζητείται µέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασµό των διατάξεων τούτων προκύπτει, ότι οι αναιρετικές αποφάσεις είναι δεσµευτικές όχι µόνο για το Δικαστήριο της παραποµπής, αλλά και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραποµπής, η δέσµευση δε αυτή περιορίζεται µόνο στα νοµικά ζητήµατα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, µε την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως τα οποία µπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονοµικό δίκαιο (ΑΠ 1659/2011) και, όταν το Δικαστήριο της παραποµπής δεν συµµορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νοµικό ζήτηµα, για το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που δόθηκε από τον Αρειό Πάγο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Δικαστηρίου της παραποµπής, εφόσον µε το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τµήµα της εκείνο, κατά το οποίο συµµορφώθηκε προς την αναιρετική. Στην προκείµενη περίπτωση, µε τον πέµπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόµενη απόφαση αναιρετικές πληµµέλειες από τις διατάξεις α) του άρθρου 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ., επικαλούµενη εσφαλµένη αποδοχή του Εφετείου περί υπάρξεως δεδικασµένου, µε την κρίση της προσβαλλόµενης αποφάσεως, ότι δεσµεύεται από τη 1718/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου επί του νοµικού ζητήµατος, ότι οι επικουρικές βάσεις των ένδικων από 25-10-2005 και 15-12-2005 αγωγών του αναιρεσιβλήτου περιέχουν τα αναγκαία για τη νοµική θεµελίωσή τους στοιχεία, και β) του άρθρου 559 αριθ. 14 κ.Πολ.Δ., επικαλούµενη παρά το νόµο µη κήρυξη απαραδέκτων από το Εφετείο, παρά τη νόµιµη υποβολή ενώπιόν του σχετικής ενστάσεως αυτής, των πιο πάνω αγωγών, λόγω απαράδεκτης επικουρικής εναγωγής (κατά παράβαση του άρθρου 219 ΚΠολΔ) της αναιρεσείουσας και συνακόλουθης αοριστίας των δικογράφων τους.
Ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και ως προς τα δύο σκέλη του, σύµφωνα µε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., διότι µε αυτόν προσβάλλεται απόφαση του Δικαστηρίου της παραποµπής κατά το τµήµα της εκείνο, κατά το οποίο συµµορφώθηκε προς την αναιρετική υπ' αριθ. 1718/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, µε την οποία, αφού αναιρέθηκε η τότε προσβληθείσα απόφαση, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, προκειµένου να ερευνηθούν οι αγωγές κατά τις ως άνω μη ερευνηθείσες (επικουρικές) βάσεις τους, οπότε το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο) ακολουθώντας, ως προς το ζήτηµα για το οποίο αναιρέθηκε η απόφαση (αδίκαστες αιτήσεις), τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, ήταν υποχρεωµένο, να ερευνήσει κατ' ουσίαν τις επικουρικές βάσεις των αγωγών και να µη τις απορρίψει, ως απαράδεκτες ή αόριστες, εφόσον ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι ήταν νοµικά βάσιµες, κρίση που προϋποθέτει την προηγούµενη έρευνα περί του παραδεκτού και του ορισµένου τούτων.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις αγωγές, δεν υφίσταται επικουρική ή διαζευκτική εναγωγή περισσοτέρων, αλλά με αυτές ζητείται (πλην της κυρίας βάσεως) επικουρικά να αναγνωριστεί η ακυρότητα των 19/23-11-2004 και 26/22-11-2005, αντιστοίχως, αποφάσεων του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας (ως Πειθαρχικού Συμβουλίου), έναντι των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η τελευταία. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-3-2012 αίτηση της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 292/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινουσών συνδικαλιστικών οργανώσεων 1) "Ο.Τ.Ο.Ε." και 2) "Σ.Ε.Α.Τ.Ε." και ήδη "Σ.Ε.Τ.Α.Π.", που παρέστησαν, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για τον αναιρεσίβλητο και σε επτακόσια (700) ευρώ για κάθε παρεμβαίνουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ