2006/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2006/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14ΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην πληττόμενη απόφαση διότι κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της νομής των αναιρεσειόντων επί των επίδικων ακινήτων, διότι ως προς αυτό δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 του α.
Full text
Απόφαση 2006 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2006/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) .... και 2) .... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σοφοκλή Στεφανίδη.
Του αναιρεσίβλητου:Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, o δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για προσωπικούς λόγους, διότι, όπως δήλωσε, μόλις ανέλαβε την υπόθεση και ήθελε περισσότερο χρόνο για την ενημέρωση του.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε μυστικά επί της έδρας και δια του προέδρου του δημοσίως στο ακροατήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, κρίνοντας ότι έχει παρασχεθεί στους αναιρεσείοντες επαρκής χρόνος για την προετοιμασία της υποστήριξης των απόψεων τους και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92 ΤΠ/1997 μη οριστική,46/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2004 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-204 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-7-2004 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ΄αριθμ.29/2004 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων",που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθ.18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν.2732/1999, όποιος αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου που κατέχεται από το Δημόσιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο να κοινοποιήσει με δικαστικό κλητήρα στο Δημόσιο αίτηση, περιλαμβάνουσα τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση που βρίσκεται και τα όρια του αξιούμενου ακινήτου, τους τίτλους επί των οποίων στηρίζει το δικαίωμά του και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας των μαρτύρων που μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αίτησης μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για αποδοχή των αξιώσεών τους, στο σύνολο ή κατά ένα μέρος , να ασκήσουν αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι και πριν την τροποποίηση του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938 με το άρθρο 24 του ν.2732/1999 υπήρχε πρόβλεψη περί απαραδέκτου της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου που κατέχεται από το Δημόσιο, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αγωγής αυτής και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.14ΚΠολΔ, με τον οποίοι προβάλλεται η αιτίαση, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτη, η με αριθμ. κατάθεσης 217/8-10-1996 ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου, διότι δεν τηρήθηκε η ανωτέρω διαδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 του προαναφερθέντος νόμου, καθόσον στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 24 του ν.2732/1999, δεν υπήρχε πρόβλεψη κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής αν πριν την έγερσή της δεν είχε προηγηθεί η ανωτέρω προδικασία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την αυτή διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14ΚΠολΔ, αποδίδεται σφάλμα στην πληττόμενη απόφαση διότι κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της νομής των αναιρεσειόντων επί των επίδικων ακινήτων, διότι ως προς αυτό δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 8 του α.
ν. 1539/1938. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα γεγονότα που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες προς θεμελίωση του ανωτέρω αιτήματος της αγωγής, προκειμένου να κριθεί αν η αγωγή, εκτός της διεκδικητικής, περιείχε και βάση περί προστασίας της νομής τους κατά τα άρθρα 984, 987 και 989 ΑΚ, αλλά αποσπασματική αναφορά μόνο γίνεται σ΄ αυτήν, με την φράση ότι οι αναιρεσείοντες είχαν ζητήσει να αναγνωρισθούν νομείς, κύριοι και κάτοχοι των επίδικων ακινήτων.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της εσφαλμένης απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης, διότι υπήρξε σχετική αίτηση των αναιρεσειόντων προς το Ελληνικό Δημόσιο, την οποία δεν έλαβε υπόψη η πληττόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται αν ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων προβλήθηκε στο Εφετείο.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να εκτίθενται σ΄ αυτόν, εκτός των άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, καθόσον περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία στο θέμα της άσκησης από το αναιρεσίβλητο διακατοχικών πράξεων στα επίδικα ακίνητα κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, διότι δεν προσδιόρισε τις διακατοχικές αυτές πράξεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το ως άνω ζήτημα, αλλά περιορίζεται σε αποσπασματική αναφορά των παραδοχών, η οποία δεν επιτρέπει τον ζητούμενο αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως είναι τα έγγραφα (άρθρο 339, 432επ ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ΄ αριθμ. 72 και 73 από 28/12/1995 απαντήσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Νομού Κυκλάδων, από τις οποίες προκύπτει η αντίδραση και η διαμαρτυρία των αναιρεσειόντων στα υπ΄ αριθ. 2152 και 2153/16-10-1995 έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Κυκλάδων, με τα οποία γνωστοποιήθηκε σ΄ εκείνους ότι τα επίδικα ακίνητα εποπτεύονταν από τη Δασική Υπηρεσία τα οποία και διαχειρίζεται ως δημόσια κτήματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στην οποία ερευνητέο ήταν το ζήτημα της κατοχής των επιδίκων από το Δημόσιο.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, μέμφεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ανεπαρκή αιτιολογία, διότι δέχθηκε ότι η κατοχή των επίδικων ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν αντέδρασαν στα υπ΄ αριθ.
Πρωτοκ.2152 και 2153/16-10-1995 έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών του Νομού Κυκλάδων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου σχετικά με το ως άνω ζήτημα, αλλά περιορίζεται σε αποσπασματική αναφορά των παραδοχών της πληττόμενης απόφασης, η οποία ως τέτοια δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.10 περ. α ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αφού επί του ζητήματος της κατοχής των επίδικων ακινήτων από το αναιρεσίβλητο στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, από τις οποίες δεν αποδεικνύονταν ο ισχυρισμός του αυτός.
Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, επικουρικώς όπως εκτιμάται, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την αναφορά στην πληττόμενη απόφαση, ότι για τη διαμόρφωση της κρίσης του λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, των οποίων γίνεται ειδική μνεία, και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αδιαστίκτως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό της κρίσης του, και το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19), πρέπει να καθορίζεται, πλην των άλλων, και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή είναι το ελλείπον στοιχείο που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 32/1996). Συνακόλουθα, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο συνδέεται με την ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον οι προαναφερθέντες 2ος και 3ος λόγοι αναίρεσης αφορούν εσφαλμένη αιτιολογία αυτής, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ούτε τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης αναφέρει, ούτε καθορίζεται μ΄ αυτόν η νομική πλημμέλεια του Εφετείου η οποία να στοιχειοθετεί τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2004 αίτηση αναίρεσης των .... κλπ, κατά της 29/2004 απόφασης του εφετείου Αιγαίου,Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ