Supreme Court allows appeal against termination of employment contract, remanding case for further trial on damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the termination of an indefinite-term employment contract, finding the dismissal invalid due to lack of written notice and unpaid severance. The court held that the employee has the option to either claim back wages for the invalid termination or accept the severance payment, but did not find clear evidence of a waiver of this right. Consequently, the lower court's decision was annulled and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 174, 656 of the Civil Code; The invalidity of terminating an employment contract is relative to the employee, who may choose to claim back wages or accept the severance payment, and this right cannot be waived without clear and specific intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2005 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2005/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ.-Μ. Γ. του Β., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Άρη Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Έλλης Ανδριανάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 152/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6251/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 174, 656 Α.Κ, 1,3 του Ν. 2112/1920 , όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4558/1930, του Β.Δ της 16/18-7-1920 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη αν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της, να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι σχετική και η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, που έγινε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ, γιατί αποσκοπεί στη προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος των μισθωτών και η εν λόγω προστασία δεν μπορεί να επιβάλλεται χωρίς τη θέλησή τους, ήτοι η επίκληση της ακυρότητας της καταχρηστικής απολύσεως αναγνωρίζεται ως δικαίωμα, το οποίο ανήκει μόνο στον απολυόμενο και ασκείται προαιρετικά και όχι υποχρεωτικά.
Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, όπως και σε κάθε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά παράβαση του νόμου, ο μισθωτός έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας, είτε να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής του κύρους της να τη θεωρήσει έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της οφειλόμενης αποζημιώσεως.
Περαιτέρω, σε σχέση με την ακυρότητα της καταγγελίας, ο μισθωτός μπορεί να παραιτηθεί από το δικαίωμα της προσβολής της, σύμφωνα με το άρθρο 156 ΑΚ, με ρητή ή σιωπηρή παραίτηση. Η τελευταία μπορεί να συναχθεί και από εκδηλώσεις ή πράξεις του δικαιούχου, που κυρίως έγιναν για άλλο σκοπό, πλην όμως ενέχουν συμπερασματικώς και άλλη δικαιοπρακτική βούληση, ήτοι εκείνη της παραιτήσεως από το ως άνω δικαίωμα.
Η σιωπηρή δε παραίτηση πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Έτσι, η δήλωση του μισθωτού προς τον εργοδότη, ότι εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως και δεν διατηρεί αξιώσεις κατ` αυτού, αν συνοδεύεται με δήλωση επιφυλάξεως, δεν σημαίνει ότι ο μισθωτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικλήσεως της ακυρότητας της απολύσεως, διότι η επιφύλαξη υποδηλώνει ότι αυτός δεν αποκλείει την άσκηση του δικαιώματος αυτού εντός της τρίμηνης προθεσμίας.
Το αυτό ισχύει ως προς τη δήλωση του μισθωτού ότι εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως, αν δεν συνοδεύεται με δήλωση επιφυλάξεως και εφόσον ο μισθωτός προσέβαλε εμπροθέσμως με αγωγή την ακυρότητα της απολύσεως ή εισέπραξε την αποζημίωση για να αντιμετωπίσει επείγουσες ανάγκες του ίδιου ή της οικογένειάς του.
Αλλά και αν δεν συντρέχουν οι τελευταίες προϋποθέσεις, το γεγονός ότι ο μισθωτός εισέπραξε την αποζημίωση απολύσεως χωρίς να διατυπώσει αμέσως επιφύλαξη δεν υποδηλώνει παραίτησή του από την επίκληση της ακυρότητας της απολύσεως.(ΑΠ 1418/2008, 1402/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, λόγοι αναίρεσης που κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς είναι, εκτός άλλων, και εκείνοι που προτείνονται επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση και μόνο που ήθελε κριθεί βάσιμος ο προβαλλόμενος ως κύριος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1327/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής : "...Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία επίπλων και ειδών γραφείου και σπιτιού.
Στα πλαίσια της εν λόγω δραστηριότητας της η εναγομένη προσέλαβε στις 15-3-1999 την ενάγουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου, βοηθού εξαγωγικών διαδικασιών, αντί μηνιαίων αποδοχών που ανέρχονται τον μήνα Σεπτέμβριο τους έτους 2013 στο ποσό των 1298 ευρώ.
Η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την 7-10-2013, ημερομηνία κατά την οποία επήλθαν τα αποτελέσματα της από 7-6-2013 τακτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της με προειδοποίηση, στην οποία προέβη η εναγομένη. Η ενάγουσα προσυπέγραψε το έγγραφο της ως άνω καταγγελίας, το οποίο η εναγομένη κοινοποίησε σ' αυτή, διατυπώνοντας στο τέλος του εν λόγω εγγράφου την ακόλουθη επιφύλαξη "Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου".
Στην συνέχεια στις 7-10-2013 η εναγομένη εγχείρισε στην ενάγουσα το με ίδια ημερομηνία έγγραφο, που επιγράφεται καταγγελία σύμβασης εργασίας, το οποίο επίσης προσυπέγραψε η ενάγουσα, χωρίς να διατυπώσει αυτή τη φορά κάποια επιφύλαξη. Στο ως άνω από 7-10-2013 έγγραφο αναγραφόταν ότι η αποζημίωση απόλυσης, που δικαιούτο η ενάγουσα, ανερχόταν στο ποσό των 7.571,67 ευρώ, το οποίο θα της καταβαλλόταν σε τρεις δόσεις και συγκεκριμένα στις 7-10-2013 η πρώτη δόση, στις 9-12-2013 η δεύτερη και στις 7-2-2014 η τρίτη από αυτές.
Η εναγόμενη υπήρξε συνεπής στην καταβολή της πρώτης δόσης της αποζημίωσης απόλυσης πλην όμως στις 9-12- 2013 και στις 7-2-2014 δεν κατέβαλε αντίστοιχα τις δεύτερη και τρίτη των δόσεων. Για το λόγο αυτό η ενάγουσα άσκησε κατά της εναγομένης την από 5-3-2014 αγωγή της, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα, αφού επικαλείτο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ήταν άκυρη, λόγω μη καταβολής της δεύτερης και της τρίτης των δόσεων της αποζημίωσης απόλυσής της, ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα ενός έτους και συγκεκριμένα από 7-10-2013 μέχρι 7-10-2014.
Μετά την επίδοση της ως άνω από 5-3-2014 αγωγής στην εναγομένη, που έλαβε χώρα στις 7-3-2014, η τελευταία απέστειλε στην ενάγουσα την από 28-3-2014 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 31-3-2014, με την οποία η εναγομένη, αφού ισχυρίσθηκε ότι η μη έγκαιρη καταβολή των υπολοίπων δόσεων της αποζημίωσης απόλυσης οφειλόταν σε έλλειψη ρευστότητας, που αυτή αντιμετώπιζε, η οποία μάλιστα την οδήγησε στην υπαγωγή της στις διατάξεις του άρθρου 99 επ.
του Πτωχευτικού Κώδικα, καλούσε την ενάγουσα να παραλάβει σε εξόφληση του υπολειπομένου ποσού της αποζημίωσης απόλυσης την αναφερόμενη σ' αυτή επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ποσού 4.543, 01 Ευρώ, σε περίπτωση δε αρνήσεως της να παραλάβει την εν λόγω επιταγή, αυτή θα προέβαινε στην κατάθεση του ως άνω ποσού στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Στη συνέχεια, επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή, η εναγομένη κατέθεσε το ποσό αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως αυτό, προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη με αριθμό πρωτοκ. ... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης. Ακολούθως το γραμμάτιο αυτό παραλήφθηκε στις 15-4-2014 από τον Δ.
Ε., ο οποίος είχε υπογράψει ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας την ως άνω από 5-3-2014 αγωγή της, χωρίς αυτός, να διατυπώσει καμμία απολύτως επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία με σχετική σημείωση επί του παραπάνω γραμματίου, και έτσι η ενάγουσα στις 15- 4-2014 εισέπραξε ανεπιφύλακτα και την υπόλοιπη αποζημίωση απολύσεως.
Με βάση τα προεκτιθέμενα η υπό τις ανωτέρω περιστάσεις είσπραξη από την ενάγουσα του υπολοίπου ποσού της αποζημιώσεως απόλυσής της αποδεικνύει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμά της να προσβάλει το κύρος της καταγγελίας, καθόσον εάν διατηρούσε αυτή οποιαδήποτε επιφύλαξη για το κύρος της καταγγελίας, θα έπρεπε να την είχε διατυπώσει στην απόδειξη παραλαβής του γραμματίου κατά την είσπραξη του υπολοίπου ποσού της αποζημιώσεως, επιφυλασσόμενη και για τα δικαιώματα που περιέχονταν στην ως άνω από 5-3-2014 αγωγή της, που είχε ασκήσει, όπως προαναφέρθηκε, πριν την είσπραξη της αποζημιώσεως απολύσεως, κατά της εναγομένης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει αυτών που εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ενάγουσα, εφόσον εισέπραξε τελικά τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, χωρίς να διατυπώσει κατά την είσπραξή της καμία επιφύλαξη, επέλεξε, μεταξύ των δικαιωμάτων: α) της καταβολής της αποζημιώσεως και β) της προσβολής του κύρους της καταγγελίας , που είχε από το νόμο, το πρώτο, παραιτηθείσα σιωπηρά από το δεύτερο.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός της εναγομένης, που παραδεκτά είχε προτείνει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την προσβολή του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεώς της, είναι κατ' ουσία βάσιμος και συνεπώς, κατά παραδοχή αυτού, η αγωγή ως προς τα αιτήματά της περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης και περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη".
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί παραιτήσεως της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, ως βάσιμης κατ` ουσίαν, κατά παραδοχή ως βάσιμου κατ' ουσία του πρώτου λόγου της εφέσεώς της και ακολούθως, δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε στη συνέχεια την ένδικη από 11-11-20014 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εν λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει το αναφερόμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955, καθόσον δεν εφάρμοσε αυτή, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προυποθέσεις εφαρμογής της, τα δε ανελέγκτως επί της ουσίας δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, αφού από, 1) την προσυπογραφή από την αναιρεσείουσα του από 7-6-2013 εγγράφου καταγγελίας με προειδοποίηση, που της κοινοποίησε η αναιρεσίβλητη, με την επιφύλαξη "Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου", 2) την προσυπογραφή από την αναιρεσείουσα του αυτού ως άνω εγγράφου, που της εγχείρισε η αναιρεσίβλητη την 7-10-2013 και επιγραφόταν "καταγγελία σύμβασης εργασίας", χωρίς να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη, 3) την είσπραξη από την αναιρεσείουσα την 7-10-2013 της πρώτης δόσης της αποζημιώσεως απολύσεως, 4) την μη καταβολή των επομένων δύο δόσεων της αποζημίωσης απόλυσης υπό της αναιρεσίβλητης κατά τις υπ' αυτής ορισθείσες ημεροχρονολογίες, 5) την άσκηση υπό της αναιρεσείουσας της από 5-3-2014 αγωγής, με τα αυτά ως και η ένδικη αγωγή αιτήματα, από το δικόγραφο της οποίας ακολούθως αυτή παραιτήθηκε και 6) την είσπραξη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των υπολοίπων δύο δόσεων της αποζημίωσης απόλυσής της, δεν προκύπτει σαφής, ειδική και ανενδοίαστη δικαιοπρακτική βούληση αυτής περί σιωπηρής παραίτησής τη, από την άσκηση των δικαιωμάτων της από την ασκηθείσα υπό της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, ενόψει μάλιστα και της άσκησης υπό της αναιρεσείουσας των δύο προαναφερομένων αγωγών περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος, ενώ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικουρικώς και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ο αυτός λόγος αναιρέσεως αβάσιμος, κατά το πρώτο σκέλος του, αποβαίνει αλυσιτελής, ενόψει ότι ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, κρίθηκε βάσιμος.
Επομένως, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, κατά τα θεμελιωτικά του στοιχεία προβάλλεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπ' όψη από το Εφετείο, της προβληθείσης υπό της αναιρεσείουσας, πρωτοδίκως αλλά και ενώπιόν του, αντένστασης, κατά της υπό της αναιρεσιβλήτου προβληθείσης ενστάσεως περί παραιτήσεως αυτής από την άσκηση των δικαιωμάτων της, ως προς την προσβολή της γενομένης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ως άκυρης, που συνέχεται με το ως άνω ερευνηθέν κεφάλαιο, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών στα πλαίσια έρευνας του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επίσης η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 6251/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ