2005/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2005 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2017
Legislator headnote
AI generated2005/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2005 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2017
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2005 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σπάτων-Αρτέμιδος" που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Σ. του Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Κουφοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 610/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 5845/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 8-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 269 του κώδικα δήμων και κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως τις 31-12-2007, όσες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., τις οποίες είτε έχουν συστήσει οι ίδιοι είτε συμμετέχουν σε αυτές κατά πλειοψηφία φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν προσαρμόζουν το καταστατικό τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση". Η ορισθείσα με τη διάταξη αυτή προθεσμία παρατάθηκε με τα άρθρα 25 παρ. 1α ν. 3613/2007, 21 παρ. 13 ν. 3731/2008 και 17 παρ. 3 ν. 3812/2009 μέχρι τις 31-12-2008, 31-12-2009 και 31-12-2010 αντίστοιχα. Εξ άλλου κατά το άρθρο 262 παρ. 2 του ίδιου κώδικα: "Τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο Δήμο ή την Κοινότητα που την είχε συστήσει". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι μετά τη λύση της δημοτικής επιχείρησης ο δήμος ή η κοινότητα που την έχουν συστήσει δεν καθίστανται καθολικοί διάδοχοι αυτής (με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της) αλλά αντίθετα η δημοτική επιχείρηση μετά τη λύση της τίθεται υπό εκκαθάριση και ότι συνακόλουθα ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει (άρθρο 72 εδ. β Α.Κ.), μόνο δε μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο δήμο ή την κοινότητα που την είχε συστήσει. Περαιτέρω κατά το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3801/2009: "Οι δεδουλευμένες αποδοχές, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών εισφορών, του προσωπικού των επιχειρήσεων, που έχουν συστήσει ή διαθέτουν την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου πρωτοβάθμιοι Ο.Τ.Α. και το οποίο απολύεται ή μεταφέρεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, ΦΕΚ 114 Α'), καταβάλλονται από τους οικείους δήμους και κοινότητες, εφόσον το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του αποφασίσει αιτιολογημένα, ότι υφίστανται οι απαιτούμενοι για το σκοπό αυτόν πόροι". Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται η καταβολή από τους δήμους των δεδουλευμένων αποδοχών στο προσωπικό δημοτικών τους επιχειρήσεων, το οποίο απολύεται ή μεταφέρεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 269 του κώδικα δήμων και κοινοτήτων, εφόσον με αιτιολογημένη απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου κριθεί ότι υφίστανται οι απαιτούμενοι για το σκοπό αυτό πόροι. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί τόσο στην ικανοποίηση πρώην εργαζομένων δημοτικών επιχειρήσεων δια της καταβολής σε αυτούς των δεδουλευμένων αποδοχών τους, όσο και στη μη διατάραξη του οικονομικού προγραμματισμού και της εν γένει λειτουργίας των δήμων, οι οποίοι και θα επιβαρυνθούν με την καταβολή της αντίστοιχης δαπάνης (πράξη Ελεγκτικού Συνεδρίου 65/2011), απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι να έχει προηγηθεί η απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου με το ανωτέρω περιεχόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-7-2010 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα εξής: Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2002 προσελήφθη από τη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής προκειμένου να παρέχει στο δήμο τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, αρχικά με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που ανανεωνόταν ανά δωδεκάμηνο και ακολούθως, από το Φεβρουάριο του έτους 2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η εν λόγω δημοτική επιχείρηση λύθηκε δυνάμει του ν. 3463/2006 και η περιουσία της καθώς και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της περιήλθαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα. Ότι αυτή εργάσθηκε εκεί μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008, οπότε απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησής της. Ότι μέχρι το Φεβρουάριο του έτους 2003 πληρωνόταν κανονικά από την εργοδότριά της δημοτική επιχείρηση, έκτοτε όμως της καταβαλλόταν μέρος μόνο των αποδοχών της, από δε τον Οκτώβριο του έτους 2007 και εφεξής δεν της καταβαλλόταν οποιοδήποτε ποσό. Ότι συνεχώς διαμαρτυρόταν για τη μη καταβολή των οφειλομένων και η εργοδοσία της υποσχόταν ότι θα της καταβληθούν Ότι στις αρχές Δεκεμβρίου 2007 έλαβε την από 30-11-2007 επιστολή του εναγομένου, με την οποία αυτός τη βεβαίωνε ότι οι οφειλόμενες αποδοχές της μέχρι τις 30-9-2007, οπότε περαιώθηκε ο σχετικός έλεγχος των ορκωτών λογιστών, ανερχόταν στο ποσό των 17.015,35 ευρώ. Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από το Μάρτιο του έτους 2003 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2008) οι μηνιαίες αποδοχές της και τα οφειλόμενα σ' αυτήν επιδόματα εορτών και αδείας ανέρχονταν στα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, μέρος των οποίων μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2007 της είχε καταβληθεί και της οφειλόταν το προαναφερθέν υπόλοιπο ποσού 17.015,35 ευρώ. Ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2008 της οφειλόταν το σύνολο των αποδοχών της και των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανερχόμενο στα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά και συνολικά (μαζί με το προαναφερθέν υπόλοιπο οφειλής του προηγουμένου διαστήματος ποσού 17.015,35 ευρώ) το ποσό των 25.579,24 ευρώ. Ότι το τελευταίο αυτό ποσό της οφείλει ο εναγόμενος δυνάμει του άρθρου 42 ν. 3901/2009, ως διάδοχος της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Δήμου Αρτέμιδος, με την οποία αυτή συνεβλήθη ως εργαζομένη. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σ' αυτόν της από 8-9-2009 εξώδικης δήλωσής της, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.579,24 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι λόγοι έφεσης με τους οποίους το εναγόμενο παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο των ισχυρισμών του για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής του και για παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας. Ειδικά σε σχέση με τον παραδεκτά προταθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του εναγομένου για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής του που επαναφέρθηκε στο εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, το εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 2 του κώδικα δήμων και κοινοτήτων τη λύση της δημοτικής κοινωφελούς επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στο δήμο που την είχε συστήσει. Αναφέρθηκε δε ανωτέρω ότι προκειμένου για οφειλές στους εργαζομένους "το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει και με απόλυτη πλειοψηφία". Εξ όλων αυτών συνάγεται ότι ο δήμος είναι καθολικός διάδοχος της ΔΕΑΔΑ. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος εφέσεως". Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 ν. 3801/2009 και 262 παρ. 2 του κώδικα δήμων και κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι καθολικός διάδοχος της Δημοτικής Επιχείρησης Ανάπτυξης Δήμου Αρτέμιδος και ότι λόγω της ιδιότητάς του αυτής νομιμοποιείται παθητικά στην προκειμένη περίπτωση, ενώ με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της πρώτης από τις πιο πάνω διατάξεις είναι να έχει κριθεί, με αιτιολογημένη απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου, ότι υφίστανται οι απαιτούμενοι για το σκοπό αυτό πόροι (τέτοια δε απόφαση δεν είχε επικαλεσθεί η ενάγουσα ούτε έγινε δεκτό από το εφετείο ότι υφίσταται), ενώ από τη δεύτερη συνάγεται ότι ο δήμος δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος της λυθείσης και τεθείσης υπό εκκαθάριση δημοτικής επιχείρησης με την έννοια της υπεισέλευσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής αλλά μόνο μετά το πέρας της εκκαθάρισης και μόνο εφόσον απομένουν περιουσιακά της στοιχεία, αυτά περιέρχονται στο δήμο που την είχε συστήσει.
Συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του ανωτέρω (πρώτου κατά το πρώτο σκέλος του) λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει να σημιεωθεί ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου του άρθρου 90 ν. 2362/1995 απέρριψε την ένσταση του εναγομένου για παραγραφή των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων) δεν ερευνάται ενόψει της αοριστίας της αγωγής ως προς το πρόσωπο του εργοδότη της ενάγουσας για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, αφού διαφορετικός είναι ο χρόνος παραγραφής αν εργοδότης της ήταν η δημοτική επιχείρηση, ήτοι πενταετής κατά το άρθρο 250 Α.Κ. (πράξη Ελεγκτικού Συνεδρίου 65/2011), διαφορετικός δε αν εργοδότης της ήταν ο εναγόμενος, ήτοι διετής κατά το άρθρο 90 ν. 2362/1995. Στη συνέχεια και εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία, έχοντας το περιεχόμενο που παρατέθηκε στην πρώτη σκέψη αυτής της απόφασης, είναι απορριπτέα ως αόριστη, δεδομένου ότι από αυτήν δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιος ήταν ο εργοδότης της ενάγουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί σαφές αν ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά. Ειδικότερα στην αγωγή αρχικά μεν αναφέρεται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από τη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης του Δήμου Αρτέμιδος, στη συνέχεια ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο, χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτό συνέβαινε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα ή από την επικαλούμενη λύση της προαναφερθείσης δημοτικής επιχείρησης (που δεν εκτίθεται πότε έλαβε χώρα) και τέλος ότι ο εναγόμενος οφείλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της ενάγουσας ως καθολικός διάδοχος της ανωτέρω δημοτικής επιχείρησης (γεγονός που προϋποθέτει ότι εργοδότρια της ενάγουσας καθ' όλο το επίδικο διάστημα ήταν η τελευταία) χωρίς όμως και πάλι να επικαλείται και ότι το δημοτικό συμβούλιο του εναγομένου με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του είχε αποφασίσει αιτιολογημένα ότι υφίστανται οι απαιτούμενοι για το σκοπό αυτό πόροι. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5845/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 610/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Iουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ