Legislator Case Law & Legislation
2005/2014 AI generated

2005/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2005/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 2005 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2014

Legislator headnote

AI generated

2005/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2005 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2014

Keywords

AI generated
common expenses and charges public levies dispute social contribution debt extraordinary contribution assessment procedure public institution user fee payment of surcharges
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2005 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2005/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΑΤΕ-ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ ΑΤΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Σταμόπουλο, ο οποίος ανεκάλεσε την από 25-9-2014 δήλωση του αρθ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΡΑΙΩΣ ΑΕ" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (πιστωτικού ιδρύματος) με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μάριο Παναγιωτόπουλο, η δε δεύτερη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2009 ανακοπή της ήδη β' αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6648/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2736/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-9-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως αβάσιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 576 § 2, 568 § 1 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Π., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα. 2.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2736/2012 απόφαση του Eφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Με την υπ' αριθ. 975/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (δεύτερη αναιρεσίβλητη) να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 157.853,97 ευρώ με τους νόμιμους τόκους για απαίτηση που πηγάζει από σύμβαση έργου. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και της (με βάση αυτή συνταχθείσης) επιταγής προς εκτέλεση η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ άσκησε την από 31-1-2009 ανακοπή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 6648/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Ακολούθως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη άσκησε την υπ' αριθ. κατ. 10646/28-12-2010 έφεση κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης. Για την έφεση αυτή εκδόθηκε η 2736/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ'ουσίαν την έφεση και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής και την επιταγή προς εκτέλεση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης εναντιώνεται η ηττηθείσα αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια 3.- Επειδή, με τον νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων:., δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (§1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις. Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007). Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 46/1/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η οποία δημοσιεύθηκε στο 2208/2012 ΦΕΚ/ΑΕ-ΕΠΕ και Γ.Ε.ΜΗ, με την οποία η δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 3601/2007. Ακολούθως, την 18-9-2012 καταχωρίστηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων η με αριθμό Κ2-6065/18-9-2012 απόφαση της ανωτέρω υπηρεσίας, με την οποία ανακλήθηκε η υπ' αριθ. 2043313/9929/ 0025/5-7-1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, με την οποία είχε εγκριθεί το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και αριθμό μητρώου .... Περαιτέρω, με την απόφαση 4/1/27.7.2012 της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης (Ε.Μ.Ε.) της Τράπεζας της Ελλάδος με τίτλο "Εντολή μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", η οποία δημοσιεύθηκε στο Τεύχος Β' του Φύλλου της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β', 2209/27-7-2012), αποφασίσθηκε να υποχρεωθεί ο ειδικός εκκαθαριστής της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην παραχρήμα μεταβίβαση των αναφερομένων στο Παράρτημα της ανωτέρω απόφασης της Ε.Μ.Ε. περιουσιακών στοιχείων στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (πρώτη αναιρεσίβλητη). Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Παραρτήματος της Ε.Μ.Ε. 4/1/27.7.2012, "στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (εφεξής: "η Πειραιώς") μεταβιβάζονται όλες οι έννομες σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (εφεξής: "η Αγροτική") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Πειραιώς", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτικής" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α' έως και ιστ'), που αναφέρονται εφεξής συνολικά "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία"". Στο υπό στοιχείο ιζ' της παρ. 1 του Παραρτήματος, ως μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο αναφέρονται και οι έννομες σχέσεις της "Αγροτικής" από συμβάσεις οι οποίες εξυπηρετούν τη λειτουργία της. Με βάση όλα τα ανωτέρω και ενόψει του ότι η επίδικη σύμβαση έργου, από την οποία απορρέει η προαναφερθείσα απαίτηση της αναιρεσείουσας εμπίπτει στην τελευταία κατηγορία, αφού, έχουσα ως σκοπό την ανακαίνιση και αναδιαρρύθμιση του τραπεζικού υποκαταστήματος της ΑΤΕ στην Κέρκυρα, εξυπηρετεί τη λειτουργία της Τράπεζας, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, η οποία υπεισήλθε στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς την προκείμενη δίκη που σχετίζεται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η τελευταία δεν νομιμοποιείται παθητικά σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις.

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά από δημοπρασία που έγινε την 23-6-1988 για το έργο της ανακαίνισης και αναδιαρρύθμισης του κτηρίου καταστήματος της ανακόπτουσας Αγροτικής Τράπεζας στην Κέρκυρα, ανέλαβε την εκτέλεσή του ως μειοδότης ανάδοχος η κοινοπραξία "Γ. Ν. Α. ΑΤΤΕΒΕ-ΗΡ. Μ. ΑΤΕ". Λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, οι εταιρίες-μέλη της καθής η ανακοπή κοινοπραξίας ως καθολικοί διάδοχοι (η ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΑΤΕ της Γ. Ν. Α. ΑΤΤΕΒΕ και η ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ ΑΤΕ. της Ηρ. Μ. ΑΤΕ), υπεισήλθαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την ανωτέρω σύμβαση. Η κατασκευή του έργου περατώθηκε και η κυρία του έργου με το 5600/14-2-1995 έγγραφό της προς την ανάδοχο του έργου έστειλε σε αυτήν την από 14-2-1995 βεβαίωση περαιώσεως των εργασιών αυτού με ημερομηνία περατώσεως την 30-4-1994. Στο έγγραφο την καλεί να υποβάλει, εκτός των άλλων, την τελική επιμέτρηση. Η ανάδοχος με το 106/12-5-1997 έγγραφό της, το οποίο επιδόθηκε στην κυρία του έργου αυθημερόν με αρ. πρωτ. 6251/12-5-1997, υπέβαλε τον Συνοπτικό Πίνακα Ποσοτήτων Οικοδομικών Εργασιών, την Τελική Επιμέτρηση (οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών), ΠΠΑΕ και ΠΚΤΜΝΕ οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών. Προσέτι, υπό το δεδομένο της άπρακτης παρελεύσεως των νομίμων προθεσμιών για την παραλαβή του έργου, (η οποία έπρεπε να λάβει χώρα εντός εξαμήνου από την, κατά τα ως άνω υποβληθείσα την 12-5-97, τελική επιμέτρηση ως προς την προσωρινή παραλαβή και εντός διμήνου από την λήξη του χρόνου της αρξαμένης την 12-5-97 δεκαπεντάμηνης εγγυήσεως, καθόσον αφορά στην οριστική παραλαβή), η ανάδοχος με το 42/28-4-99 έγγραφο που κοινοποιήθηκε στην κυρία του έργου την 4-5-99, αναφέρεται στο ανωτέρω 106/12-5-1997 έγγραφό της, (με το οποίο, κατά τα ως άνω συνυποβλήθηκαν πρωτόκολλα εργασιών, συνοπτικός πίνακας ποσοτήτων εργασιών και η τελική επιμέτρηση). Το εν λόγω έγγραφο (42/28-4-99), που επιδόθηκε, κατά τα ως άνω στην κυρία του έργου την 4-5-99) αποτελεί την αξιούμενη (αρθρ. 53 παρ. 4, 55 παρ. 2 Π. Δ. 609/85) όχληση του αναδόχου, μετά την οποία αρχίζει η προθεσμία για τη διενέργεια της προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, αφού δε αυτές δεν έγιναν εντός των νομίμων προθεσμιών, θεωρούνται ως πλασματικώς γενόμενες τριάντα ημέρες μετά την υποβολή της ανωτέρω οχλήσεως. Οι προπαρατιθέμενες παραδοχές διαλαμβάνονται στην προαναφερόμενη, (ήδη αμετάκλητη) 117/2008 αναγνωριστική απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Περαιτέρω, η καθής η ανακοπή κοινοπραξία υπέβαλε στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς έκδοση διαταγής πληρωμής την από 15-9-2008 αίτησή της. Με αυτήν συνυπέβαλε, (μεταξύ άλλων εγγράφων), την πιο πάνω 117/2008 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και τον από 1-8-2008 Τελικό Λογαριασμό, που υπέβαλε την ίδια εκείνη ημεροχρονολογία (1-8-08) προς έγκριση η αιτούσα (καθής η ανακοπή) κοινοπραξία στην ΑΤΕ. Ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη 975/28-1-2009 διαταγή πληρωμής, με την οποία η νυν ανακόπτουσα τράπεζα ως κυρία του έργου διατάσσεται να καταβάλει νομιμοτόκως στην καθής η ανακοπή ανάδοχο κοινοπραξία. ως πλασματικώς πιστοποιημένο, το ποσό (του τελικού από 1-8-08 λογαριασμού) των 157.853,97 ευρώ από την εν θέματι σύμβαση έργου. Πλην όμως για την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής δεν προσκομίσθηκαν τα αναφερόμενα στην 117/2008 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας ανωτέρω έγγραφα, (ήτοι ο πίνακας ποσοτήτων εργασιών κατασκευής του έργου με την συνυποβληθείσα τελική επιμέτρηση), αλλά ο (μεταγενέστερος) από 1-8-2008 τελικός λογαριασμός, ο οποίος υποβλήθηκε, όπως προεκτίθεται, την ημεροχρονολογία εκείνην, {δηλαδή, την 1-8-08) προς έγκριση στην ανακόπτουσα τράπεζα - κυρία του έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου 2536/1-8-2008. Τούτο πλήττει την χρηματική απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία στηρίζεται σε ανακριβή δεδομένα, εκτός των τεθειμένων υπό της 117/08 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας πλαισίων. Η καθής η ανακοπή παραδέχεται ότι προσκόμισε τον από 1-8-2008 τελικό λογαριασμό. Ισχυρίζεται δε ειδικότερα, ότι, λόγω της ανωτέρω τροποποιήσεως της συνθέσεως των μελών της κοινοπραξίας και της προκληθείσας αναστατώσεως απ' την μεταφορά των φακέλων των αρχείων των ως άνω απορροφηθεισών εταιριών προς τις καθολικές διαδόχους τους ήταν δυσχερής η ανεύρεση του αντιγράφου της τελικής επιμετρήσεως, που είχε λάβει από την ΑΤΕ, ύστερα από την υποβολή της σε αυτήν με αρ. πρωτ. 6251/12-5-97. Ότι γι' αυτό ζήτησε εγγράφως (και με Εισαγγελική παραγγελία) να χορηγήσει σε αυτήν (ανάδοχο κοινοπραξία) η ΑΤΕ ακριβές αντίγραφο της παραπάνω (από 12-5-97) τελικής επιμετρήσεως, και ότι, εξαιτίας της κωλυσιεργίας αυτής (ανακόπτουσας) συνέταξε και υπέβαλε σε αυτήν τον ανωτέρω από 1-8-2008 τελικό λογαριασμό. Προσέτι, αμυνόμενη κατά της ανακοπής, ισχυρίζεται. ότι η ανακόπτουσα τράπεζα όφειλε μέχρι 1-9-2008, είτε να επιστρέψει σε αυτήν το λογαριασμό, αρνούμενη την πληρωμή, είτε να τον διορθώσει και να πιστοποιήσει μέρος του συνολικού ποσού (των 157.853.97 Ευρώ), είτε να τον επιστρέψει για επανασύνταξη, είτε, τέλος, να εγκρίνει τον λογαριασμό ως είχε. Ότι η ανακόπτουσα Τράπεζα ουδέν εκ των ανωτέρω έπραξε, επιδείξασα παντελή αδιαφορία και ότι, ως εκ τούτου, ο εν λόγω λογαριασμός θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένος από 1-9-2008 και αποτελεί, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών του, την πιστοποίηση για την πληρωμή σε αυτήν του ποσού, (των 157.853,97 Ευρώ) στο οποίο αφορά ο επίμαχος αυτός τελικός λογαριασμός και το οποίο ποσό αποτελεί την οριστικοποιημένη αμοιβή της (καθής η ανακοπή κοινοπραξίας). Ο ισχυρισμός αυτός είναι από ουσιαστικής απόψεως αβάσιμος και απορριπτέος. Εδώ, το κρίσιμο ζήτημα, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας, και στην προκειμένη περίπτωση συνιστά την "ειδοποιό διαφορά", είναι ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει ανακριβών, κατά τα ως άνω, στοιχείων. Έτσι. πλήττεται, όπως προειπώθηκε; η χρηματική απαίτηση της καθής η ανακοπή, το ποσό δηλαδή, το οποίο με την εν λόγω διαταγή πληρωμής διατάσσεται να πληρώσει σε αυτήν η ανακόπτουσα ΑΤΕ. Στην κρινόμενη υπόθεση το ουσιώδες είναι η προσκόμιση, κατά τα άνω εκτιθεμένα, διαφορετικού τελικού λογαριασμού, αποστασιοποιημένου απ' τα δεδομένα που μνημονεύονται στην 117/2008 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Τα περί αυτοδίκαιης (πλασματικής) εγκρίσεως του εν λόγω τελικού (από 1-8-08) λογαριασμού είναι κενά ουσίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά αποδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής, δέχθηκε την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες διαταγή πληρωμής και επιταγή προς εκτέλεση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς προέβη στην ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής (και συνακόλουθα και στην ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση). Τούτο γιατί, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση ανακριβή στοιχεία και δη με βάση τον ως άνω υποβληθέντα στην κυρία του έργου την 1-8-2008 τελικό λογαριασμό, ο οποίος όμως δεν ήταν σύμφωνος με τα αναφερόμενα στην 117/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας έγγραφα, ήτοι τον πίνακα ποσοτήτων εργασιών κατασκευής του επίδικου έργου και την "τελική επιμέτρηση" των εργασιών, δηλαδή τον τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων της §3 του άρθρου 38 του ΠΔ 609/1985, που είχε υποβληθεί στην κυρία του έργου στις12-5-1997, αλλά διέφερε, όπως στην υπό κρίση ανακοπή αναφέρεται και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, σε πολλά σημεία του ως προς τις ποσότητες των εκτελεσθεισών εργασιών. Με την ως άνω κρίση του δε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 του ν.1418/1984 και 40 παρ. 7 του π.δ 609/1985, που αναφέρονται στην μηνιαία προθεσμία ελέγχου, διόρθωσης και έγκρισης των λογαριασμών από την Διευθύνουσα Υπηρεσία, η άπρακτη πάροδος της οποίας συνεπάγεται τη σιωπηρή έγκριση του οικείου λογαριασμού (σχετ. ΑΕΔ 8/2004), αφού αυτές (διατάξεις) τυγχάνουν εφαρμογής μόνον επί λογαριασμών που συντάχθηκαν σύννομα και στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (βλ. σχ. ΑΠ 1591/2013, ΑΠ 1127/2006, ΑΠ 1107/1997). Όπως δε ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 40 του πιο πάνω π.δ. 609/1985 απαγορεύεται να περιλαμβάνονται στο λογαριασμό εργασίες που δεν έχουν καταμετρηθεί. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, όπως έγινε δεκτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γεγονός, άλλωστε, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, ο υποβληθείς για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ως άνω τελικός λογαριασμός είναι "αποστασιοποιημένος" από τα αναφερόμενα στην 117/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας έγγραφα ήτοι τον πίνακα ποσοτήτων εργασιών κατασκευής του επίδικου έργου και την "τελική επιμέτρηση" των εργασιών, που υποβλήθηκαν στην κυρία του έργου στις 5-12-1997 και με βάση τα οποία θεωρήθηκε ότι έλαβε χώρα η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αυτοδίκαιης (πλασματικής) έγκρισής του, αφού αυτός (λογαριασμός) δεν στηρίζεται στις εργασίες που έχουν καταμετρηθεί και αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα. Κατά συνέπεια το Εφετείο, που απέρριψε τον πιο πάνω περί αυτοδίκαιης έγκρισης του τελικού λογαριασμού ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, ισχυριζόμενη ότι ο επίδικος λογαριασμός αρκούσε για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αφού, μετά την αυτοδίκαια έγκρισή του (με την πάροδο άπρακτης της μηνιαίας προθεσμίας), αποτελούσε την πιστοποίηση για την πληρωμή της και η κυρία του έργου ήταν υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό του λογαριασμού, ανεξάρτητα από τις τυχόν πλημμέλειές του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-9-2013 αίτηση της "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑΣ ΛΑΤΟΜΙΚΗ ΑΤΕ-ΕΡΓΟΤΕΛΗΣ ΑΤΕ" για αναίρεση της 2736/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ