Legislator Case Law & Legislation
2005/2006 AI generated

2005/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2005/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2005/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Το έτος 1963, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι αδελφοί της και η ευρισκόμενη τότε στη ζωή μητέρα τους διένειμαν ατύπως την πατρική τους κληρονομία και η μεν αναιρεσείουσα έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή της τα περιγραφόμενα στην αγωγή ..

Keywords

AI generated
family assets family member joint household family residence permit instituted heir property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2005 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2005/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Πήττα.

Των αναιρεσίβλητων:1) Χ1, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2).... ,3) .... ,4) .... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαζουρά, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος των αναιρεσειόντων (Χ1) απεβίωσε την 29-7-2005 και κληρονομήθηκε από τους 3ο και 4η αναιρεσίβλητους, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν. 5)Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του ... Πάρεδρο Ν.Σ.Κ και 6)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1993 αγωγή και με την από 10-3-1994 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 29-5-1994 παρέμβαση του 5ου αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2005 μη οριστική,114/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 699/2004 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης της 699/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την 107 89β/27.7.2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, με επίδοση αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την υπάρχουσα σ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσης.

Επομένως, εφόσον δεν παραστάθηκε κατ' αυτήν πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν παρούσα. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Το έτος 1963, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι αδελφοί της και η ευρισκόμενη τότε στη ζωή μητέρα τους διένειμαν ατύπως την πατρική τους κληρονομία και η μεν αναιρεσείουσα έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή της τα περιγραφόμενα στην αγωγή ..

και .. ακίνητα και τμήμα του με αριθ. .. ακινήτου, η μητέρα των διαδίκων το με αριθμ. .. αγωγικό αγροτεμάχιο, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, τότε υπάλληλος των ΣΠΑΠ, το με αριθμ. .. αγροτεμάχιο, τα υπόλοιπα αγωγικά αγροτεμάχια, με αριθμ. .., .., .., .. και .. έλαβε ο δεύτερος των εφεσιβλήτων, ο οποίος ήταν άγαμος και διέμενε με την μητέρα του στο Ερινειό, ασχολείτο δε αποκλειστικά με τις γεωργικές εργασίες, ενώ το με αριθμ...

αγωγικό ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο εμβαδού ενός περίπου στρέμματος εντός της Κοινότητας Ερινειού, με την επ΄αυτού παλαιά πλινθόκτιστη μικρή οικία, συμφωνήθηκε να παραμείνει στην συγκυριότητα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων αδελφών, προκειμένου να διαμένει στην οικία η μητέρα τους και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων.

Μετά το γάμο της το έτος 1965 η αναιρεσείουσα ουδέποτε απασχολήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με την καλλιέργεια και εκμετάλλευση των ακινήτων που με την άτυπη διανομή περιήλθαν στην αποκλειστική νομή και κατοχή των αναιρεσίβλητων αδελφών της, τα οποία καλλιεργούσε και εκμεταλλευόταν ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, που κατοικούσε μονίμως στο Ερινεό και ήταν αγρότης και ο οποίος για την καλλιέργεια αυτών το έτος 1965 αγόρασε ελκυστήρα με τα απαραίτητα εξαρτήματα, στα πλαίσια δε της μεταξύ αδελφών αγάπης και συμπαράστασης έδιδε τμήμα καρπών, κυρίως ελαιολάδου στον αδελφό του πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Ουδέποτε αυτός κατέβαλε στην αναιρεσείουσα αντάλλαγμα είτε εις χρήμα είτε εις είδος για την καλλιέργεια των αγρών αυτών ή τη διαμονή του στην πατρική οικία, ούτε και αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας για παρακράτηση των εσόδων από τα ανωτέρω ακίνητα για τη διατροφή της μητέρας τους.

Ο ίδιος αναιρεσίβλητος ατομικά εισέπραττε το τίμημα από την πώληση των παραγόμενων προϊόντων (λεμόνια ελαιόλαδο), τις επιδοτήσεις αγροτικών προϊόντων και αποζημιώσεις για την καταστροφή της παραγωγής, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, κατέβαλε δε τα βάρη για τα ακίνητα αυτά (τέλη ύδρευσης για την οικία και άρδευσης των αγροτικών ακινήτων).

Με ενέργειες του ίδιου, ο οποίος ουσιαστικώς διαχειριζόταν την περιουσία, το έτος 1967, εκδόθηκε στο όνομα της μητέρας των διαδίκων οικοδομική άδεια για την ανέγερση νέας οικοδομής μετά καθαίρεση της παλαιάς, η οποία είχε υποστεί φθορές από τους σεισμούς. Στη συνέχεια ο ίδιος, που ενεργούσε και για λογαριασμό της μητέρας του, έλαβε δάνειο από το Δημόσιο ως σεισμόπληκτος, μέσω της Εθνικής Τράπεζας, με το οποίο ανήγειρε νέα οικία, με δαπάνες του δε αποπεράτωσε αυτή και την επεξέτεινε αργότερα, χωρίς ουδέποτε η αναιρεσείουσα να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό τόσο για την κατασκευή της οικίας όσο και την επέκτασή της.

Επειδή όμως για φορολογικούς λόγους δεν είχε γίνει τυπικά αποδοχή της κληρονομιάς, ούτε για τη διανομή αυτή τηρήθηκε ο προβλεπόμενος από το νόμο τύπος, κατ΄ απαίτηση της δανειοδότριας τράπεζας οι διάδικοι και η μητέρα τους αποδέχθηκαν τυπικώς την κληρονομία του οικοπέδου, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Για τον ίδιο αυτό λόγο, ήτοι για την εξυπηρέτηση και μόνο του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, και κατ΄ απαίτηση της δανειοδότριας τράπεζας, κατά την υπογραφή της σχετικής δανειακής σύμβασης η αναιρεσείουσα και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν, δυνάμει πληρεξουσίου, από τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ήταν ο ουσιαστικός δανειολήπτης και κύριος της ανεγειρόμενης οικίας.

Το 1982 η μητέρα των διαδίκων πώλησε το με αριθ. .. αγωγικό αγροτεμάχιο επικαλούμενη έκτακτη χρησικτησία, στο δε σχετικό συμβόλαιο συνεβλήθησαν και οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, οι οποίο δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν τη μητέρα τους αποκλειστική κυρία του πωληθέντος και ουδεμία απαίτηση έχουν κατ΄ αυτής, η δε αναιρεσείουσα αν και έλαβε γνώση της πώλησης ουδέποτε ζήτησε από τη μητέρα της το αναλογούν σ΄ αυτήν μέρος του τιμήματος.

Το έτος 1992 ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων πώλησε με το αναφερόμενο συμβόλαιο τα με αριθμούς .. και ..αγωγικά ακίνητα, επικαλούμενος ως τίτλο κυριότητας έκτακτη χρησικτησία. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου, αφού για τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα δεν είχε γίνει αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή, συμβλήθηκαν και η αναιρεσείουσα και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έλαβαν γνώση της δήλωσης του πωλητή αδελφού τους ότι είναι αποκλειστικός κύριος των ακινήτων με χρησικτησία, και αναγνώρισαν την εγκυρότητα της πώλησης αυτών, ενώ δεν αποδείχθηκε, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι από το τίμημα αυτής κατέβαλε στην αναιρεσείουσα 100.000 δραχμές και το υπόλοιπο που αναλογούσε στην μερίδα του υποσχέθηκε να το διαθέσει για έξοδα διανομής δεν αποδείχθηκε, ενόψει ιδίως του ότι κατά την υπογραφή του συμβολαίου, αν η ίδια διατηρούσε οποιοδήποτε δικαίωμα συγκυριότητας στα πωληθέντα είχε τη δυνατότητα να συμβληθεί και αυτή ως συγκυρία και να μεταβιβάσει λόγω πώλησης και το δικό της μερίδιο που δεν έπραξε αλλά αναγνώρισε το δικαίωμα του αδελφού της δεύτερου αναιρεσιβλήτου να μεταβιβάσει τα παραπάνω ακίνητα ως αποκλειστικός κύριος αυτών.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι μετά την ανωτέρω άτυπη διανομή των ακινήτων, οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων νεμόταν το μεν οικόπεδο και την επ΄ αυτού οικία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αποκλειστικώς δε ο μεν πρώτος εξ αυτών το με αριθμ. .. αγωγικό ακίνητο, ο δε δεύτερος τα υπόλοιπα αγωγικά ακίνητα, πλην των ανωτέρω με αριθμ. .., ..

και τμήμα του .. που έλαβε η αναιρεσείουσα, και έτσι μετά την παρέλευση εικοσαετίας, ήτοι μέχρι το έτος 1983, έγιναν συγκύριοι, με έκτακτη χρησικτησία, του οικοπέδου και της οικίας, αποκλειστικοί δε κύριοι ο καθένας των ανωτέρω ακινήτων, και στη συνέχεια απέρριψε, κατ΄ ουσία, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία παραπονείτο για την απόρριψη της διεκδικητικής και περί διανομής των ανωτέρω αγροτικών ακινήτων αγωγών της, ενώ κατά παραδοχή εφέσεων των αναιρεσειόντων κατά του μέρους της ίδια απόφασης με την οποία έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το ανωτέρω με αριθ. ..

αγωγικό ακίνητο, απέρριψε την αγωγή. Δεχόμενο αυτά το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για την τελική περί απόκτησης κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσίβλήτους με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση από μέρους τους συνεχώς επί εικοσαετία των αναφερόμενων συγκεκριμένων πράξεων νομής, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή παρόλο ότι στο αιτητικό της δεν περιέχει αίτημα για την ουσία της υπόθεσης, καθόσον από το όλο περιεχόμενο του ιστορικού και αιτητικού της συνάγεται ότι περιέχει τέτοιο αίτημα (ΟλΑΠ849/1981), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. Β ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προέβαλλε αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία δέχθηκε ότι το έτος 1959 έλαβε χώρα άτυπη διανομή των με αριθ, .., .., .., .., .., .., .., .., ..

και .. ακινήτων μεταξύ της αυτής της μητέρας της και των αντίδικων αδελφών της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο λόγος αυτός εξετάσθηκε από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ.

β ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ουδέποτε έλαβε χώρα οποιαδήποτε διανομή των ανωτέρω ακινήτων μεταξύ των ανωτέρω, η ουσιαστική βασιμότητα του οποίου προέκυπτε από τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό στοιχεία και έτσι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η συμφωνία για άτυπη διανομή των ακινήτων αυτών μεταξύ των διαδίκων έγινε το έτος 1963.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ως άνω διάταξης προσβάλλεται η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου σχετικώς με τη διενέργεια άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων μεταξύ των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2004 αίτηση αναίρεσης της .... κατά της 699/2004 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ